Τελικά τι από τα δύο είσαι; Δεν έχεις επιλέξει ακόμη; Είναι ποτέ δυνατόν να ζεις στην Κύπρο και να μην έχεις αποφασίσει; Είναι ποτέ δυνατόν στη χώρα του εθνικού διχασμού να μην ξέρεις σε ποια κατηγορία ανήκεις; Οι 40 οι οποίοι αντέδρασαν για το τραγούδι που στέλνουμε στη Eurovision και όσα ακολούθησαν έδειξαν για ακόμη μία φορά πως είμαστε ο λαός που πρέπει να επιλέγει στρατόπεδο. Που γουστάρει να διαφωνεί και να επιλέγει τη μία ή την άλλη πλευρά. Ποτέ το κάπου στη μέση, το να βρούμε ρε παιδί μου μια μέση λύση (#diplis). Να είσαι υπέρ ή κατά. Ακόμη και αν ασχοληθείς ή όχι με το θέμα, πάλι στρατόπεδο επιλέγεις. Αντί σοβαρός άνθρωπος/δημοσιογράφος/νομικός/καψιμιτζής να ασχοληθείς με τα προβλήματα της κοινωνίας, ασχολείσαι με τη Eurovision, θεωρείται ευτελές. Αποκλείεται όλα να είναι μέρος μιας κοινωνίας και μιας καθημερινότητας που ζούμε.
Και το μαχαίρι στο κόκκαλο είναι εκεί και σε περιμένει. Δεν διαφωνούμε στην Κύπρο, μας αρέσει να χωριζόμαστε σε δύο στρατόπεδα. Καλείσαι να δηλώσεις το εθνικό σου καθήκον: υπέρ ή κατά της Antigoni. Σου αρέσουν τα πορτοκάλια ή έπρεπε το διπλοκάμπινο να ήταν γεμάτο με φίζες από χαλλούμια; Θα έπρεπε να έχει το ακριβό αμάξι ή να έχει πίσω της δύο γαδάρους με άχυρα που μας ταιριάζει περισσότερο σαν λαός; Φοράει το κόκκινο της ντροπής η Antigoni ή έπρεπε να φοράει το μπλε που ξεχωρίζει που λέει και η διαφήμιση απορρυπαντικού;
Η δημόσια συζήτηση λειτουργεί με απλό μηχανισμό: ή με τον έναν ή με τον άλλον. Το «ναι, αλλά» θεωρείται ύποπτο. Η επιφύλαξη εκλαμβάνεται ως αδυναμία. Η απορία σχεδόν ως προδοσία. Αν μια θέση δεν χωρά σε σύνθημα, δύσκολα επιβιώνει. Το μοτίβο επαναλαμβάνεται παντού. Έχει δίκαιο τελικά η Annie ή είναι κι αυτή δάκτυλος των Ρώσων; Και ο Γαβριήλ; Ζωγραφίζει ακόμη ή έπρεπε να λιθοβοληθεί στους ήχους του «Jalla»;
Η συζήτηση στην Κύπρο έχει πάψει εδώ και καιρό να είναι μια ανταλλαγή επιχειρημάτων και γίνεται επιβεβαίωση ταυτότητας. Κι αυτό γιατί στην Κύπρο είμαστε σοβαροί, του πολιτισμού, αλλά μία Βίσση θα τη χτυπήσουμε βρε αδελφέ, αν πάμε στην Αθήνα. Αν τραγουδήσει στο ΓΣΠ είναι χωρκάτισσα. Με το που περάσεις τα σύνορα της Κύπρου αυτομάτως περνάς στα όρια της υποτίμησης.
Ίσως το πρόβλημα είναι ότι δεν αντέχουμε την αντίφαση. Θέλουμε να αποφασίσουμε τι είμαστε Ευρωπαίοι ή Ανατολίτες, σοβαροί ή λαϊκοί, κουλτούρα ή πανηγύρι, αλλά στην ουσία είμαστε όλα μαζί. Την ίδια μέρα μπορούμε να ειρωνευόμαστε το κιτς και το βράδυ να το τραγουδάμε απ’ έξω. Να μιλάμε για αισθητική και να χορεύουμε στο πρώτο συνθεσάιζερ που θα ακουστεί. Κι αυτό είναι η ταυτότητά μας, αυτό είναι που φέρουμε, μπερδεμένη, αλλά πραγματική. Ίσως λοιπόν να μην χρειάζεται κάθε φορά να αποφασίζετε αν είναι κιθαρίστας ή ντράμερ. Γιατί αν επιλέξεις τον έναν από τους δύο στο τραγούδι, τότε αλλοιώνεις το τραγούδι, ενώ μπορούν να συνυπάρχουν μια χαρά.





