Τα ατέλειωτα ξενύχτια της βάρδιας, η πίεση της δουλειάς να προλάβεις τα χρονοδιαγράμματα, να τρέξεις να δώσεις το κείμενο, να προσπαθήσεις να δεις τη σελίδα πριν τη δει το τμήμα της διόρθωσης και να προλάβεις το τμήμα της σελίδωσης, ώστε να γίνεται ταυτόχρονα η παραγωγή της εφημερίδας. Και στο καπάκι το τηλέφωνο από τον Γιώργο Ιωάννου (Λιναρά), για χρόνια διορθωτής της εφημερίδας μας, από τα πρώτα βήματα της έκδοσης. «Μιχάλη, τελειώνουμε; Κοίταξε να δεις, έχω κανονίσει να πάω κλαμπ απόψε και θέλω να ετοιμαστώ». Ο δε Γιώργος, καθηλωμένος στο καροτσάκι, λόγω της ασθένειάς του, ήταν εκεί για εμάς σχεδόν όλο το 24ωρο. Και εκεί ήταν που ξεκινούσε μία συζήτηση για το κλαμπ, πού αλλού έχει διάθεση να πάει και η πίεση της δουλειάς γινόταν ξαφνικά σε χαλαρούς ρυθμούς, γιατί ήταν εκείνη η στιγμή που συνειδητοποιούσες πως τίποτα δεν έχει σημασία σε αυτή τη ζωή, αν δεν ξέρεις να την ζεις με πάθος, αν κάθε μέρα δεν βρίσκεις έναν τρόπο να την ξεγελάς και να προχωράς, όσες δυσκολίες και αν υπάρχουν. Αυτό ήταν ο Γιώργος, ο οποίος έφυγε από τη ζωή στα 68 του χρόνια την Τρίτη και αποχαιρετήσαμε προχθές Παρασκευή. Δεν αντιμετώπισε ποτέ την κατά πλάκα σκλήρυνση ως εμπόδιο. Ακόμη και στην περίοδο του κορωνοϊού, θαύμαζες τη θέλησή του να μάθει το πρόγραμμα της εφημερίδας για να μπορεί να δουλεύει από το σπίτι. Δεν ήθελε εξαιρέσεις, αλλά συμμετοχή.
Συνηθίζουμε οι άνθρωποι κάθε φορά που φεύγει ένας άνθρωπος, να θυμόμαστε τα καλά. Και έσπαγα το κεφάλι να θυμηθώ κάποιο κακό του Γιώργου. Γιατί δεν βρήκα; Γιατί πάντα, μα πάντα, για μένα προσωπικά λειτουργούσε ως ένα γαμημένο ξυπνητήρι για το πόση δύναμη μπορεί να έχει ένας άνθρωπος.
Ναι, υπήρχαν στιγμές που ήθελες να σπάσεις το τηλέφωνο. Όταν μέσα στην πίεση θυμόταν πως ένας Χρονογράφος δεν είχε μπει με τη σωστή σειρά. Όταν έλειπε ένα κόμμα από ένα κείμενο που ήδη είχε φύγει για τυπογραφείο. Όταν ρωτούσε κάτι φαινομενικά άσχετο την πιο ακατάλληλη στιγμή. Ήταν όμως εκείνη η στιγμή που ταυτόχρονα ήξερες πως στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο κ. Γιώργος που παρά τα προβλήματά του μας είχε έγνοια, να πάνε όλα σωστά. Ακόμη και τον τελευταίο μήνα που νοσηλευόταν στο νοσοκομείο, η σκέψη του δεν ήταν στο πόσο πονάει, αλλά ήταν σε εμάς, στη δουλειά, στις βάρδιες και τις δυσκολίες της έκδοσης.
Ήταν όμως και εκείνες οι δύσκολες στιγμές που πάλευε την ασθένεια μόνος του σε ένα κράτος που δεν ενδιαφέρεται ούτε καν για τους ανθρώπους που πρόσφεραν σε αυτό τον τόπο. Που θέλουν απλά να ζουν με αξιοπρέπεια και το κράτος τους αγνοεί και τους θεωρεί οικονομικό βάρος.
Αν κάτι μας άφησε ο Γιώργος, δεν είναι μόνο οι διορθώσεις του, οι ωραίοι Χρονογράφοι. Είναι η απόδειξη πως οι άνθρωποι αξίζουν περισσότερα από όσα τους δίνει αυτό το κράτος. Και όσο θα υπάρχουν Γιώργηδες που παλεύουν μόνοι τους, τόσο θα οφείλουμε να φωνάζουμε πως η αξιοπρέπεια δεν είναι απλά μια παροχή, είναι δικαίωμα.
Και αν κάτι πρέπει να... διορθώσει το κράτος, είναι αυτή τη φροντίδα στους ηλικιωμένους. Και αυτή την έγνοια που είχε και πρέπει να έχει.





