Τη βδομάδα που πέρασε ο Πρόεδρος και η κυβέρνηση επιβεβαίωσαν πώς αντιλαμβάνονται το ρόλο τους. Πως το «νέο» έχει φτάσει σε τέτοια επίπεδα έπαρσης και ασυδοσίας που προσομοιάζει με ό,τι πιο παλιό, πλέον. Η Αννίτα Δημητρίου ανέδειξε αστοχίες, αμφισβήτησε τη διαχείριση που έγινε από πλευράς του υπουργείου Γεωργίας με τον αφθώδη πυρετό και έθεσε θέμα απομάκρυνσης της Μαρίας Παναγιώτου. Και η κυβέρνηση έκρινε πως η τοποθέτηση- απαίτηση αυτή δεν χρίζει καμιάς απάντησης, απαξιώνοντας πλήρως την παρέμβαση της αντιπολίτευσης. Επιβεβαιώνοντας, παράλληλα, την προβληματική αντίληψη που έχει για τη δημοκρατία.
Πρώτα ο Νίκος Χριστοδουλίδης, προσδίδοντας στην κριτική της προέδρου του ΔΗΣΥ αλλότρια κίνητρα, αρνήθηκε να απαντήσει στα όσα χρεώνονται στην κυβέρνηση, σημειώνοντας πως δεν εμπλέκεται στην προεκλογική εκστρατεία και ότι επικεντρώνεται στην ουσία. Στέλνοντας το μήνυμα ότι η κριτική δεν τον αφορά και προτάσσοντας ουσιαστικά το δικαίωμα του να κρατά τις αστοχίες ή αποτυχίες της κυβέρνησης του εκτός δημοσίου διαλόγου. Και στη συνέχεια ο διευθυντής του γραφείου τύπου του, Βίκτωρας Παπαδόπουλος, στο ίδιο πλαίσιο επιχειρηματολογίας, αλλά, με μια παρέμβαση ακόμα πιο προβληματική και αντιθεσμική, η οποία εμπερίκλειε όλη την έπαρση και αλαζονεία αυτής της κυβέρνησης, σημείωσε ότι «η πρόεδρος του ΔΗΣΥ, σ’ ένα κρεσέντο λαϊκισμού με προφανή στόχο την ψηφοθηρία, ενόψει των βουλευτικών εκλογών, επιχειρεί να εκμεταλλευτεί πολιτικά μια υγειονομική κρίση. Πως «ο λαϊκισμός και οι εύκολες κορώνες δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την υπευθυνότητα και τη σοβαρότητα». Και την κατηγόρησε ότι «συμπεριφέρεται ανεύθυνα», «βρίσκεται σε σύγχυση» και «κάνει αλλοπρόσαλλες δηλώσεις». Λες και η απαίτηση για παραίτηση μιας υπουργού η οποία έχει αποτύχει παταγωδώς σε κάθε κρίση που κλήθηκε να αντιμετωπίσει μέχρι σήμερα, δεν θα μπορούσε να είχε γίνει στη βάση πολιτικών κριτηρίων. Ή λες και η διακυβέρνηση έχει φτάσει σε τέτοια επίπεδα αποτελεσματικότητας και επιτυχίας, που καμιά κριτική δεν δικαιολογείται, εκτός κι αν αυτή εμφορείται από ευτελή κίνητρα ή προεκλογικές κορώνες.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Νίκος Χριστοδουλίδης και η κυβέρνηση αρνούνται να απαντήσουν επί σοβαρών ζητημάτων που τίθενται από την αντιπολίτευση ή την κοινωνία. Που με τη μεγαλύτερη ευκολία απαξιώνουν την κριτική, εντάσσοντας την στο πλαίσιο του προεκλογικού, ενόψει βουλευτικών ή του ευτελούς. Αντίθετα, η επιμονή τους να μην απαντούν για αστοχίες, μεγάλες αποτυχίες και τεράστια σκάνδαλα, πάει να καταστεί ο κανόνας. Ίδια ήταν η πολιτική αντίδραση του Νίκου Χριστοδουλίδη όταν δεχόταν επικρίσεις για τις θανατηφόρες πυρκαγιές. Ίδια και όταν διέρρευσε το Videogate που έφερε άτομα του στενού του κύκλου να ζητούν από «επενδυτές» μαύρο χρήμα με αντάλλαγμα την προσοχή του Προέδρου. Απαξίωνε την όποια παρέμβαση και έθετε όρια και προϋποθέσεις στον έλεγχο ακόμα και σε έκδηλες αποτυχίες. Ωσάν και η κυβέρνηση να είναι υπεράνω κριτικής, υπεράνω του υπόλοιπου πολιτικού συστήματος. Δεν αναγνωρίζει καν το δικαίωμα της αντιπολίτευσης να κρίνει το έργο της. Πόσο μάλλον την ευθύνη της να λογοδοτεί.
Αυτό που πρέπει να αντιληφθεί όμως ο Νίκος Χριστοδουλίδης, είναι πως δεν εναπόκειται στον ίδιο να αποφασίζει ποια είναι η ουσία. Ποια κριτική είναι ειλικρινής και θεμιτή και άρα οφείλει η κυβέρνηση να απαντά και ποια είναι ανούσια ή αποτέλεσμα προεκλογικού οίστρου και άρα να απαξιώνεται. Να προτάσσει την ασυδοσία ως πολιτικό κεκτημένο. Όπως δεν είναι δουλειά του να λειτουργεί ως κριτής του τι θα πρέπει να γίνεται κομμάτι της δημόσιας συζήτησης και τι όχι. Και να παρουσιάζεται υπεράνω κριτικής και ελέγχου. Διότι σε μια δημοκρατία οι επιλογές και δράσεις της κυβέρνησης οφείλουν να είναι στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου. Και είναι απόλυτα αναγκαίο να τυγχάνουν ελέγχου.
Η επιμονή της κυβέρνησης να προσδίδει σε οποιαδήποτε κριτική, πολιτική σκοπιμότητα και προσπάθεια υπονόμευσης, αρνούμενη επί της ουσίας να απαντήσει, δεν δείχνει απλά την αντίληψη της για τις πραγματικότητες. Κυρίως δείχνει την αντίληψη της για τη δημοκρατία. Μια κυβέρνηση που όχι μόνο θεωρεί, αλλά συμπεριφέρεται ως να είναι υπεράνω κριτικής. Καμιά όμως κυβέρνηση δεν μπορεί να είναι ή να συμπεριφέρεται ως να είναι υπεράνω κριτικής. Διότι όταν μια κυβέρνηση παρουσιάζεται υπεράνω κριτικής, καθίσταται ανεξέλεγκτη. Κι όταν είναι ανεξέλεγκτη γίνεται απόλυτα επικίνδυνη.






