Μετά την πρωταπριλιά του 1955 στην Κύπρο η πρώτη μέρα του τέταρτου μήνα του χρόνου απέκτησε μια ιερότητα. Παρά ταύτα δεν έχασε ποτέ και την άλλη της ιδιότητα, εκείνη που λέγονται αυτή τη μέρα ψέματα και σκηνοθετούνται φάρσες. Αυτά που γίνονται τις τελευταίες τρεις μέρες, μετά τη δημοσιοποίηση από τον Μακάριο Δρουσιώτη κάποιων καταγγελιών για πολύ σοβαρά θέματα, επιβεβαιώνουν αυτό που πρόσφατα υποστήριξα. Για να φρεσκάρω τη μνήμη μας, υποστήριξα ότι «ζούμε μια παρατεταμένη πρωταπριλιάτικη φάρσα. Οι ομιλίες στη Βουλή, οι τηλεοπτικές ασυναρτησίες και οι αναρτήσεις στα ΜΚΔ επιβαρύνουν την κατάσταση. Γνωρίζαμε, ότι η χώρα μετατρεπόταν σε φρενοκομείο. Τώρα φαίνεται ότι τρόφιμοι κατέλαβαν το γραφείο της διεύθυνσης. Η παράνοια τσακίζει τη λογική, επιτρέποντας στο καταφανώς εσφαλμένο, να καθιερώνεται σαν απολύτως ορθό. Αντί να παλεύουμε για το επιπλέον, παλεύουμε για το αυτονόητο. Δεν είναι η καταστροφή του ’74 που τα γέννησε όλα αυτά. Ο εθισμός στον παραλογισμό είναι που προκάλεσε την κατάρρευση. Κι αντί να χτυπάμε τη ρίζα του κακού, παλεύουμε να φυλαχτούμε από τους καρπούς του. Η λύση δεν θα έρθει από μια μαγική «αριστερή» ή «δεξιά» συνταγή. Ούτε και από κάποιο «αδιάφθορο» σωτήρα. Χρειάζεται μια μοναδική αλλαγή. Η απελευθέρωση από τα δεσμά της παράνοιας. Είναι τούτο εύκολο εγχείρημα; Όχι. Η απελευθέρωση από τη σκλαβιά απαιτεί πάντα αιματηρές θυσίες. Η απελευθέρωση από τα πάθη απαιτεί σκληρό αγώνα. Μετά τη σύντομη αυτή εισαγωγή, ας δούμε τα πράγματα χωρίς τους παραμορφωτικούς φακούς της προκατάληψης.
Οι καταγγελίες Δρουσιώτη
Ο Μακάριος Δρουσιώτης εδώ και πολλά χρόνια ασχολείται με την ερευνητική δημοσιογραφία. Ο καθένας από τους αναγνώστες του μπορεί να έχει άποψη για το επίπεδο της δουλειάς του, αλλά κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί, ότι δεν προσπαθεί να τεκμηριώσει, όσο βεβαίως οι περιστάσεις του επιτρέπουν, αυτά που γράφει. Συνεπώς, οι πρόσφατοι ισχυρισμοί του δεν μπορούν να αγνοηθούν από κανένα και ειδικά από την Αστυνομία, η οποία έχει εκ του νόμου την ευθύνη διερεύνησης ποινικών αδικημάτων. Βεβαίως η Αστυνομία δεν μπορεί και θα ήταν γελοίο, να αρχίσει να διερευνά κουτσομπολιά. Όταν όμως ένας γνωστός δημοσιογράφος διατυπώνει δημόσια ισχυρισμούς, για τη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων, η Αστυνομία - έχω την άποψη - οφείλει, να κινηθεί τάχιστα για τη διερεύνηση των ισχυρισμών. Η διστακτικότητα και οι δηλώσεις της μορφής «να δώσει στοιχεία ο Μακάριος», στέλνουν λανθασμένα μηνύματα. Το μήνυμα που περνά η πολιτεία με τέτοιες δηλώσεις, είναι ότι θα «κουκουλωθεί» η υπόθεση.
Όλοι διεφθαρμένοι
Βεβαίως και οι δηλώσεις της μορφής «δεν εμπιστεύομαι» την Αστυνομία, είναι εξίσου βλαβερές και συμβάλουν στη συντήρηση του κλίματος, ότι όλοι είναι διεφθαρμένοι, το οποίο συνιστά συνταγή καταστροφής για τον τόπο. Σαν δικηγόρος, που ασχολούμαι συστηματικά με σοβαρές ποινικές υποθέσεις, συναντώ καθημερινά στα δικαστήρια αξιωματικούς, λοχίες και απλούς αστυνομικούς τίμιους, φιλότιμους και που κάνουν πολύ καλά τη δουλειά τους. Άλλωστε, αν όλοι ήσαν διεφθαρμένοι, δεν θα οδηγούνταν τόσο και τόσοι επώνυμοι στα δικαστήρια. Δυστυχώς ο παραλογισμός δεν μας αφήνει να δούμε αυτή την πραγματικότητα. Αν βλέπαμε τα πράγματα χωρίς τα δεσμά της παράνοιας, θα διαπιστώναμε το πρόβλημα, ότι δεν είναι οι διεφθαρμένοι αστυνομικοί, που σίγουρα υπάρχουν, αλλά κάτι βαθύτερο.
Καλό και κακό
Ο μεγαλύτερος φιλόσοφος όλων των εποχών, ο Αριστοτέλης, υποστήριζε ότι η ευδαιμονία επιτυγχάνεται στη ζωή των ανθρώπων, που αντιλαμβάνονται τη διαφορά μεταξύ καλού και κακού. Πώς μαθαίνουν οι νέοι άνθρωποι να ξεχωρίζουν το καλό από το κακό; Οι γονείς τους πρώτα και οι δάσκαλοι τους στη συνέχεια επιβραβεύουν τους νέους, όταν πράττουν το καλό και τους επιπλήττουν, όταν πράττουν το κακό. Έτσι οι νέοι γνωρίζουν τις δύο έννοιες και μαθαίνουν να ακολουθούν την πρώτη. Όταν ενηλικιωθούν και γίνουν πολίτες, ξέρουν να σταθμίζουν το καλό και το κακό. Μια κοινωνία με τέτοιους πολίτες έχει κάθε λόγο να ευημερήσει, ανεξάρτητα από το ποιος την κυβερνά.
Η μετά την εισβολή Κύπρος
Αντίθετα με αυτά, η μετά την εισβολή Κύπρος δεν έμαθε να επιβραβεύει το καλό και να τιμωρεί το κακό. Εκείνοι που ακολουθούν το κακό μένουν ατιμώρητοι. Και όσοι μένουν πιστοί στο καλό ξεπερνιούνται από αυτούς «....που τρίζουν κι ακονίζουν τα σαγόνια, πηδούν και τρέχουν και σε φτάνουν στα μισά», κατά τον διδακτικό στίχο του αξέχαστου Μάνου Ελευθερίου. Ο διαρκής εθισμός στην αναξιοκρατία και την ατιμωρησία συγχέει τις έννοιες «καλό» και «κακό», καθιστώντας τελικώς αδύνατη τη μεταξύ τους διάκριση. Εδώ λοιπόν εντοπίζεται η αιτία της γενικότερης κρίσης. Το πρόβλημα, δηλαδή, δεν δημιουργήθηκε εξαιτίας της κακής διαχείρισης κάποιων υποθέσεων από την Αστυνομία ή τη Νομική Υπηρεσία ή εξαιτίας κάποιων διορισμών, αλλά εξαιτίας της κρίσης αξίων, συνέπεια της οποίας είναι και η κακή διαχείριση.
Ο νόμος στην Κύπρο
Ο νόμος, στον κυπριακό πολιτισμό, θεωρητικά είναι μια ορθολογική απόφαση, που έχει σκοπό να προφυλάξει το δημόσιο συμφέρον. Όπως έλεγαν οι Διαφωτιστές, ο πολίτης γίνεται δούλος του νόμου, για να μην υποδουλωθεί στον άνθρωπο, στον κάθε τραμπούκο, που θέλει να επιβάλλει την επιθυμία του ως καθολική αρχή. Σίγουρα δεν είναι όλοι οι νόμοι πετυχημένοι, εύστοχοι ή δίκαιοι, αλλά σε γενικές γραμμές υποτίθεται, ότι προς τα εκεί κατατείνουν. Ο Κύπριος όμως δεν αντιλαμβάνεται τον νόμο με αυτόν τον τρόπο. Θεωρεί, ότι ο νόμος είτε είναι ανόητος είτε εκφράζει τα συμφέροντα των ισχυρών, που έχουν πρόσβαση στη νομοθετική εξουσία. Διαπιστώνει, ότι η τήρηση του είναι πρακτικά εθελοντική. Αυτός που δεν τηρεί το νόμο, συχνά, δεν παθαίνει τίποτε. Έτσι λοιπόν καθένας παρανομεί, όπου τον παίρνει να παρανομήσει. Κι αν τύχει και πιαστεί, διαμαρτύρεται ότι την ίδια παρανομία έκανε κι άλλος και δεν τιμωρήθηκε. Αυτός είναι ο φαύλος κύκλος του εθισμού στην ανομία.
Κοινωνία και νόμοι
Όταν ένα μέλος της κοινωνίας δεν τηρεί τους νόμους, δεν κάνει αυτό που τα άλλα μέλη του κοινωνικού συνόλου περιμένουν να κάνει. Ας σκεφτούμε την κοινωνία σαν έναν ανθρώπινο οργανισμό, όπου ο καθένας μας αποτελεί ένα μέρος του. Το χέρι περιμένει από το μάτι να δει, από το πόδι να περπατήσει και από τη γλώσσα να μιλήσει. Αν το χέρι, το μάτι, το πόδι και η γλώσσα πάψουν να κάνουν αυτό που περιμένουμε να κάνουν, τότε ο οργανισμός παραλύει.
Ατομική ευθύνη
Έτσι και στην κοινωνία, όταν αρνούμαστε να παράγουμε το έργο, που οι άλλοι περιμένουν από εμάς, με το αιτιολογικό πως και οι άλλοι δεν παράγουν, χωρίς να υφίστανται συνέπειες, η κοινωνία παραλύει. Το ζήτημα είναι η ατομική υπευθυνότητα και η εύκολη παραβατικότητα, όχι από κοινωνικές ομάδες που επαναστατούν ενάντια στην εξουσία ή από οργανωμένες εγκληματικές οργανώσεις ή από επώνυμους, που εκμεταλλεύονται το κύρος τους, αλλά από πολίτες που ζητούν τα καλά δύο κόσμων: και την απόλαυση των αγαθών που προσφέρει η οργανωμένη πολιτεία και την απαλλαγή από τις υποχρεώσεις προς την πολιτεία. Οι ευθύνες της κρίσης δεν ισομοιράζονται σε όλους. Αλλά, αντίθετα με όσα εύκολα διαλαλούνται, δεν ευθύνεται μόνο η πολιτεία. Ευθύνες αναλογούν και στην κοινωνία. Χωρίς τη μεγάλη συμμετοχή της κοινωνίας δεν θα παρατηρούσαμε την καθολική εξάπλωση της ανομίας. Ωστόσο η πρώτη ευθύνη βαρύνει την πολιτεία, γιατί αυτή είναι επιφορτισμένη με τον ρόλο της σύλληψης και τιμωρίας των παρανομούντων. Η πολιτεία ευθύνεται για την ηθική διάβρωση της κοινωνίας. Πώς φτάσαμε στο σημείο, όπου συμπολίτες μας που δεν είναι απατεώνες ή παλιάνθρωποι, να υιοθετούν παραβατικές συμπεριφορές, που σε άλλες χώρες θεωρούνται αδιανόητες για τον «μέσο» άνθρωπο; Περί τούτου όμως στο επόμενο, λόγω χώρου.







