Πρόβλημα στη συνεργασία μεταξύ πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας φροντίδας υγείας αναδεικνύει η ΟΣΑΚ, με τον πρόεδρό της, Πάμπο Παπαδόπουλο, να μεταφέρει τις ανησυχίες προσωπικών ιατρών που συμμετέχουν στην Επιστημονική Συμβουλευτική Επιτροπή της Οργάνωσης.
Όπως ανέφερε ο κ. Παπαδόπουλος, ενώ οι προσωπικοί ιατροί υποχρεούνται να τεκμηριώνουν την αιτιολογία κάθε παραπομπής προς ειδικό γιατρό, η ανατροφοδότηση που λαμβάνουν συχνά είναι περιορισμένη ή και ανύπαρκτη. Αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, δυσχεραίνει τη συνέχεια της φροντίδας και δημιουργεί πρακτικά προβλήματα στη διαχείριση των ασθενών.
Ο πρόεδρος της ΟΣΑΚ σημείωσε ότι στην καθημερινή πρακτική παρατηρείται συχνά το φαινόμενο οι ασθενείς να μεταφέρουν προφορικά οδηγίες από ειδικούς γιατρούς προς τους προσωπικούς ιατρούς. Ενδεικτικά, όπως είπε, ασθενείς ενημερώνουν τον προσωπικό τους ιατρό ότι ο ειδικός τούς είπε «να επαναλάβουν συγκεκριμένες εξετάσεις», «να επανεκτιμηθούν σε έξι μήνες» ή «να παραπεμφθούν ξανά για συγκεκριμένο έλεγχο», χωρίς όμως οι οδηγίες αυτές να καταγράφονται επαρκώς στις κλινικές σημειώσεις.
Ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τον κ. Παπαδόπουλο, ο προσωπικός ιατρός καλείται να βασιστεί αποκλειστικά στην περιγραφή του ασθενούς για να λάβει αποφάσεις σχετικά με τη μετέπειτα διαχείρισή του. Η απουσία ουσιαστικής κλινικής τεκμηρίωσης, πρόσθεσε, δεν επιτρέπει στον προσωπικό ιατρό να γνωρίζει ποια ήταν τα ευρήματα της αξιολόγησης από τον ειδικό, ποιο ήταν το σκεπτικό του και ποιο είναι το προτεινόμενο πλάνο παρακολούθησης ή θεραπείας.
Κατά την ΟΣΑΚ, το ζήτημα δεν είναι τυπικό ή γραφειοκρατικό αλλά άμεσα συνδεδεμένο με την ποιότητα και την ασφάλεια της φροντίδας. Όταν δεν υπάρχει σαφής και τεκμηριωμένη ενημέρωση από τον ειδικό προς τον προσωπικό ιατρό, ο ασθενής μετατρέπεται στην πράξη σε ενδιάμεσο κρίκο επικοινωνίας ανάμεσα στα δύο επίπεδα φροντίδας, με κίνδυνο να μεταφερθούν ελλιπείς ή ανακριβείς πληροφορίες.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο κ. Παπαδόπουλος, επηρεάζει και τη συνέχεια της παρακολούθησης, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις χρόνιων ασθενών ή ασθενών που χρειάζονται επαναξιολόγηση. Χωρίς ολοκληρωμένες κλινικές σημειώσεις, ο προσωπικός ιατρός δυσκολεύεται να γνωρίζει αν πρέπει να ανανεώσει θεραπεία, να ζητήσει εξετάσεις ή να παραπέμψει ξανά τον ασθενή σε ειδικό.
Περιορισμοί φορτώνουν το Σύστημα
Η ΟΣΑΚ συνδέει το ζήτημα αυτό με τις ευρύτερες στρεβλώσεις που, όπως υποστηρίζει, έχουν δημιουργηθεί στην πρακτική εφαρμογή του ΓεΣΥ. Ο κ. Παπαδόπουλος ανέφερε ότι, με την πάροδο των χρόνων, οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν στους προσωπικούς ιατρούς σε θέματα συνταγογράφησης, παραπομπών και διαγνωστικών εξετάσεων έχουν αυξηθεί, προκαλώντας αχρείαστη κινητικότητα στο Σύστημα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, υφιστάμενοι περιορισμοί στη συνταγογράφηση συγκεκριμένων φαρμάκων από τους προσωπικούς ιατρούς οδηγούν σε παραπομπές προς ειδικούς γιατρούς αποκλειστικά για σκοπούς συνταγογράφησης, επιβαρύνοντας τις λίστες αναμονής και καθυστερώντας την πρόσβαση ασθενών που χρειάζονται πραγματικά εξειδικευμένη φροντίδα.
Ως παραδείγματα ανέφερε την αδυναμία συνταγογράφησης συγκεκριμένων θεραπειών για τη Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια, καθώς και τρυπτανών για την ημικρανία, γεγονός που, όπως υποστήριξε, οδηγεί ασθενείς σε πνευμονολόγους και νευρολόγους χωρίς να υπάρχει πάντοτε ουσιαστική ανάγκη εξειδικευμένης αξιολόγησης.
Η ΟΣΑΚ ζητά δημιουργία τεκμηριωμένων πρωτοκόλλων αντί οριζόντιων απαγορεύσεων, καθώς και αναθεώρηση περιορισμών που, κατά τον κ. Παπαδόπουλο, ταλαιπωρούν ασθενείς και γιατρούς και επιβαρύνουν το ίδιο το Σύστημα. Όπως τόνισε, η Οργάνωση δεν ζητά ανεξέλεγκτη λειτουργία αλλά στοχευμένη αναθεώρηση εκείνων των κανόνων που δεν εξυπηρετούν πλέον ούτε τον ασθενή ούτε το ΓεΣΥ.







