Για περισσότερο από μισό αιώνα, η συζήτηση για το Κυπριακό περιστρέφεται γύρω από τις ίδιες έννοιες: ομοσπονδία, δύο κράτη, πολιτική ισότητα, εγγυήσεις, εδαφικό, περιουσιακό και εκ περιτροπής Προεδρία. Όλα αυτά παραμένουν σημαντικά. Ο πραγματικός κίνδυνος όμως είναι να συνεχίσουμε να εξετάζουμε το πρόβλημα αποκλειστικά μέσα από την εσωτερική δυναμική της Κύπρου, παραβλέποντας ότι ο κόσμος γύρω από το νησί έχει αλλάξει ριζικά.
Η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας αναδιαμορφώνεται, οι στρατηγικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο μεταβάλλονται, η γεωπολιτική βαρύτητα της Τουρκίας αυξάνεται, ενώ νέα ενεργειακά δίκτυα και εμπορικοί διάδρομοι επαναχαράσσουν τον χάρτη της περιοχής. Παρά το γεγονός ότι η Κύπρος βρίσκεται στο επίκεντρο αυτών των εξελίξεων, μεγάλο μέρος της πολιτικής συζήτησης στο νησί εξακολουθεί να βασίζεται σε αντιλήψεις που διαμορφώθηκαν πριν από δεκαετίες.
Ίσως αυτό να αποτελεί το σημαντικότερο νοητικό εμπόδιο στην προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού. Τόσο οι Τουρκοκύπριοι όσο και οι Ελληνοκύπριοι συχνά θεωρούν ότι οι δικές τους προτεραιότητες, ιστορικές εμπειρίες και εσωτερικές πολιτικές συζητήσεις απασχολούν με τον ίδιο τρόπο τη διεθνή κοινότητα. Σαν η Ουάσινγκτον, οι Βρυξέλλες, το Λονδίνο, η Άγκυρα και τα Ηνωμένα Έθνη να ξεκινούν κάθε ημέρα έχοντας ως κύριο μέλημά τους την Κύπρο.
Το διεθνές σύστημα, ωστόσο, δεν αντιμετώπιζε ποτέ το Κυπριακό αποκλειστικά από τη σκοπιά των Κυπρίων. Σήμερα το κάνει ακόμη λιγότερο. Η Ευρώπη προσπαθεί να καλύψει το κενό ασφαλείας που προέκυψε μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αξιολογούν τον ανταγωνισμό με την Κίνα με βάση τις θαλάσσιες οδούς, τις κρίσιμες τεχνολογίες και τις αλυσίδες εφοδιασμού. Παράλληλα, επανεξετάζονται η ενεργειακή ασφάλεια, οι θαλάσσιες ζώνες και οι κρίσιμες υποδομές της Ανατολικής Μεσογείου.
Οι νέοι μεταφορικοί διάδρομοι από τη Μαύρη Θάλασσα έως το Σουέζ, από τον Καύκασο έως τον Κόλπο και τον Ινδικό Ωκεανό, δεν αποτελούν απομονωμένα έργα. Ο Μεσαίος Διάδρομος, ο Δρόμος Ανάπτυξης του Ιράκ, ο Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης, τα ενεργειακά σχέδια στην Ανατολική Μεσόγειο και η νέα αμυντική δομή της Ευρώπης είναι διαφορετικά τμήματα του ίδιου γεωπολιτικού μετασχηματισμού.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αλλάζει και η στρατηγική σημασία της Κύπρου. Η αξία του νησιού δεν προερχόταν ποτέ μόνο από το μέγεθος, τον πληθυσμό ή τους φυσικούς του πόρους αλλά κυρίως από τη γεωγραφική του θέση. Η γεωγραφία παραμένει σταθερή αλλά η σημασία που της αποδίδεται μεταβάλλεται. Άλλη ήταν η Κύπρος του Ψυχρού Πολέμου, άλλη η Κύπρος μετά το 1974 και άλλη η Κύπρος κατά τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σήμερα, το νησί βρίσκεται στο σημείο όπου διασταυρώνονται η ευρωπαϊκή ασφάλεια, η αυξανόμενη περιφερειακή επιρροή της Τουρκίας, η ενεργειακή εξίσωση της Ανατολικής Μεσογείου και οι νέοι εμπορικοί δρόμοι που συνδέουν την Ασία με την Ευρώπη. Επομένως, η Κύπρος δεν είναι πλέον απλώς μια ανεπίλυτη πολιτική διαφορά αλλά ένας σημαντικός παράγοντας μιας νέας περιφερειακής τάξης.
Η αυξανόμενη βαρύτητα της Τουρκίας
Η σημαντικότερη εξέλιξη που επηρεάζει τη στρατηγική θέση της Κύπρου δεν συντελείται στο ίδιο το νησί αλλά γύρω από αυτό. Η Άγκυρα δεν περιορίζεται πλέον στον ρόλο μιας χώρας που αντιδρά στις περιφερειακές κρίσεις. Επιδιώκει να διαμορφώσει τη νέα τάξη πραγμάτων, μετατρέποντας την Τουρκία σε απαραίτητο ενεργειακό, μεταφορικό και εφοδιαστικό κόμβο της Ευρασίας.
Ο Δρόμος Ανάπτυξης του Ιράκ, ο Μεσαίος Διάδρομος από την Κίνα προς την Ευρώπη, οι πιθανές διαδρομές μέσω Συρίας, οι συνδέσεις στον Νότιο Καύκασο και τα δίκτυα μεταξύ Μαύρης Θάλασσας και Ανατολικής Μεσογείου αποτελούν τμήματα αυτής της στρατηγικής.
Η Ανατολική Μεσόγειος δεν θεωρείται πλέον μόνο περιοχή ενεργειακών αποθεμάτων. Μετατρέπεται σε ευρύτερη γεωστρατηγική ζώνη, όπου συναντώνται οι προσπάθειες της Ευρώπης να περιορίσει την εξάρτησή της από τη Ρωσία, οι εμπορικές διαδρομές Ασίας–Ευρώπης, η θαλάσσια ασφάλεια και οι κρίσιμες υποδομές.
Σε αυτό το πλαίσιο, το μέλλον της Κύπρου δεν μπορεί να περιοριστεί στο ερώτημα ποιο μοντέλο διακυβέρνησης θα αποδεχθούν οι δύο κοινότητες. Το βασικό ζήτημα είναι ποια θέση θα έχει το νησί στη νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική.
Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία επιτάχυνε και την αλλαγή της ευρωπαϊκής αντίληψης για την Τουρκία. Όσοι θεωρούσαν ότι η Άγκυρα μπορούσε να αποκλειστεί από την ευρωπαϊκή ασφάλεια αναγνωρίζουν πλέον ότι αυτό δεν είναι ρεαλιστικό. Μια αρχιτεκτονική ασφαλείας χωρίς την Τουρκία, η οποία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ και σημαντική στρατιωτική και διπλωματική παρουσία από τη Μαύρη Θάλασσα έως τη Μέση Ανατολή, δύσκολα μπορεί να είναι βιώσιμη.
Οι κινήσεις Ουάσινγκτον και Βρυξελλών
Οι πρόσφατες διπλωματικές εξελίξεις πρέπει να εξεταστούν ως μέρη μιας ευρύτερης εικόνας. Η αμερικανική πρωτοβουλία για τη δημιουργία Κέντρου Ενέργειας της Ανατολικής Μεσογείου, η ταυτόχρονη παρουσία τριών ανώτερων Ευρωπαίων αξιωματούχων στην Άγκυρα, η κοινή στήριξη Τουρκίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης στην πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για την Κύπρο και η χρονική σύνδεσή τους με τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ δεν αποτελούν άσχετα γεγονότα.
Το αμερικανικό σχέδιο δεν αφορά μόνο το φυσικό αέριο και τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις. Περιλαμβάνει την προστασία κρίσιμων υποδομών, την κυβερνοασφάλεια, τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης στην ενεργειακή διαχείριση, τα λιμάνια, τις θαλάσσιες μεταφορές και τις νέες τεχνολογίες. Η πιθανότητα συμμετοχής νέων χωρών υποδεικνύει ότι και στην Ουάσινγκτον ενισχύεται η άποψη πως μια περιφερειακή αρχιτεκτονική που αποκλείει την Τουρκία δεν είναι βιώσιμη.
Παράλληλα, οι Βρυξέλλες προσπαθούν να επαναπροσδιορίσουν τις σχέσεις τους με την Άγκυρα, συνδέοντας την εξωτερική πολιτική, την άμυνα, τη μετανάστευση, την οικονομία και τη διεύρυνση. Η κοινή αναφορά ΕΕ και Τουρκίας στην πρωτοβουλία του Αντόνιο Γκουτέρες για το Κυπριακό δείχνει ότι οι δύο πλευρές συγκλίνουν τουλάχιστον στη διαπίστωση ότι το σημερινό στάτους κβο δεν είναι βιώσιμο.
Το μήνυμα της Ολγκίν
Η προσωπική απεσταλμένη του Γενικού Γραμματέα, Μαρία Άνχελα Ολγκίν, μίλησε για μια «ιστορική ευκαιρία». Σημαντικότερη, όμως, ήταν η επισήμανσή της ότι οι πραγματικότητες στο νησί έχουν αλλάξει ουσιαστικά κατά την τελευταία δεκαετία.
Η θέση αυτή υποδηλώνει ότι δεν αρκεί πλέον η απλή επιστροφή στις παραμέτρους προηγούμενων διαπραγματεύσεων. Ούτε οι συνθήκες του 2004 ούτε το πολιτικό περιβάλλον του 2017 παραμένουν αμετάβλητα. Μετά το Κραν Μοντανά, άλλωστε, ο Γκουτέρες είχε τονίσει ότι «αυτή τη φορά πρέπει να είναι διαφορετικά», αναγνωρίζοντας πως οι ίδιες μέθοδοι δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποτέλεσμα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η σύνδεση της ασφάλειας με την ευημερία. Μια λύση που δεν λαμβάνει υπόψη τις ανησυχίες ασφαλείας των Τουρκοκυπρίων δύσκολα θα είναι βιώσιμη. Το ίδιο ισχύει για μια κατάσταση στην οποία συνεχίζονται η διεθνής απομόνωση, οι περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες και η αποσύνδεση των νέων από τον υπόλοιπο κόσμο.
Πρώτα συνεργασία, μετά σύνταγμα
Η ανάλυση προτείνει αλλαγή μεθόδου: αντί η συζήτηση να ξεκινά και να τελειώνει στα συνταγματικά μοντέλα, θα μπορούσαν πρώτα να δημιουργηθούν κοινά συμφέροντα και αλληλεξαρτήσεις.
Κοινά έργα μπορούν να αναπτυχθούν στην ενέργεια, στα ηλεκτρικά δίκτυα, στη διαχείριση του νερού, στην προστασία του περιβάλλοντος, στις ψηφιακές υποδομές, στα λιμάνια, στις μεταφορές, στον τουρισμό και στο εμπόριο. Αυτά δεν αντικαθιστούν την πολιτική λύση αλλά δημιουργούν το έδαφος για να μπορέσει να επιβιώσει.
Στο ίδιο πλαίσιο μπορούν να εξεταστούν η αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης Τουρκίας–ΕΕ, η απελευθέρωση θεωρήσεων και η συμμετοχή της Τουρκίας στις ευρωπαϊκές δομές άμυνας, παράλληλα με μέτρα που θα ενισχύουν τις διεθνείς επαφές και την οικονομική ανάπτυξη της τουρκοκυπριακής κοινότητας.
Τα διδάγματα και το κόστος του στάτους κβο
Από τη διαδικασία του Σχεδίου Ανάν προκύπτει ότι στις διεθνείς διαπραγματεύσεις δεν αρκεί να έχει κάποιος δίκαιο. Απαιτούνται σωστή στρατηγική, χρονισμός, πολιτική βούληση και ουσιαστική ανάληψη της διαδικασίας. Η ανάλυση υποστηρίζει ότι η σύνδεση της λύσης με την ευρωπαϊκή ένταξη χάθηκε, επιτρέποντας στην ελληνοκυπριακή πλευρά να απορρίψει το σχέδιο χωρίς να χάσει την ένταξη, ενώ οι Τουρκοκύπριοι δεν έλαβαν τα ανοίγματα που περίμεναν.
Την ίδια στιγμή, η διατήρηση του στάτους κβο αποτελεί και αυτή ενεργή επιλογή, με πολιτικό, οικονομικό και στρατηγικό κόστος. Ακόμη και αν η Κύπρος παραμένει ακίνητη, ο κόσμος γύρω της αλλάζει.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο «ομοσπονδία ή δύο κράτη;». Είναι ποιον ρόλο θα αναλάβει η Κύπρος στη νέα διεθνή τάξη. Θα παραμείνει μια γραμμή αντιπαράθεσης ή θα μετατραπεί σε στρατηγικό κόμβο μεταξύ Τουρκίας και Ευρώπης, παράγοντας ασφάλεια, ενέργεια, εμπόριο και κοινή ευημερία;
Η Κύπρος δεν είναι πλέον μόνο η Κύπρος. Είναι τμήμα της ευρωπαϊκής ασφάλειας, της γεωπολιτικής πορείας της Τουρκίας και της ενεργειακής και μεταφορικής εξίσωσης της Ανατολικής Μεσογείου. Όσοι αντιληφθούν πρώτοι αυτή τη μεταβολή θα έχουν το πλεονέκτημα τόσο στις σημερινές διαπραγματεύσεις όσο και στην αυριανή περιφερειακή τάξη.






