Του Μηνά Στυλιανού*
Η ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας (ΚΔ), το 1960, αποτέλεσε ένα από τα κορυφαία γεγονότα της κυπριακής ιστορίας καθώς και τη μοναδική, έως σήμερα, συμφωνημένη λύση του κυπριακού προβλήματος. Η λειτουργία του κράτους δεν ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς: θεμελιωτές του ορίστηκαν άνθρωποι που ουδέποτε το πίστεψαν. Επόμενο ήταν αυτό να δυσλειτουργήσει, να μετατραπεί από δικοινοτικό σε ελληνοκυπριακό, με μεγάλο μέρος της τουρκοκυπριακής κοινότητας να αποκλειστεί ή να αυτοαποκλειστεί σε θύλακες-γκέτο όπως επέβαλλε ο τουρκοκυπριακός εθνικισμός.
Σε επιστολή που έστειλε στον Γρίβα, στις 20 Φεβρουαρίου 1959, ο τομεάρχης Λευκωσίας της ΕΟΚΑ και μετέπειτα πανίσχυρος υπουργός Εσωτερικών στην πρώτη κυβέρνηση Μακαρίου, Πολύκαρπος Γιωρκάτζης, ήταν αρκετά αποκαλυπτικός. Τάχθηκε με το μέρος του απορριπτικού, ως προς τις συνθήκες, Γρίβα, δηλώνοντας πως «ως στρατιώτης σας που είμαι θα σταθώ παρά το πλευρόν σας εις οιανδήποτε απόφασιν και εάν λάβετε». Συνεχίζοντας, εξήρε το στρατιωτικό επίπεδο της οργάνωσης, κατά την περίοδο αυτή, και επισήμανε πως «ανήκω εις την πλευράν την στρατιωτικήν και έτσι βλέπω την όλην κατάστασιν. Δεν είμαι πολιτικός και ούτε θέλω να αναμειχθώ στη χαώδη αυτή κατάστασιν, που η πολιτική μας ηγεσία εδημιούργησεν». Κλείνοντας, χαρακτήρισε «θλιβερά πράγματα» τα όσα συνέβησαν κατά την υπογραφή της συμφωνίας του Λονδίνου.
Φαίνεται πως ο Γιωρκάτζης πίστευε σε συνέχιση της δράσης της ΕΟΚΑ. Παρ’ όλα αυτά δεν ακολούθησε τον Γρίβα στην απόφασή του να αποστασιοποιηθεί μετά τη λήξη της. Δέχθηκε να υπουργοποιηθεί «στη χαώδη αυτή κατάστασιν» συνεχίζοντας, παράλληλα, τον αγώνα μέσω της παραστρατιωτικής Οργάνωσης Ακρίτας στην οποία είχε ηγετικό ρόλο μαζί με τον Τάσσο Παπαδόπουλο, τον Γλαύκο Κληρίδη και τον Νίκο Κόση. Μόνο που, πλέον, έπρεπε να δρα ως υπουργός ενός νεοσύστατου δικοινοτικού κράτους το οποίο πάσχιζε να βρει τα βήματά του, να εγκαθιδρύσει τη δημοκρατία και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στις σχέσεις των δύο κοινοτήτων. Ο Γιωρκάτζης ουδέποτε πίστεψε σε αυτά. Η δράση του απέρριπτε τη συνεργασία με τους Τουρκοκύπριους, καθώς ήθελε να επιβάλλει τις ενωτικές ελληνοκυπριακές θέσεις με τις οποίες είχε γαλουχηθεί κατά τη δραστηριοποίησή του στην ΕΟΚΑ.
Ο μετέπειτα υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων της πρώτης κυβέρνησης Μακαρίου Τάσσος Παπαδόπουλος - κορυφαίο στέλεχος της Πολιτικής Επιτροπής Κυπριακού Αγώνος (ΠΕΚΑ), πολιτικού οργάνου της ΕΟΚΑ - ήταν από αυτούς που καταψήφισαν τη Συμφωνία της Ζυρίχης στις 18 Φεβρουαρίου 1959. Παρ’ όλα αυτά δέχθηκε να υπουργοποιηθεί. Σε επιστολή του προς τον Γρίβα, λίγες ημέρες μετά, στις 26 Φεβρουαρίου 1959, έψεξε έντονα κάποια μέλη της τριανταπενταμελούς κυπριακής αντιπροσωπείας που βρέθηκε στο Λονδίνο, για τη μεταστροφή τους να αποδεχθούν τη συμφωνία (αναφέρονται οι Κληρίδης, Αιμιλιανίδης, Δέρβης, Χρυσαφίνης και Ιωάννου). Η πλήρως απορριπτική ως προς τη νέα συνθήκη επιστολή υπερασπίστηκε τον Μακάριο, του οποίου «αι χείρες ήσαν ήδη δεδεμέναι» στο Λονδίνο. Κλείνοντας, έδειξε και τον τότε τρόπο αντίληψής του για την πολιτική: «Η πολιτική δεν είναι ‘ρηγάκι’ και άπαξ και είπεν ένας κάτι, πρέπει να του αρνηθή κανείς το δικαίωμα να αλλάξη γνώμην, εάν αργότερον αντελήφθη ότι επρόκειτο περί λάθους και μάλιστα όταν πάντοτε έλεγεν ότι την τελευταίαν λέξιν θα είχεν ο Λαός;». Για να το συνδέσουμε και με τη μετέπειτα προεδρική του θητεία, ήταν εκείνος «ο Λαός» που τον έβγαλε από το αδιέξοδο το 2004, όταν καταψήφισε το Σχέδιο Ανάν μετά από ένα δακρύβρεχτο διάγγελμα, που, από ό,τι φαίνεται, έπαιξε μεγάλο ρόλο στη μοίρα της νήσου. Και τις δύο επιστολές μπορεί κάποιος να τις βρει στα Απομνημονεύματα του Γρίβα.
Εντός του κοινοβουλευτικού χώρου, κατά την περίοδο 1960-1963, η υποβάθμιση του τουρκοκυπριακού στοιχείου ήταν συνεχής. Ενδεικτικά, στην 39η συνεδρίαση, στις 6 Φεβρουαρίου 1961, ο βουλευτής Λευκωσίας Βάσος Λυσσαρίδης -ο οποίος όπως και ο Παπαδόπουλος είχε καταψηφίσει τη Συμφωνία της Ζυρίχης αλλά παρ’ όλα αυτά συμμετείχε στο δικοινοτικό κοινοβούλιο- χαρακτήρισε τους Τουρκοκύπριους «υπερτροφικά ατροφική μειονότητα» και τα κοινοβουλευτικά μέλη της φυγόμαχους που «είναι ευκολώτερον εις τας αγκάλας της Τουρκίας να ομιλούν δι’ υποθετικούς εθνικούς αγώνας, να επιδεικνύουν ψευδοπαληκαρισμόν και να προσπαθούν να εκφοβίζουν τον ελληνικόν κυπριακόν λαόν». Στο ίδιο μήκος κύματος στην 90η συνεδρίαση, στις 27 Νοεμβρίου 1961, ο βουλευτής Λευκωσίας Πέτρος Στυλιανού χαρακτήρισε, σε συζήτηση για το τελωνειακό δασμολόγιο, τους Τουρκοκύπριους «μειονότητα» αφαιρώντας, όπως και ο Λυσσαρίδης, το κοινοτικό status που τους είχε προσδώσει το συμφωνημένο Σύνταγμα.
Την ίδια χρονική περίοδο ο Μακάριος με δημόσιες εκφράσεις του συντηρούσε και αυτός ένα απορριπτικό και διαιρετικό πνεύμα. Ενδεικτικά, σε δηλώσεις του στο αεροδρόμιο του Λονδίνου, στις 9 Σεπτεμβρίου 1962, υποστήριζε πως «Η Κύπρος είναι εν νέον κράτος, ουχί νέον έθνος. Οι Έλληνες της Κύπρου σκέπτονται και αισθάνονται ως Έλληνες και οι Τούρκοι σκέπτονται και αισθάνονται ως Τούρκοι». Τέτοιου τύπου δηλώσεις απέκλειαν την οικοδόμηση κλίματος εμπιστοσύνης και δεν βοηθούσαν στην άρση της δικοινοτικής καχυποψίας.
Σχετικά με το ζήτημα των χωριστών δήμων, που αποτελούσε πρόνοια βάσει του Άρθρου 173 του Συντάγματος και φλέγον ζήτημα διαπραγμάτευσης σε επίπεδο κοινοτικών ηγεσιών, η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν συμφώνησε στη δημιουργία τους. Η καταψήφιση των ελληνοκυπρίων βουλευτών του «περί Παρατάσεως της Ισχύος των Περί Δήμων Νόμων Νόμος του 1962», στις 31 Δεκεμβρίου 1962, καθώς και οι άκαρπες τελικές συνομιλίες Μακαρίου-Κιουτσιούκ, την άνοιξη του 1963, ενταφίασαν κάθε προοπτική λύσης. Η παραίνεση του αντιπροέδρου της Βουλής Ορχάν Μουντερίσογλου: «αλλά, συνάδελφοι, εφ’ όσον είμεθα πρωτόπειροι εις την επιστήμην της πολιτικής, ας εφαρμόσωμεν αυτό το Σύνταγμα και την συμφωνίαν, την οποίαν και ημείς αι δύο πλευραί αλλά και αι εγγυήτριαι ακόμη δυνάμεις απεδέχθημεν προηγουμένως, να ίδωμεν τα αποτελέσματα και, εάν κατά την εφαρμογήν υπάρχη ανωμαλία, τότε να καθήσωμεν από κοινού και να συζητήσωμεν», δεν έπεισε κανέναν Ελληνοκύπριο συνάδελφό του. Η μονομερής κατάθεση των «δεκατριών σημείων», στις 30 Νοεμβρίου 1963, που μιλούσε για «Εγκαθίδρυση ενιαίων αντί χωριστών δήμων» (σημείο 6), επιβεβαίωσε την πλήρη απόρριψη του τουρκοκυπριακού αιτήματος για εφαρμογή της σημαντικής συνταγματικής αυτής υποχρέωσης.
Οι διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963-1964 οδήγησαν στην αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από όλα τα κρατικά όργανα -μια όψη του τουρκοκυπριακού απορριπτισμού προς τη νέα κρατική οντότητα- και τη θυλακοποίηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού τους. Στις 22 Ιουλίου του 1965 τρεις Τουρκοκύπριοι βουλευτές, οι Αχμέτ Μιτχάτ Μπερμπέρογλου, Ραματάν Τζεμίλ και Ουμίτ Σουλεϊμάν επισκέφθηκαν τον πρόεδρο της Βουλής Γλαύκο Κληρίδη. Σκοπός τους ήταν να του εκφράσουν την επιθυμία τους για επιστροφή των Τουρκοκύπριων βουλευτών σε συνεδρίαση του Κοινοβουλίου, σχετική με την ψήφιση δύο νομοσχεδίων που αφορούσαν εκλογικά ζητήματα. Βάσει του Άρθρου 78 Συντάγματος αυτά απαιτούσαν χωριστές πλειοψηφίες Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Τα πράγματα, όμως, είχαν αλλάξει αφού μετά την τουρκοκυπριακή αποχώρηση το κράτος από δικοινοτικό μετατρεπόταν σε ελληνοκυπριακό. Το αίτημα των τριών βουλευτών για επιστροφή, με πλήρη εφαρμογή του Συντάγματος του 1960, δεν έγινε αποδεκτό από τον Πρόεδρο Κληρίδη. Τους επισήμανε, μεταξύ άλλων, πως πλέον δεν υπήρχε χωριστή πλειοψηφία, όπως προνοούσε το Σύνταγμα για κάποια νομοσχέδια, και ακολουθούνταν η «ορθόδοξη διαδικασία» όπου οι ψήφοι καταμετρούνταν συνολικά. Εφόσον δεν αποδεχόντουσαν την υπάρχουσα κατάσταση θα τους απαγορευόταν η συμμετοχή στις εργασίες του Σώματος (βλ. εφ. Ο Αγών και Cyprus Mail της 23ης Ιουλίου 1965). Ήταν μια πράξη απόρριψης της επιθυμίας των Τουρκοκυπρίων -ή, κατά τη Χαραυγή, της «στασιαστικής τουρκοκυπριακής ηγεσίας»- για σταδιακή ομαλοποίηση της δικοινοτικής σχέσης και αποκατάστασης μιας κάποιας κοινοβουλευτικής τάξης.
Στις διακοινοτικές συνομιλίες του 1968 οι Τουρκοκύπριοι προέβησαν σε πολύ μεγάλες υποχωρήσεις. Ο τότε διαπραγματευτής Ραούφ Ντενκτάς αποδεχόταν σχεδόν όλα τα «δεκατρία σημεία» του Μακαρίου (κατάργηση βέτο αντιπροέδρου, κατάργηση του συστήματος χωριστών πλειοψηφιών στη Βουλή, ενοποίηση απονομής δικαιοσύνης, μείωση συμμετοχής των Τουρκοκυπρίων στις υπηρεσίες στο 20% κ.λπ.) με αντάλλαγμα κάποιο σύστημα τοπικής κοινοτικής αυτοδιοίκησης. Ο Ελληνοκύπριος διαπραγματευτής Κληρίδης συμφωνούσε να γίνουν αποδεκτές οι τουρκοκυπριακές θέσεις. Ο Μακάριος, όμως, αποφάσισε να ακολουθηθεί σκληρή γραμμή απορρίπτοντας την προσφορά. Υποστήριξε, μεταξύ άλλων, πως δεν θα έπρεπε να υπάρχει κανένα σύστημα τοπικής κοινοτικής αυτοδιοίκησης. Η συμφωνία, τελικά, ως προς το φλέγον αυτό ζήτημα ήρθε στις 13 Ιουλίου 1974, στην Αμμόχωστο, μεταξύ των δύο ειδικών εμπειρογνωμόνων επί συνταγματικών ζητημάτων Δεκλερή και Αλντικαστί. Έμενε η παρουσίαση του κειμένου τους στους διαπραγματευτές Ντενκτάς και Κληρίδη στις 16 του μηνός. Το ελληνικό πραξικόπημα στις 15 Ιουλίου και η τουρκική εισβολή στις 20 διέλυσαν τις ενδοκυπριακές συνομιλίες και τραυμάτισαν ανεπανόρθωτα την ΚΔ.
Ο ελληνοκυπριακός απορριπτισμός χαρακτηρίζει όλη την περίοδο πριν από την τουρκική εισβολή. Οι Ελληνοκύπριοι ως η κυρίαρχη πλειοψηφούσα κοινότητα θα μπορούσαν να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη εφαρμόζοντας το Σύνταγμα. Αρκετό από το πολιτικό προσωπικό, όμως, που επιστρατεύτηκε στην πρώτη σημαντική κυβέρνηση που θα έφερνε εις πέρας το «στήσιμο» του νέου κράτους, ουδέποτε πίστεψε σε αυτό. Ακόμη, το τεράστιο λάθος της φυγής των Τουρκοκυπρίων από όλα τα κρατικά όργανα, άφησε το πεδίο ελεύθερο για μετατροπή της Δημοκρατίας από δικοινοτική σε αμιγώς ελληνοκυπριακή. Οι Τουρκοκύπριοι, έπρεπε να μείνουν και να πολεμήσουν με πολιτικά μέσα και όχι να αυτοκαταστραφούν στη σκληρή, απομονωμένη πραγματικότητα των θυλάκων.
Ο ελληνοκυπριακός λαός της περιόδου εκείνης ποτέ δεν προέβη σε διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες για τη μη τήρηση των συμφωνηθέντων. Αυτό τον κατέστησε απαθή παρατηρητή της διάβρωσης της χώρας του, υπήκοο και παρακολούθημα μιας σκληρής μακαριακής ηγεσίας και όχι ενεργό πολίτη. Αποτυπώνοντας το κλίμα της εποχής ο υπέρμαχος της ένωσης, ψυχίατρος και ανθυποψήφιος του Μακαρίου το 1968, Τάκης Ευδόκας ανέφερε: «Από την πρώτη μέρα της άφιξης του Αρχιεπισκόπου, άρχισε η αμφιβολία, η δυσπιστία και η καχυποψία. Η νοοτροπία αυτή συνεχίστηκε, με κύριο πρωταγωνιστή τον πανίσχυρο υπουργό του Πολύκαρπο Γιωρκάτζη» (από το βιβλίο του «Εγώ είμαι η Κύπρος»).
Μέχρι σήμερα
Η ελληνοκυπριακή απορριπτική γραμμή της περιόδου εκείνης επιβιώνει ακόμη στις ημέρες μας. Το μεγαλύτερο μέρος του κυπριακού πολιτικού κόσμου καλλιεργεί την κουλτούρα της απόρριψης, με την οποία γαλουχεί και τον μέσο Κύπριο που είναι φοβικός και ανασφαλής ως προς την επανενοποίηση της Κύπρου. Μόνες εξαιρέσεις στη διαχρονική αυτή απορριπτική αποπνικτικότητα ήταν η προεδρία Βασιλείου και η δεύτερη προεδρία Κληρίδη που έφερε και το Σχέδιο Ανάν. Μετά το 1974 προτάθηκαν στην Κύπρο αρκετές συμφωνίες επίλυσης του Κυπριακού. Στο πλαίσιο ενός ουσιαστικού και ειλικρινούς διαλόγου θα μπορούσαμε να είχαμε αποδεχθεί κάποια από αυτές. Πιστοί στην παράδοση, τις απορρίψαμε όλες.
*ΜΑ Διεθνείς Σχέσεις και Ευρωπαϊκές Σπουδές ,stylminas@gmail.com






