Χωρίς να υποβαθμίζει τα θετικά στοιχεία του κυπριακού τραπεζικού συστήματος, ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας (ΚΤΚ), Χριστόδουλος Πατσαλίδης, αξιοποίησε την τοποθέτησή του στην ετήσια γενική συνέλευση του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου για να στείλει μήνυμα εγρήγορσης. Πρόσθετα έκανε γνωστό ότι η ΚΤΚ εξετάζει την ενεργοποίηση του σχηματισμού αποθέματος ασφαλείας για τον συστημικό κίνδυνο.
«Σήμερα», είπε, «ο κυπριακός τραπεζικός τομέας παρουσιάζει τα ισχυρότερα θεμελιώδη μεγέθη στην ιστορία του», υποδεικνύοντας ωστόσο ότι «οι μαύροι κύκνοι δεν προαναγγέλλουν την άφιξή τους. Δεν διαπραγματεύονται πότε, εάν και υπό ποιες συνθήκες θα εμφανιστούν. Αναδύονται ακριβώς εκεί όπου τους θεωρούμε δομικά αδύνατους. Και όταν εμφανίζονται, οι συνέπειές τους είναι, δυστυχώς, δυσανάλογα τεράστιες». Ακριβώς για αυτό, τόνισε, ο εφησυχασμός δεν μπορεί να αποτελεί επιλογή.
«Σε ένα περιβάλλον όπου το απρόβλεπτο δεν είναι εξαίρεση αλλά διαρκής πιθανότητα, οφείλουμε όλοι να πράττουμε με περίσκεψη, διορατικότητα και σωφροσύνη. Ιδίως όταν γνωρίζουμε ότι ορισμένα δομικά χαρακτηριστικά του κυπριακού τραπεζικού τομέα δύναται, υπό συνθήκες πίεσης, να ανάγουν έναν εξωτερικό κραδασμό σε εσωτερική ευαλωτότητα».
Αναφερόμενος στα δομικά αυτά στοιχεία, επεσήμανε τον βαθμό συγκέντρωσης στο τραπεζικό σύστημα ο οποίος είναι ο υψηλότερος στην ευρωζώνη, σημειώνοντας ότι αυτό επιφέρει ασφαλώς οφέλη στα πιστωτικά ιδρύματα αλλά και μια ασύμμετρη ευθύνη η οποία δεν θα πρέπει να παραβλέπεται ή να υποτιμάται από τα πιστωτικά ιδρύματα.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η ομοιογένεια στις πηγές εσόδων, στις επενδυτικές επιλογές και στις δομές χρηματοδότησης μπορεί να ενισχύσει τη συγχρονισμένη αντίδραση των τραπεζών σε αρνητικά σοκ, επιτείνοντας τις δυναμικές μετάδοσης κινδύνου. Επιπλέον, χαρακτηριστικά όπως η μεγάλη εξάρτηση από βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση, και συγκεκριμένα άμεσα προσβάσιμες καταθέσεις, δύνανται να λειτουργήσουν ως μηχανισμοί ενίσχυσης των συστημικών κινδύνων.
Η Κεντρική Τράπεζα, υπό την ιδιότητά της ως Μακροπροληπτική Αρχή, προσέθεσε, αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην αντιμετώπιση των διαρθρωτικών χαρακτηριστικών του τραπεζικού συστήματος, καθώς και στη διασφάλιση και περαιτέρω ενίσχυση της ανθεκτικότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων.
Το Απόθεμα Ασφαλείας για τον Συστημικό Κίνδυνο (Systemic Risk Buffer), σημείωσε, δεν αποτελεί μια τυπική ρυθμιστική πρόνοια κενού περιεχομένου αλλά κρίσιμο και ουσιαστικό μακροπροληπτικό εργαλείο, σχεδιασμένο να ενισχύει την ικανότητα του συστήματος να απορροφά πιέσεις, να περιορίζει τη μετάδοση κραδασμών και να θωρακίζει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Και για αυτό ακριβώς, πρόσθεσε, η Κεντρική Τράπεζα ήδη εξετάζει την ενεργοποίησή του.
«Βάσει αυτής της λογικής, και πέραν του ήδη ισχύοντος κεφαλαιακού αποθέματος για τα συστημικά σημαντικά ιδρύματα (O-SII buffer), επιλέξαμε πρόσφατα να ενισχύσουμε τόσο το αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα (countercyclical capital buffer) όσο και τις εισφορές στο Σύστημα Εγγύησης Καταθέσεων. Αμφότερα εντάσσονται στην ίδια προληπτική φιλοσοφία. Δηλαδή, η ανθεκτικότητα δεν οικοδομείται εν μέσω κρίσης, αλλά στις περιόδους κατά τις οποίες το σύστημα διαθέτει την ισχύ, την κερδοφορία και την κεφαλαιακή ευχέρεια να προετοιμαστεί για το απρόβλεπτο».
Την ίδια ώρα, τόνισε ότι η εμπιστοσύνη που απολαύει σήμερα ο κυπριακός τραπεζικός τομέας δεν αποτελεί στατικό κεκτημένο, αναφέροντας ότι τα καταθετικά επιτόκια παραμένουν ένα ανοικτό ζήτημα που απασχολεί την κοινή γνώμη.
Οι καταθέτες παρατηρούν, συγκρίνουν και, ενίοτε, διαμορφώνουν την αίσθηση ότι η ισχυρή κερδοφορία υποστηρίζεται, μεταξύ άλλων από το περιβάλλον χαμηλών καταθετικών επιτοκίων καθώς και από το ότι η ισορροπία μεταξύ δανειστικών και καταθετικών επιτοκίων δεν είναι ισομερής, παρατήρησε. Το αν αυτή η αντίληψη αντικατοπτρίζει πλήρως την οικονομική πραγματικότητα είναι ζήτημα που επιδέχεται πολλών και διαφορετικών αναγνώσεων, σημείωσε, προσθέτοντας ότι αυτό, που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης είναι το κοινωνικό αίσθημα.
Η ευθύνη των διοικητικών συμβουλίων των πιστωτικών ιδρυμάτων, ανέφερε, δεν εξαντλείται στη διασφάλιση της τυπικής συμμόρφωσης αλλά προϋποθέτει συνεχή εγρήγορση, στρατηγική διορατικότητα και ουσιαστική κατανόηση των κινδύνων που ενδέχεται να επηρεάσουν τη βιωσιμότητα, την ανθεκτικότητα και τη φήμη του ιδρύματος.
«Ο κυπριακός τραπεζικός τομέας είναι σήμερα ισχυρός. Όμως η ισχύς που έχει πραγματική σημασία δεν εξαντλείται σε έναν δείκτη κεφαλαίου, σε μια γραμμή κερδοφορίας ή σε μια ευνοϊκή συγκυρία. Μετριέται στην ικανότητα των ιδρυμάτων να παραμένουν ισχυρά και όταν το περιβάλλον μεταβάλλεται, όταν οι κίνδυνοι γίνονται λιγότερο γραμμικοί, οι τεχνολογικές απαιτήσεις πιο σύνθετες και ο ανταγωνισμός λιγότερο προβλέψιμος. Αυτό προϋποθέτει αποθέματα που απορροφούν κραδασμούς, υποδομές που προσαρμόζονται στο νέο, και διοικήσεις που δεν συγχέουν το ευνοϊκό του σήμερα με τη βεβαιότητα του αύριο», τόνισε.
Η πρόκληση για τις τράπεζες, τόνισε, δεν είναι μόνο να διαχειριστούν τους κινδύνους που είναι ήδη ορατοί αλλά να ιεραρχήσουν τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα έναντι των πρόσκαιρων ωφελειών.
Οι πολιτικές διανομής κερδών, οι κεφαλαιακές αποφάσεις και η κατανομή των διαθέσιμων πόρων, σημείωσε, οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη όχι μόνο την παρούσα κερδοφορία, αλλά και την ανάγκη συνεχούς επένδυσης σε τεχνολογικές υποδομές, επιχειρησιακή ανθεκτικότητα, ανθρώπινο κεφάλαιο και στρατηγική προσαρμοστικότητα.
Σύμφωνα με τον κ. Πατσαλίδη, οι τράπεζες που θα παραμείνουν βιώσιμες και ανταγωνιστικές δεν θα είναι κατ’ ανάγκην εκείνες που μεγιστοποίησαν το βραχυπρόθεσμο όφελος, αλλά εκείνες που επέλεξαν εγκαίρως να επενδύσουν στην ικανότητά τους να αντέχουν, να προσαρμόζονται και να εξελίσσονται.






