Η συζήτηση για την παραχώρηση ανακριτικών εξουσιών στην Αρχή κατά της Διαφθοράς δεν είναι καινούργια. Κρατά τουλάχιστον τέσσερα χρόνια και ανάγεται στην κατάθεση σχετικής πρότασης νόμου από τους βουλευτές Χαράλαμπο Θεοπέμπτου και Αλεξάνδρα Ατταλίδου στις 22 Σεπτεμβρίου 2022. Ωστόσο, η πρόταση νόμου κατέληξε στα συρτάρια της Βουλής, καθώς κόμματα και βουλευτές προέβαλλαν διάφορες νομικές ενστάσεις, αλλά και συνταγματικά κωλύματα για να μην προχωρήσει η ψήφισή της.
Μετά, όμως, το πόρισμα για το «Κράτος Μαφία» και τα ενδεχόμενα ποινικά αδικήματα που φαίνεται να προκύπτουν σε βάρος του Νίκου Αναστασιάδη και άλλων 12 πρώην αξιωματούχων, οι μέχρι πρότινος επιφυλάξεις φαίνεται να έχουν υποχωρήσει. Πλέον, διαμορφώνεται μια ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία υπέρ της παραχώρησης ανακριτικών εξουσιών στην Αρχή κατά της Διαφθοράς.
Προς αυτή την κατεύθυνση, η Επιτροπή Νομικών της Βουλής θα εξετάσει στην αυριανή της συνεδρία και τις προτάσεις νόμου που κατέθεσαν πρόσφατα οι βουλευτές του ΔΗΣΥ Δημήτρης Δημητρίου και Γιώργος Παμπορίδης, καθώς και ο βουλευτής του ΑΛΜΑ, Μιχάλης Παρασκευάς.
Οι προτάσεις νόμου δίνουν την εξουσία στην Αρχή κατά της Διαφθοράς να διεξάγει και να ολοκληρώνει ποινικές έρευνες σε υποθέσεις διαφθοράς που αφορούν αξιωματούχους, καταλήγοντας σε τεκμηριωμένη εισήγηση για την άσκηση ή μη ποινικής δίωξης.
Τι αλλάζει…
Εφόσον η Αρχή κατά της Διαφθοράς αποκτήσει ανακριτικές εξουσίες, οι ποινικές έρευνες για υποθέσεις διαφθοράς δεν θα διενεργούνται πλέον από την Αστυνομία υπό την εποπτεία και καθοδήγηση της Νομικής Υπηρεσίας, αλλά από ανεξάρτητους ποινικούς ανακριτές, οι οποίοι θα διορίζονται απευθείας από την Αρχή. Μάλιστα, στις περιπτώσεις όπου οι ελεγχόμενοι είναι νυν ή πρώην υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι, θα παρέχεται η δυνατότητα διορισμού ανακριτών από το εξωτερικό ώστε να διασφαλίζονται στο μέγιστο δυνατό βαθμό η ανεξαρτησία, η αντικειμενικότητα και η αμεροληψία της διαδικασίας.
Με αυτό το θεσμικό πλαίσιο, το περιεχόμενο των ανακρίσεων και το μαρτυρικό υλικό δεν θα καθίστανται γνωστά σε τρίτους, περιορίζοντας σημαντικά τον κίνδυνο διαρροών και, κατ' επέκταση, τις πιθανότητες επηρεασμού ή εκφοβισμού μαρτύρων. Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι ότι περιορίζεται δραστικά η δυνατότητα παρεμβάσεων στο ανακριτικό έργο με σκοπό τη συγκάλυψη υποθέσεων διαφθοράς.
Με την ολοκλήρωση κάθε ποινικής έρευνας, η Αρχή θα υποβάλλει το πόρισμά της στον Γενικό Εισαγγελέα, συνοδευόμενο από σαφή, εμπεριστατωμένη και αιτιολογημένη εισήγηση για την άσκηση ή μη ποινικής δίωξης.
Ακόμη και στην περίπτωση που οι επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας αποφασίσουν να μην προχωρήσουν σε ποινική δίωξη, παρά τη θετική εισήγηση της Αρχής, η επιλογή αυτή θα καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολη, έως και πρακτικά αδύνατη χωρίς επαρκή αιτιολόγηση.
Ο δικηγορικός κόσμος δεν εισακούστηκε
Αξίζει να σημειωθεί ότι, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου για την ίδρυση της Αρχής κατά της Διαφθοράς, ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος είχε παρέμβει προς την τότε Υπουργό Δικαιοσύνης, Έμιλη Γιολίτη, ζητώντας να παραχωρηθούν στην Αρχή διευρυμένες ανακριτικές εξουσίες προκειμένου να καταστεί αποτελεσματικότερη η καταπολέμηση της διαφθοράς. Η επιστολή φέρει την υπογραφή του Προέδρου της Επιτροπής κατά της Διαφθοράς του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου κ. Ορέστη Νικήτα και είναι ημερομηνίας 16/3/2021.
Με την εν λόγω επιστολή, ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος είχε προειδοποιήσει ότι χωρίς ουσιαστικές ανακριτικές αρμοδιότητες, η Αρχή κατά της Διαφθοράς δεν θα μπορούσε να επιτύχει τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε. Ως χαρακτηριστικά παραδείγματα αναφέρονται στην επιστολή το πόρισμα για την Οικονομία και το πόρισμα για τον Συνεργατισμό, τα οποία, παρά τα σοβαρά ευρήματά τους, ουδέποτε οδήγησαν στην απόδοση ποινικών ευθυνών. Σύμφωνα με τον δικηγορικό κόσμο, τα δύο αυτά σκάνδαλα, που συνδέθηκαν με την κατάρρευση της κυπριακής οικονομίας και το κλείσιμο του Συνεργατισμού, κατέληξαν ουσιαστικά στο αρχείο, χωρίς να λογοδοτήσει κανείς.







