Από το πρωί της Παρασκευής ώς τη στιγμή που, αργά το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ο νομικός Χρίστος Μυλωνόπουλος αποχώρησε από την ομάδα των ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών που διορίστηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο για να διερευνήσουν το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς για το βιβλίο Κράτος Μαφία, τρεις στενοί συνεργάτες του Προέδρου της Δημοκρατίας, κυβερνητικός εκπρόσωπος, αναπληρωτής κυβερνητικός εκπρόσωπος και διευθυντής του γραφείου Τύπου του Νίκου Χριστοδουλίδη, συντεταγμένα ανέβασαν τον ήδη αποτυπωμένο ερασιτεχνισμό των προεδρικών χειρισμών για την υπόθεση σε άλλο επίπεδο. Επιχειρούσαν για ώρες να πείσουν την κοινή γνώμη πως:
• Ο Πρόεδρος γνώριζε ότι ο Χρίστος Μυλωνόπουλος ήταν δικηγόρος του Μιχάλη Ζολώτα στην υπόθεση της Focus.
• Το θέμα επικοινωνήθηκε από τον ίδιο τον Μυλωνόπουλο στον επικεφαλής της ανακριτικής ομάδας, Βασίλειο Σκουρή.
• Αποδίδουν στον επικεφαλής την πρόθεση να εξαιρεθεί ο κύριος Μυλωνόπουλος από την υπόθεση Focus η οποία έχει, ίσως, μια από τις πλέον σημαντικές ενότητες στο πόρισμα.
• Αποδίδουν στον πολυπράγμονα δικαστικό Βασίλειο Σκουρή την πρόταση όπως συνεργαστεί για την υπόθεση με τον Χρίστο Μυλωνόπουλο και μάλιστα υποστηρίζουν ότι τον πρώτο τον πληροφόρησε και έκρινε πως μπορεί να συμπεριληφθεί στην ομάδα των ποινικών ανακριτών
• Επιχείρησαν να περάσουν στην κοινή γνώμη πως ο κ. Μυλωνόπουλος δεν ήταν δικηγόρος της Focus, ήταν δικηγόρος του κ. Ζολώτα και ότι η πρόταση εξαρχής ήταν να εξαιρεθεί από το κεφάλαιο για τη Focus.
• Επιχείρησαν να εξηγήσουν πως οι ενότητες είναι ξεχωριστές στο πόρισμα και θα εξεταστούν ξεχωριστά αλλά δεν μας είπαν ότι αποτελούν μέρος του συνόλου της υπόθεσης «Κράτος Μαφία».
• Τα στελέχη της κυβέρνησης μάλιστα μας πληροφορούσαν επί ώρες ότι δεν προκύπτει ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων και ότι «έχουν ληφθεί όλες οι απαραίτητες δικλίδες ασφαλείας για τη διασφάλιση της αμεροληψίας της διαδικασίας.
Το βάρος της δυσφορίας
Χωρίς σταματημό η κοινή γνώμη άκουε τα «απίθανα» επιχειρήματα των συνεργατών του Προέδρου ώς τη στιγμή που ο ίδιος ο Χρίστος Μυλωνόπουλος αποφάσισε να αφήσει την υπόθεση, κάτω από το βάρος της έντονης δημόσιας συζήτησης μετά την αποκάλυψη του γεγονότος ότι ήταν ο δικηγόρος του κατηγορουμένου το προηγούμενο διάστημα Μιχάλη Ζολώτα.
Το κλασικό ερώτημα με απλή λογική, που θα μπορούσε ευθύς εξαρχής να τεθεί, είναι πώς ένα τέτοιο θέμα αφέθηκε να οδηγηθεί σε ένα διαφαινόμενο φιάσκο.
Εν ολίγοις, η αποχώρηση του ποινικού ανακριτή Χρίστου Μυλωνόπουλου από την υπόθεση για το Κράτος Μαφία ήταν μονόδρομος με βάση τους ερασιτεχνικούς χειρισμούς του Υπουργικού Συμβουλίου και δη του Προέδρου της Δημοκρατίας. Δημιούργησαν ωστόσο οι χειρισμοί σκιές που «διαβρώνουν» όλο το έργο της ανακριτικής ομάδας. Ενώ δηλαδή από τη μία η κυβερνητική απόφαση διορισμού της πενταμελούς ομάδας ποινικών ανακριτών για τη διερεύνηση του πορίσματος της Αρχής κατά της Διαφθοράς για το «Κράτος Μαφία» παρουσιάστηκε ως μια πρωτοβουλία που θα ενίσχυε την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς, την ίδια στιγμή, αντί να απομακρύνουν τις σκιές, οι κυβερνητικοί χειρισμοί δημιούργησαν νέα και ακόμη σοβαρότερα ερωτήματα για την αξιοπιστία της διαδικασίας. Η ίδια η κυβέρνηση επιβεβαίωσε ότι γνώριζε πριν τον διορισμό πως ένα από τα μέλη της, ο Χρίστος Μυλωνόπουλος, είχε στο παρελθόν εκπροσωπήσει ως δικηγόρος τον Μιχάλη Ζολώτα στην υπόθεση Focus. Παρά ταύτα, αποφάσισε να προχωρήσει στον διορισμό του, επικαλούμενη ότι θα αυτοεξαιρεθεί από τη συγκεκριμένη πτυχή της έρευνας.
Το μεγάλο ερώτημα
Εδώ ακριβώς γεννάται ένα μεγάλο θεσμικό ερώτημα. Αν γνώριζαν εξαρχής ότι υπήρχε ζήτημα που απαιτούσε εξαίρεση, γιατί προχώρησαν στον διορισμό; Γιατί δεν επιλέχθηκε από την πρώτη στιγμή ένας άλλος νομικός, χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη εμπλοκή και σύγκρουση συμφέροντος; Η αυτοεξαίρεση δεν μπορούσε να θεραπεύσει το πρόβλημα το οποίο ήταν οφθαλμοφανές ότι θα λειτουργούσε καταλυτικά κυρίως ως προς την εμπιστοσύνη που θα μπορούσε να εκπέμψει μια τέτοια σοβαρή ομάδα ποινικών ανακριτών.
Ο χειρισμός της υπόθεσης είναι, ή θέλουμε να ελπίζουμε πως «ήταν», άκρως ερασιτεχνικός γιατί η υπόθεση Focus δεν αποτελεί μια δευτερεύουσα αναφορά στο πόρισμα. Αντιθέτως, με βάση τα όσα έχουν δημοσιοποιηθεί από την Αρχή κατά της Διαφθοράς, πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες πτυχές του, στην οποία καταγράφονται ενδεχόμενα σοβαρά ποινικά αδικήματα που απαιτούν πλήρη, ανεπηρέαστη και αξιόπιστη διερεύνηση. Ακόμη και αν δεν θα συμμετείχε στην εξέταση της υπόθεσης Focus, ο κ. Μυλωνόπουλος θα αποτελούσε μέλος της ομάδας, θα είχε πρόσβαση στο συνολικό αποδεικτικό υλικό και θα συμμετείχε στη συλλογική αξιολόγηση της υπόθεσης. Με λίγα λόγια, η συζήτηση δεν αφορά τις προσωπικές ή επιστημονικές του ικανότητες. Αφορά την αντικειμενική εικόνα που οφείλει να εκπέμπει μια τόσο κρίσιμη ποινική διαδικασία. Στη δικαιοσύνη δεν αρκεί να υπάρχει αμεροληψία. Εκείνο που περισσότερο χρειάζεται είναι να μην υπάρχει ούτε η παραμικρή εύλογη αμφιβολία ότι αυτή μπορεί να επηρεαστεί.
Ατόφια πολιτικό φαινόμενο
Θα πρέπει βεβαίως να σημειώσουμε ότι υφίσταται ένα ατόφια πολιτικό ζήτημα στην ευρύτερη διαχείριση των συμπερασμάτων για το Κράτος Μαφία. Και αυτό το πολιτικό ζήτημα δεν αφορά κανέναν άλλο εκτός από τον άνθρωπο που είναι επικεφαλής της Εκτελεστικής Εξουσίας.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης υπήρξε επί σειρά ετών υπουργός και ένας από τους στενότερους συνεργάτες του τέως Προέδρου Νίκου Αναστασιάδη. Το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς περιλαμβάνει ευρήματα και εισηγήσεις για διερεύνηση που αγγίζουν πρόσωπα και αποφάσεις της περιόδου εκείνης. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι εύλογο να τίθεται το ερώτημα κατά πόσον ο ίδιος μπορεί να εμφανίζεται ως ο πολιτικός εγγυητής μιας διαδικασίας που ενδέχεται να εξετάσει το κυβερνητικό περιβάλλον στο οποίο υπηρέτησε.
Το ζήτημα δεν είναι αν ο τέως Πρόεδρος φέρει προσωπική ποινική ευθύνη. Αυτό είναι αντικείμενο μόνον της δικαιοσύνης. Το ζήτημα είναι η πολιτική και θεσμική νομιμοποίηση. Όταν καλείσαι να οργανώσεις μια διαδικασία που αφορά μια περίοδο της πολιτικής δράσης σου έστω και ως μέλος προηγούμενων κυβερνήσεων, η υποχρέωσή σου δεν είναι απλώς να ενεργήσεις νόμιμα. Είναι να διασφαλίσεις ότι κανείς δεν θα μπορεί να αμφισβητήσει την ανεξαρτησία της διαδικασίας. Η οποία μπορεί να γίνει ανεκτή μόνο όταν αποδειχθεί ότι έχουν ληφθεί από πλευράς της Εκτελεστικής Εξουσίας όλες οι απαραίτητες «δικλίδες ασφαλείας».
Ωστόσο, η εμπιστοσύνη δεν οικοδομείται με διαβεβαιώσεις αλλά με αποφάσεις που αποκλείουν εκ των προτέρων κάθε εύλογη αμφιβολία. Η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται μπροστά σε μια δοκιμασία αξιοπιστίας. Αν η έρευνα ολοκληρωθεί με τρόπο που θα αφήσει μια ακόμη και ελάχιστη σκιά, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμά της, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας θα συνεχίσει να αμφισβητεί την αξιοπιστία της. Και όταν οι πολίτες παύουν να πιστεύουν ότι οι θεσμοί μπορούν να ερευνήσουν ανεπηρέαστα την πολιτική εξουσία, τότε δεν δοκιμάζεται απλώς το κράτος δικαίου αλλά αυτό καταρρακώνεται πλήρως.






