Το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία κράτους μέλους που δεν επιτρέπει την τροποποίηση των στοιχείων φύλου ενός πολίτη, ο οποίος έχει ασκήσει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής σε άλλο κράτος μέλος, έκρινε το το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τα δικαιώματα διεμφυλικών ατόμων και την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου στα επίσημα έγγραφα.
Η υπόθεση αφορά Βουλγάρα υπήκοο που κατά τη γέννησή της καταχωρίστηκε ως άτομο ανδρικού φύλου. Σήμερα ζει στην Ιταλία, όπου ξεκίνησε ορμονική θεραπεία και πλέον παρουσιάζεται ως γυναίκα. Η ίδια προσέφυγε στη δικαιοσύνη ζητώντας να αναγνωριστεί νομικά ως γυναίκα και να τροποποιηθούν τα στοιχεία της στη ληξιαρχική πράξη γέννησης.
Παρά τις ιατρικές γνωματεύσεις και τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη που επιβεβαίωναν την ταυτότητα φύλου της, τα βουλγαρικά δικαστήρια απέρριψαν το αίτημά της. Η απόφαση βασίστηκε στην εθνική νομοθεσία της Βουλγαρία, όπως αυτή ερμηνεύθηκε από την ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Βουλγαρίας. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, ο όρος «φύλο» πρέπει να νοείται αποκλειστικά με βιολογικά κριτήρια και δεν επιτρέπεται η μεταβολή του, ούτε η αλλαγή ονόματος ή προσωπικού αριθμού πολίτη. Επιπλέον, κρίθηκε ότι το δημόσιο συμφέρον –που στηρίζεται σε ηθικές ή θρησκευτικές αξίες της κοινωνίας– υπερισχύει των συμφερόντων των διεμφυλικών ατόμων.
Το ίδιο το βουλγαρικό ανώτατο δικαστήριο, ωστόσο, εξέφρασε αμφιβολίες για το κατά πόσο η εθνική νομοθεσία είναι συμβατή με το ευρωπαϊκό δίκαιο και υπέβαλε προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ.
Στην απόφασή του, το ΔΕΕ υπογράμμισε ότι, παρότι η έκδοση εγγράφων ταυτότητας αποτελεί αρμοδιότητα των κρατών μελών, η αρμοδιότητα αυτή πρέπει να ασκείται σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης. Όπως επισημαίνεται, η ασυμφωνία μεταξύ της πραγματικής ταυτότητας φύλου ενός προσώπου και των στοιχείων που αναγράφονται στα επίσημα έγγραφα μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά εμπόδια στην άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της ΕΕ.
Επισημαίνεται ότι στην καθημερινότητα, ένα τέτοιο πρόβλημα μπορεί να οδηγήσει σε δυσκολίες κατά τη διάρκεια ελέγχων ταυτότητας, σε διασυνοριακές μετακινήσεις ή ακόμη και σε επαγγελματικές διαδικασίες, καθώς το άτομο ενδέχεται να χρειάζεται να αποδεικνύει διαρκώς την ταυτότητά του ή τη γνησιότητα των εγγράφων του.
Το δικαστήριο τόνισε ότι τυχόν περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας μπορεί να γίνει δεκτός μόνο εφόσον βασίζεται σε αντικειμενικούς λόγους γενικού συμφέροντος και τηρεί την αρχή της αναλογικότητας, καθώς και τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, το οποίο προστατεύει την ταυτότητα φύλου και επιβάλλει στα κράτη μέλη να διαθέτουν σαφείς και αποτελεσματικές διαδικασίες για τη νομική αναγνώρισή της.
Παράλληλα, το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν μπορούν να δεσμεύονται από ερμηνείες των εθνικών συνταγματικών δικαστηρίων όταν αυτές εμποδίζουν την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης όπως αυτό ερμηνεύεται από το ευρωπαϊκό δικαστήριο.
ΚΥΠΕ






