O ασφαλιστικός τομέας της Κύπρου συνέχισε να επιδεικνύει ισχυρή συνολική ανθεκτικότητα και εντός του 2025, παρά το σύνθετο και μεταβαλλόμενο περιβάλλον κινδύνων, υποστηρίζει η Κεντρική Τράπεζα, τονίζοντας ωστόσο ότι εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ορισμένες διαρθρωτικές ευπάθειες.
Στην έκθεση χρηματοοικονομικής σταθερότητας που δημοσιεύτηκε πρόσφατα, αναφέρεται ότι οι εγχώριες ασφαλιστικές επιχειρήσεις διατήρησαν τους δείκτες κάλυψης των Κεφαλαιακών Απαιτήσεων Φερεγγυότητας σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα του ελάχιστου εποπτικού ορίου του 100%, επιβεβαιώνοντας τη διατήρηση ικανοποιητικών περιθωρίων κεφαλαιακής επάρκειας.
Συγκεκριμένα, σημειώνεται ότι ο συνολικός μέσος δείκτης φερεγγυότητας των ασφαλιστικών εταιρειών της Κύπρου ανήλθε στο 279,8% στις 31 Δεκεμβρίου του 2025 σε σύγκριση με 220,0% που ήταν ο διάμεσος δείκτης φερεγγυότητας του ασφαλιστικού τομέα της ΕΕ τον Δεκέμβριο του 2025, διασφαλίζοντας ότι ο ασφαλιστικός τομέας στο σύνολό του διατηρεί απόθεμα ασφάλειας και μπορεί να συνεχίσει να υποστηρίζει τους πελάτες του και την πραγματική οικονομία.
Αντίθετα, ο δείκτης ρευστότητας του εγχώριου ασφαλιστικού τομέα μειώθηκε εντός του 2025 (από 49,8% στο τέλος του 2024 σε 47,4% στο τέλος του 2025), διατηρήθηκε ωστόσο σε υψηλότερα επίπεδα από τον διάμεσο δείκτη της ΕΕ, ο οποίος διαμορφώθηκε περίπου στο 46%25.
Η κερδοφορία του τομέα παρέμεινε θετική και σε γενικά σταθερά επίπεδα κατά το 2025, διατηρώντας ισορροπία μεταξύ ασφαλίστρων, απαιτήσεων και εξόδων.
Οι δείκτες καθαρών ζημιών και εξόδων, τόσο του κλάδου ζωής όσο και του γενικού κλάδου, παρέμειναν σε γενικές γραμμές αμετάβλητοι. Ο δείκτης καθαρών ζημιών στους δύο κλάδους καταγράφει οριακή επιδείνωση σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2024, παραμένοντας ωστόσο ευθυγραμμισμένος με τα επίπεδα των προηγούμενων ετών και χωρίς να ασκεί άμεσες πιέσεις στη χρηματοοικονομική θέση των κλάδων.
Αντισταθμιστικά, η σημαντική μείωση του δείκτη εξόδων στον γενικό κλάδο ενισχύει την αποδοτικότητα και μετριάζει δυνητικούς κινδύνους για την κερδοφορία.
Διαρθρωτικές ευπάθειες
Παρά τη θετική αυτή εικόνα, τονίζει η Κεντρική Τράπεζα, ο τομέας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ορισμένες διαρθρωτικές ευπάθειες.
Όπως υποστηρίζει, η απότομη διόρθωση τιμών στις διεθνείς χρηματοοικονομικές αγορές αποτελεί σημαντικό κίνδυνο για την πλευρά του ενεργητικού των ασφαλιστικών εταιρειών.
«Αν και η κυριαρχία επενδύσεων σταθερού εισοδήματος στο επενδυτικό χαρτοφυλάκιο και η αυξημένη διαφοροποίησή του προσφέρουν έναν βαθμό σταθερότητας, η σημαντική έκθεση σε ομόλογα, μετοχές και επενδύσεις συνδεδεμένες με οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων (79% του συνολικού ενεργητικού, εξαιρουμένων των unit-linked επενδύσεων τον Δεκέμβριο του 2025) διατηρεί την ευπάθεια του τομέα στον κίνδυνο αγοράς», υπογραμμίζεται.
Επιπλέον, σημειώνεται, αν και η άμεση έκθεση των ασφαλιστικών εταιρειών σε γεωγραφικά ευαίσθητες περιοχές, όπως η Ρωσία, η Ουκρανία και η Μέση Ανατολή, παραμένει σε χαμηλά επίπεδα (στο 1,6% για εταιρικά ομόλογα και στο 1,8% για κρατικά ομόλογα), οι έμμεσοι κίνδυνοι που συνδέονται με την κλιμάκωση και τη διατήρηση των γεωπολιτικών εντάσεων εξακολουθούν να χρήζουν αυξημένης προσοχής και συστηματικής παρακολούθησης.
Επιπλέον, υποστηρίζει η Κεντρική Τράπεζα, το επενδυτικό χαρτοφυλάκιο των ασφαλιστικών εταιρειών μετατοπίστηκε προς τα εταιρικά ομόλογα, τα οποία χαρακτηρίζονται από υψηλότερο επίπεδο κινδύνου, όπως κίνδυνο πιστωτικής διάβρωσης και αναπροσαρμογής στις τιμές, ιδίως υπό συνθήκες αυξημένης μεταβλητότητας στις αγορές.
Παράλληλα, αν και οι ασφαλιστικές εταιρείες μείωσαν την έκθεσή τους σε κρατικά ομόλογα εντός του 2025, τα οποία χαρακτηρίζονται από χαμηλότερο πιστωτικό κίνδυνο σε σύγκριση με τα εταιρικά ομόλογα, το σχετικό μερίδιό τους παραμένει υψηλό. Ως εκ τούτου, υποδεικνύει, η πιθανότητα αναζωπύρωσης ανησυχιών σχετικά με τη βιωσιμότητα του παγκόσμιου δημόσιου χρέους εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική ευπάθεια για τον ασφαλιστικό τομέα.
Έκθεση στην αγορά ακινήτων
Την ίδια στιγμή, αναφέρεται, οι ασφαλιστικές εταιρείες εξακολουθούν να διατηρούν σημαντική έκθεση στην αγορά ακινήτων, κατευθύνοντας μέρος των επενδυτικών τους χαρτοφυλακίων σε ακίνητη περιουσία. Στις 31 Δεκεμβρίου 2025, οι επενδύσεις σε ακίνητα αντιπροσώπευαν το 4,1% του συνολικού ενεργητικού (εξαιρουμένων των επενδύσεων τύπου unit-linked), ποσοστό που αυξάνεται στο 8,0% όταν συνυπολογιστούν και τα ακίνητα ιδίας χρήσης.
«Υπό το πρίσμα αυτό, ο ασφαλιστικός τομέας παραμένει, εν μέρει, εκτεθειμένος στον κίνδυνο απομείωσης της αξίας των ακινήτων που περιλαμβάνονται στους ισολογισμούς του, δεδομένου ότι η αποτίμησή τους πραγματοποιείται σε τρέχουσες τιμές αγοράς (mark to-market)», σημειώνεται.
Ενδεχόμενη διόρθωση των τιμών της αγοράς ακινήτων θα μπορούσε να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην κερδοφορία και στα ίδια κεφάλαια των ασφαλιστικών εταιρειών, προστίθεται, με συνακόλουθους κινδύνους για τη χρηματοοικονομική τους ευρωστία.
Κλιματική αλλαγή, κυβερνοασφάλεια, εξαγορές
Παράλληλα, η Κεντρική Τράπεζα αναφέρει ότι ο ασφαλιστικός τομέας καλείται να συνεχίσει να προσαρμόζεται σε ένα περιβάλλον σημαντικά αυξημένων και μεταβαλλόμενων κινδύνων, με κυρίαρχους την κλιματική αλλαγή και τους κινδύνους κυβερνοασφάλειας.
Η ολοένα και ταχύτερη επιδείνωση των κλιματικών φαινομένων, σημειώνει, απαιτεί ενσωμάτωση των σχετικών κινδύνων σε όλες τις πτυχές της επιχειρησιακής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας αξιολόγησης κινδύνων, της διαχείρισης επενδύσεων, της αξιολόγησης αντισυμβαλλομένων και των εσωτερικών λειτουργικών διαδικασιών.
Την ίδια ώρα, επισημαίνει, η ενίσχυση της επιχειρησιακής ανθεκτικότητας απαιτεί ισχυρές πρακτικές διαχείρισης κινδύνων ΤΠΕ και κυβερνοασφάλειας, καθώς οι κυβερνοαπειλές εντείνονται σε συχνότητα και πολυπλοκότητα.
Τέλος, υπογραμμίζει ότι παρά το γεγονός ότι η αυξημένη δραστηριότητα συγχωνεύσεων και εξαγορών (Mergers and Acquisitions) στον ασφαλιστικό τομέα αναμένεται να ενισχύσει τη λειτουργική αποδοτικότητα και τη συνολική ανθεκτικότητα του κλάδου μέσω ισχυρότερων κεφαλαιακών βάσεων και οικονομιών κλίμακας, η κυρίαρχη συμμετοχή μεγάλων τραπεζικών οργανισμών οδηγεί σε ενίσχυση της διασυνδεσιμότητας εντός του χρηματοοικονομικού συστήματος. «Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να αυξήσει τη συστημική ευπάθεια, καθώς η στενότερη διασύνδεση μπορεί να λειτουργήσει ως δίαυλος ταχείας μετάδοσης και ενίσχυσης κραδασμών σε περίπτωση δυσμενών εξελίξεων, επιβαρύνοντας δυνητικά τη σταθερότητα του ευρύτερου χρηματοοικονομικού τομέα», τονίζει.






