Όταν άρχισε η συζήτηση για το Ταμείο Επενδύσεων (Υδρογονανθράκων) των εσόδων από τους υδρογονάνθρακες, οι ανησυχίες ήταν πολλές και, κατά τη γνώμη μου, απολύτως δικαιολογημένες. Ποιος θα διαχειριζόταν τα χρήματα; Με ποια κριτήρια; Ποιος θα διόριζε αυτούς που θα έπαιρναν τις αποφάσεις; Και, κυρίως, ποιος θα έλεγχε ότι οι αποφάσεις θα λαμβάνονταν προς όφελος της κοινωνίας και όχι κάποιων προσώπων ή συμφερόντων;
Η Βουλή, με τη σειρά της, ανησυχώντας –και πάλι δικαιολογημένα– για τον τρόπο διορισμού αυτών που θα έλεγχαν, προχώρησε σε συζήτηση για επιτροπή διορισμών. Στη συνέχεια, όμως, η συζήτηση μεταφέρθηκε στο ποιος θα διορίζει τα μέλη της επιτροπής. Και μετά, ποιος θα ελέγχει αυτούς που θα διορίζουν εκείνους που θα διορίζουν τους άλλους. Κάπως έτσι, δημιουργήσαμε έναν κύκλο διαδικασιών που θα μπορούσε να συνεχίζεται επ’ άπειρον.
Το πρόβλημα είναι ότι στο τέλος, όποιο σύστημα και αν σχεδιάσουμε, κάποιος θα πρέπει να αποφασίσει. Κάποιος θα πρέπει να διορίσει, κάποιος να διαχειριστεί, κάποιος να υπογράψει και κάποιος να αναλάβει την ευθύνη. Μπορούμε να προσθέσουμε επιτροπές, υποεπιτροπές, εγκρίσεις, ελέγχους, κοινοβουλευτική εποπτεία και δεκάδες ασφαλιστικές δικλείδες. Οι κίνδυνοι, όμως, θα παραμένουν. Και μαζί τους θα παραμένουν τα ερωτήματα για την επάρκεια, την ακεραιότητα και την κρίση εκείνων που αποφασίζουν.
Ως τότε πρόεδρος του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, είχα υποστηρίξει στη Βουλή –χωρίς, δυστυχώς, να εισακουστώ– ότι η πραγματική λύση δεν βρίσκεται στην ατελείωτη προσθήκη διαδικασιών. Βρίσκεται σε τρεις απλές λέξεις: διαφάνεια, εξουσία, τιμωρία.
Πρώτον, διαφάνεια. Να είναι απολύτως ξεκάθαρο ποιος αποφασίζει, με ποια κριτήρια, βάσει ποιων δεδομένων, και μέσα σε ποια όρια που καθορίζει ο νόμος. Οι αποφάσεις πρέπει να είναι ελέγξιμες και η αιτιολογία τους γνωστή.
Δεύτερον, εξουσία. Δίνουμε στον αρμόδιο τα εργαλεία και την πραγματική δυνατότητα να ασκήσει τα καθήκοντά του. Δεν μπορεί να ζητούμε αποτελεσματικότητα από ανθρώπους που φοβούνται ή πρακτικά δεν μπορούν να αποφασίσουν, επειδή κάθε απόφαση περνά μέσα από έναν λαβύρινθο εγκρίσεων.
Και τρίτον, τιμωρία. Όχι θεωρητική. Πραγματική και αυστηρή. Όποιος παρανομεί, καταχράται την εξουσία του ή χρησιμοποιεί δημόσιο χρήμα προς ίδιον όφελος πρέπει να γνωρίζει ότι θα λογοδοτήσει προσωπικά, ποινικά και οικονομικά. Όπου υπάρχει παράνομος πλουτισμός, πρέπει να υπάρχει και δήμευση της παράνομης περιουσίας.
Η υπερβολική διαδικασία δεν είναι πάντα περισσότερος έλεγχος. Συχνά είναι το άλλοθι της αδράνειας και, ακόμη χειρότερα, το άλλοθι της διαφθοράς: «Μα αφού πέρασε από όλες τις διαδικασίες», ή «ακολουθήθηκαν όλες οι νενομισμένες διαδικασίες».
Δεν χρειαζόμαστε ένα σύστημα όπου όλοι ελέγχουν όλους και τελικά κανείς δεν ευθύνεται. Χρειαζόμαστε ένα σύστημα όπου όποιος έχει την εξουσία έχει και την ευθύνη. Διαφάνεια για να βλέπουμε. Εξουσία για να αποφασίζει. Και τιμωρία για όποιον προδίδει την εμπιστοσύνη που του δόθηκε.






