Πώς κατάντησε ουσιαστικός τρόπος του πολιτικού διοικείν μιας Πολιτείας η σχεδόν μονομανής και ανερμάτιστη ενασχόληση του πολιτικού προσωπικού με τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης; Η ερώτηση είναι πέρα για πέρα επίκαιρη, ειδικά σήμερα, που φαίνεται από την παγκόσμια και την τοπική πολιτική πραγματικότητα το μέγεθος του φαινομένου, αλλά κυρίως οι επιπτώσεις του στην ποιότητα και στο ύφος του πολιτικού μηνύματος και στην αποτελεσματικότητα της πολιτικής διοίκησης.
Ας τα πάρουμε τα πράγματα όμως από την αρχή. Η πολιτική επικοινωνία και η αξιοποίηση των κατά περιόδους νεοεμφανιζόμενων Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης τοποθετείτο ανέκαθεν στο επίκεντρο της δημόσιας διαχείρισης και της πολιτικής διοίκησης ως τρόπου δημοσιοποίησης και διάχυσης των πολιτικών πράξεων. Κάθε νέο ΜΜΕ επηρέαζε ανάλογα και την άσκηση της πολιτικής από τους πολιτικούς, αλλά και την αντίληψη και στάση της κοινής γνώμης και κατ' επέκταση και εκείνη των ιδίων των ψηφοφόρων. Από τα πρώτα έντυπα ΜΜΕ μέχρι τον κινηματογράφο, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Κάθε εμφάνιση νέου ΜΜΕ έφερνε μαζί της και την εμφάνιση ενός νέου είδους άσκησης πολιτικής και, κυρίως, ενός νέου είδους πολιτικού όντος και συνάμα και ένα νέο είδος πολιτικής εντύπωσης που έπρεπε να συνυπάρξει με την πολιτική αποτελεσματικότητα, που κανονικά αποτελεί την κύρια προτεραιότητα του πολιτικού. Και εδώ βρίσκεται το σημείο που μας ενδιαφέρει. Όχι η πολυσυζητημένη επίδραση των ΜΚΔ, ως βασικού πλέον μηχανισμού ΜΜΕ, στη στάση και αντίληψη των ψηφοφόρων προς τον πολιτικό, το μήνυμα και το έργο του, αλλά η αντίληψη του ίδιου του πολιτικού προσώπου για το τι αποτελεί επαρκή και αξιόλογη άσκηση πολιτικής και κατά συνέπεια αξιόλογη «πολιτική είδηση» την εποχή των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης.
Αν δεχτούμε ότι «πολιτική είδηση» είναι εκείνη που αναφέρεται σε κάποια ουσιαστική πολιτική πράξη που αξίζει να δημοσιοποιείται ώστε ο ψηφοφόρος να καταστεί κοινωνός της, τότε υποχρεωνόμαστε να προσεγγίσουμε τα όσα παρατηρούμε γύρω μας με εξαιρετικά κριτική διάθεση. Ειδικά αφού πλέον δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε τη διάφορα της σημαντικότητας μεταξύ, για παράδειγμα, της συμμετοχής ενός πολιτικού προσώπου σε μια χοροεσπερίδα ενός επαρχιακού συλλόγου από τη συμμετοχή του σε μια διεθνή διάσκεψη κορυφής επειδή τους αποδίδεται η ίδια προβολή! Τούτο έχει αποτέλεσμα την ισοπέδωση τόσο του όποιου επιδιωκόμενου εκπεμπόμενου πολιτικού μηνύματος όσο και του ίδιου του πολιτικού προσώπου.
Αν προσμετρήσουμε, επίσης, και τον συνεπαγόμενο «πληθωρισμό» αναρτήσεων, που γίνονται επειδή επιβάλλονται από τον τρόπο λειτουργίας (αλγόριθμο) των πλέον διαδεδομένων ΜΚΔ (που στηρίζονται στη διαφήμιση και στην αξιοποίηση των συλλεγόμενων δεδομένων για τα έσοδά τους) τότε εμφανέστατα καταδεικνύεται το κατάντημα στο οποίο έφτασε η άσκηση της πολιτικής σήμερα. Φτάσαμε, με άλλα λόγια, στο κατάντημα όπου ένας πολιτικός, ένας πολιτειακός αξιωματούχος, ένας θεσμικός ηγέτης να ανταγωνίζεται σε likes μια ή ένα socialite που η μόνη τους έγνοια είναι η περιβολή σε δημόσια θέα της όποιας πράξης τους για τη δική μας τέρψη και διασκέδαση. Κατάντησε -τρίτη φορά που χρησιμοποιώ την ίδια λέξη στην ίδια παράγραφο- η πολιτική πράξη να γίνεται, ουσιαστικά, πράξη διασκέδασης του κοινού. Αυτή δεν είναι πολιτική επικοινωνία. Είναι δραστηριότητα επιφανειακής αυταρέσκειας και ρηχής ματαιοδοξίας που υποβαθμίζει τη σοβαρότητα του θεσμικού πολιτικού δρώντα.
Λόγω δε του τρόπου με τον οποίο εκτελείται, με τα πολλά διαδοχικά μηνύματα επί παντός επιστητού και αδιακρίτως ουσιαστικής σημασίας τους, οδηγεί πολύ γρήγορα στον κορεσμό και κατά συνέπεια στην απαξίωση και στην αδιαφορία. Πώς να μην πάψει κάποιος να ενδιαφέρεται για το τι λέει ή δεν λέει ένας πολιτικός όταν ο τελευταίος δεν μπορεί να ξεχωρίσει τι είναι και τι δεν είναι σημαντικό, αφού προβάλλει συνεχώς και διαρκώς όλες τις δραστηριότητές του, τσουβαλιάζοντας όλα τα «πολιτικά μηνύματα» μαζί; Πώς να μην καταντήσει ή έστω να χαρακτηριστεί φαφλατάς και ανερμάτιστος όταν κάθε μέρα, κάθε στιγμή είναι υποχρεωμένος να «λέει κάτι» για να κρατηθεί μπροστά στα μάτια του αδηφάγου κοινού των ΜΚΔ με το διαρκώς μειούμενο εύρος προσοχής (attention span);
Και κυρίως, πώς θα «εκπαιδευτεί» ο ψηφοφόρος να διαχωρίζει το επίπεδο μεταξύ πολιτικών και «πολιτικών», πληροφόρησης και παραπληροφόρησης, προπαγάνδας και αλήθειας σε ένα τέτοιο περιβάλλον; Και κυρίως πώς μπορεί να το πράξει όταν όλοι σχεδόν οι πολιτικοί «συνωστίζονται και διαγκωνίζονται» σε μια κούρσα προς τον πάτο μιας κακώς νοούμενης δημοφιλίας και εντυπωσιολογίας; Πώς θα συγκρατηθεί η σαχλαμάρα, ο λαϊκισμός και όσα αποκρύβονται πίσω τους, όταν αντί της σωστής χρήσης των ΜΚΔ από εκείνους τους σοβαρούς πολιτικούς, οι τελευταίοι νιώθουν ότι υποχρεώνονται να γίνουν «καραγκιόζηδες» ευελπιστώντας ότι έτσι θα ανταγωνιστούν τους πραγματικούς καραγκιόζηδες που μας προέκυψαν εσχάτως; Αυτά τα ερωτήματα, αν ενδιαφέρουν ακόμα κανένα, αξίζει να μας προβληματίσουν και να απαντηθούν πριν είναι αργά…






