Η οικονομική σχέση Κύπρου - Ελλάδας χαρακτηρίζεται ως στρατηγικής σημασίας λόγω του μεγέθους της, αλλά κυρίως λόγω των νευραλγικών κλάδων που την αποτελούν. Συγκεκριμένα, στο εμπόριο, η Ελλάδα είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγικός και δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγικός εταίρος της Κύπρου. Στις αερομεταφορές, η Αθήνα πλέον αποτελεί ουσιαστικά τον κόμβο διασύνδεσης της Κύπρου με την Ευρώπη λόγω συχνότητας δρομολογίων. Στις τραπεζικές επενδύσεις η Ελλάδα αποτελεί τον μεγαλύτερο επενδυτή του κλάδου στο νησί και στη ναυτιλία η σχέση Λεμεσού - Πειραιά δεν χρειάζεται σχόλια αφού το 40% του κυπριακού νηολογίου βρίσκεται σε ελληνικά χέρια.
Ασφαλώς η σχέση αυτή δεν είναι καινούργια και ούτε προέκυψε τυχαία. Εδράζεται στην κοινή αξιακή και πολιτισμική βάση και στα κοινά γεωπολιτικά συμφέροντα που διαμορφώνουν τον ισχυρότατο δεσμό των δύο ομοεθνών κοινωνιών. Η δε συμμετοχή των δύο κρατών, Ελλάδας και Κύπρου, στην ΕΕ και στην ευρωζώνη, καθώς και το αλληλοσυμπληρούμενο επιχειρηματικό κανονιστικό πλέγμα, διεύρυναν ακόμα περισσότερο τους διαύλους επιχειρηματικής αλληλεξάρτησης και συνεργασίας. Συνέπεια τούτων ήταν η ακόμα μεγαλύτερη δημιουργία συνεργιών και συνεργασιών που μας έφεραν σήμερα σε μια δυναμική θέση κομβικής γεωοικονομικής και γεωπολιτικής διασύνδεσης με σαφείς περιφερειακές και διεθνείς προεκτάσεις, με πιο εμφανείς εκείνες που αφορούν τις σχέσεις με τα ομονοούντα κράτη της Ανατολικής Μεσογείου, του Αραβικού Κόλπου και την Ινδία.
Σε αυτό, λοιπόν, το πλαίσιο η σχέση Κύπρου - Ελλάδας ξεπερνά το όποιο προηγούμενο ιστορικό παράδειγμα ευάλωτου αλυτρωτισμού, αποσυμπλεγματοποιείται και ωριμάζει πολιτικά και θεσμικά και λειτουργεί προσθετικά και γόνιμα για τους δύο εταίρους και το κοινό τους έθνος, τόσο διμερώς όσο και πολυμερώς, στην ΕΕ και διεθνώς.
Αυτή, όμως, η κοινή βάση και το σημερινό διαρκώς διευρυνόμενο υπόβαθρό της εξαρτάται, πέραν των όποιων εξωτερικών παραμέτρων της, και από την εκατέρωθεν εσωτερική πολιτική και οικονομική κατάσταση. Και εδώ είναι που το ζήτημα των οικονομικών επιδόσεων (performance) των δύο χωρών, της εύρυθμης λειτουργίας (functioning) των αγορών τους και της αποδοτικότητας των κοινωνιών τους με όρους πολιτικής οικονομίας, και όχι μόνο δημοσιονομικών επιδόσεων, καθίστανται εξαιρετικά σημαντικά ποιοτικά κριτήρια της βιωσιμότητας της υπό αναφορά σχέσης. Είναι, άλλωστε, γνωστή η αρνητική επίπτωση που είχε στην κυπριακή οικονομία το προηγούμενο παράδειγμα κακοδιαχείρισης και κακοδιοίκησης των τότε οπορτουνιστικών δρώντων στον τραπεζικό τομέα και της απουσίας επαρκούς κατανόησης κινδύνου, εποπτείας και διοικητικού ελέγχου. Όπως είναι γνωστές και ακόμα υφιστάμενες, ως προς τις συνέπειές τους, οι αντίστοιχες δημοσιονομικές ανεπάρκειες της Ελλάδας.
Βέβαια, έχοντας μάθει και οι δύο χώρες από τα λάθη τους, προέβησαν, υποχρεωτικά και μέσω μνημονίων, στις απαιτούμενες επώδυνες διορθωτικές κινήσεις και ενίσχυσαν τη θεσμική αντοχή τους. Μόνο που αυτή τη στιγμή, σε αυτή την ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία, όπου ολοκληρώνονται οι χρηματοδοτήσεις μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και που θα απαιτηθεί αντικατάσταση των συγκεκριμένων ευρωπαϊκών επενδυτικών ροών από αντίστοιχες, και μεγαλύτερες, ιδιωτικές πρωτοβουλίες, στην Ελλάδα πληθαίνουν τα «σύννεφα» λαϊκισμού, στείρων συμφεροντολογικών διεκδικήσεων μιας ξεπερασμένης κορπορατιστικής νοοτροπίας και σκανδάλων διαφθοράς και δημόσιας κακοδιαχείρισης, που υποτίθεται ότι η πολιτική τάξη είχε αφήσει πίσω της.
Η εικόνα που εκπέμπεται, και που αδικεί σε μεγάλο βαθμό, τη μεγάλη μεταρρυθμιστική προσπάθεια της ελληνικής κοινωνίας και του υγιώς σκεπτόμενου και συμπεριφερόμενου ελληνικού επιχειρείν, παραπέμπει σε άλλες εποχές που υποτίθεται έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Με ισχύοντα παραδείγματα μονοπώλησης της καθημερινότητας, τους αγροτοσυνδικαλιστές που κρατούν σε ομηρία τις εθνικές οδούς ζητώντας, ανάμεσα σε άλλα δίκαια αιτήματα, να μην ενταχθεί στην ΑΑΔΕ ο μαστιζόμενος από σκάνδαλα διαφθοράς ΟΠΕΚΕΠΕ, και τους επαγγελματίες οδηγούς ταξί να απεργούν συστηματικά λόγω, ανάμεσα άλλων δίκαιων αιτημάτων τους, της διείσδυσης της τεχνολογίας (ψηφιακές πλατφόρμες και ηλεκτρικά οχήματα) στην εργασία τους, η εντύπωση της αναβίωσης μιας Ελλάδας του «χθες» είναι εμφανής.
Αν με αυτή την εικόνα, βάλουμε στο κάδρο και την κόπωση που ήδη πλήττει τις δύο κοινωνίες λόγω του στεγαστικού, της απουσίας επαρκών μηχανισμών διαχείρισης των κοινωνικών ανισοτήτων, των επαγγελματικών αδιεξόδων της νέας γενιάς, και την ελλιπή εισροή ξένων επενδύσεων υψηλής προστιθέμενης αξίας, τότε η πρόκληση διασάλευσης της παρατηρούμενης προοπτικής καθίσταται πραγματική. Αρκεί μόνο ένα πολιτικό πισωγύρισμα και μια αναβίωσή της, πάντοτε υπαρκτής, ψευδεπίγραφα αριστερίζουσας ρητορικής για να ανατραπεί αυτό που οι δύο χώρες οικοδομούν μεθοδικά εδώ και καιρό.
Η ευθύνη, ως αποτέλεσμα, των δύο κυβερνήσεων αλλά και του υπεύθυνου πολιτικού προσωπικού των δύο χωρών είναι να στρέψουν την προσοχή τους στην επίλυση των καθημερινών προβλημάτων των πολιτών τους, ταυτόχρονα με την επιτάχυνση όλων εκείνων των μεταρρυθμίσεων που θα απαλλάξουν τις οικονομίες από τις όποιες στρεβλώσεις. Είτε τούτες αφορούν ξεπερασμένα, αλλά ακόμα συντηρούμενα, κανονιστικά πλαίσια και διαδικασίες, είτε «λατινοαμερικανικές» συμπεριφορές. Στοιχεία απαραίτητα για να αυξηθεί, επιτέλους, η πολυπόθητη παραγωγικότητα των οικονομικών τους μέσω της προσέλκυσης ξένων επενδύσεων υψηλής έντασης, που να κινούνται πέραν της ανάπτυξης γης, του τουρισμού, της εστίασης και της καλούμενης «οικονομίας του καφέ».
Γι' αυτό τον λόγο η Κύπρος έχει συμφέρον να στηρίξει κάθε προσπάθεια της Ελλάδας να καταστεί ακόμα πιο εύρωστη και ακόμα πιο αποδοτική οικονομικά.
Επειδή, μια οικονομικά υγιής Ελλάδας είναι μια ισχυρή Ελλάδα και όλοι καταλαβαίνουμε τη σημασία που έχει αυτό για τη θέση μας στην Ευρώπη και στον κόσμο.






