Στη συζήτηση των δύο τελευταίων εβδομάδων, όπως εξελίσσεται στη δημόσια σφαίρα για το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς για το «Κράτος Μαφία», στην ουσία άνοιξαν δύο παράλληλα αλλά άρρηκτα συνδεδεμένα μέτωπα. Το πρώτο αφορά το σοβαρό θεσμικό αδιέξοδο που έχει προκύψει ως προς τη διερεύνηση των ευρημάτων του πορίσματος, ενώ το δεύτερο σχετίζεται με τη σκληρή πολιτική αντιπαράθεση που έχει ξεσπάσει μεταξύ ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, μια σύγκρουση που αρκετοί εκτιμούν ότι σηματοδοτεί ήδη την έναρξη της πορείας προς τις προεδρικές εκλογές του 2028.
Στο επίπεδο των θεσμών, η μεγαλύτερη πρόκληση δεν αφορά μόνο και αποκλειστικά το περιεχόμενο του πορίσματος αλλά κυρίως τον τρόπο με τον οποίοn μπορεί να προχωρήσει η διαδικασία διερεύνησης. Η απόφαση του Γενικού και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα να αυτοεξαιρεθούν από τη διαχείριση της υπόθεσης, λόγω της σχέσης τους με τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Νίκο Αναστασιάδη, δημιούργησε ένα πρωτοφανές θεσμικό κενό. Η αδυναμία του Εισαγγελικού Συμβουλίου να αναλάβει την υπόθεση, επικαλούμενο τη θεσμική του σύνδεση με την ηγεσία της Νομικής Υπηρεσίας, επιβεβαίωσε ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς διαδικαστικό αλλά αγγίζει τον πυρήνα της λειτουργίας των θεσμών.
Αδιέξοδο
Η απόφαση της κυβέρνησης να προχωρήσει στον διορισμό ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών παρουσιάστηκε ως μια προσπάθεια υπέρβασης του αδιεξόδου. Ωστόσο, η λύση αυτή δεν φαίνεται να απαντά στο βασικό ερώτημα. Οι ανακριτές μπορούν να συλλέξουν στοιχεία και να ολοκληρώσουν την έρευνά τους, όμως η τελική απόφαση για άσκηση ποινικών διώξεων ανήκει αποκλειστικά στον Γενικό Εισαγγελέα. Εφόσον, όμως, ο ίδιος έχει ήδη δηλώσει αποχή από τη συγκεκριμένη υπόθεση λόγω σύγκρουσης συμφερόντων, παραμένει ασαφές ποιος θα λάβει την τελική απόφαση.
Η συζήτηση για τον διορισμό ανεξάρτητου δημόσιου κατηγόρου, κατά το προηγούμενο της υπόθεσης Ρίκκου Ερωτοκρίτου, επανέρχεται δυναμικά. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτήn την περίπτωση ανακύπτει νέο συνταγματικό ζήτημα, αφού δεν υπάρχει ξεκάθαρη απάντηση ως προς το ποιος διαθέτει την αρμοδιότητα να προχωρήσει σε έναν τέτοιο διορισμό, όταν ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας έχει δηλώσει αποχή. Το αποτέλεσμα είναι να διαμορφώνεται μια εικόνα θεσμικής δυστοκίας, όπου κάθε πιθανή λύση συναντά νέα νομικά και συνταγματικά εμπόδια.
Η κατάσταση αυτή τροφοδοτεί την κριτική προς τη Νομική Υπηρεσία και αναζωπυρώνει τη συζήτηση για την ανάγκη θεσμικών αλλαγών. Ο διαχωρισμός των αρμοδιοτήτων του Γενικού Εισαγγελέα, ώστε να γίνουν πιο διαυγείς οι συμβουλευτικές προς την Eκτελεστική Eξουσία αρμοδιότητες από τις καθαρά εισαγγελικές εξουσίες, επανέρχεται ως βασική μεταρρυθμιστική πρόταση.
Το θεσμικό κενό
Παράλληλα, ολοένα και περισσότερες φωνές εκφράζουν την άποψη ότι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς προϋποθέτει την παραίτηση τόσο του Γενικού όσο και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, προκειμένου να μην υπάρχει οποιαδήποτε σκιά στη διαχείριση της υπόθεσης. Όσο δε αυξάνονται αυτές οι φωνές τόσο επιτείνονται και οι απόψεις εκείνων, κυρίως από τον χώρο του ΔΗΣΥ, δηλαδή μιας συγκεκριμένης πολιτικής εκφοράς του λόγου, οι οποίοι επιμένουν ότι οι θεσμικές αποφάσεις δεν μπορούν να λαμβάνονται υπό το βάρος της πολιτικής πίεσης ή της κοινωνικής δυσαρέσκειας αλλά μόνο μέσα από τις προβλεπόμενες συνταγματικές διαδικασίες.
Κόντρα και εξαιρέσεις
Εκτός από τη θεσμική διάσταση το πόρισμα έχει προκαλέσει έντονους πολιτικούς κραδασμούς, κυρίως στη σχέση των δύο μεγαλύτερων κομμάτων, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ. Η αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο το ίδιο το πόρισμα αλλά και τον τρόπο με τον οποίο κάθε κόμμα επιχειρεί να ερμηνεύσει τις πολιτικές του συνέπειες.
Στον Δημοκρατικό Συναγερμό, η υπόθεση άνοιξε και εσωκομματική συζήτηση γύρω από τη θέση του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας, Νίκου Αναστασιάδη. Αν και ο ίδιος ανακοίνωσε τελικά ότι απέχει από τα συλλογικά όργανα του κόμματος μέχρι να ολοκληρωθεί η διερεύνηση, η απόφαση αυτή δεν απέτρεψε τη δημόσια συζήτηση για το κατά πόσο θα έπρεπε να είχε ληφθεί από την πρώτη στιγμή.
Αν και ουδείς μπορεί να σφυρίζει αδιάφορα και να αγνοεί τις διαφορετικές φωνές εντός του ΔΗΣΥ, όπως, π.χ., του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του κόμματος Δημήτρη Δημητρίου, ο οποίος με τη στάση του έχει διαφοροποιηθεί τόσο σε σχέση με το παρόν στάτους του τέως Προέδρου στα συλλογικά όργανα του κόμματος όσο και σε σχέση με την ξεκάθαρη θέση του ότι, όπως έχουν πλέον εξελιχθεί όλα τα δεδομένα, η παραίτηση της ηγεσίας της Γενικής Εισαγγελίας φαντάζει μονόδρομος.
Η επίσημη θέση της ηγεσίας του ΔΗΣΥ εστιάζει, ωστόσο, στην ανάγκη να παραμείνει αυτή η υπόθεση αποκλειστικά στα όρια της δικαιοσύνης, χωρίς να αναγνωρίζει ότι η ίδια η αυτοεξαίρεση των επικεφαλής της Γενικής Εισαγγελίας δεν εξασφαλίζει από μόνη της την αντικειμενικότητα της εν εξελίξει διαδικασίας. Το κόμμα επικαλείται το τεκμήριο της αθωότητας, υποστηρίζοντας ότι κανείς δεν μπορεί να θεωρείται ένοχος πριν ολοκληρωθούν οι προβλεπόμενες διαδικασίες και υπάρξουν τελεσίδικες αποφάσεις. Παράλληλα, επιμένει ότι όλοι όσοι ενδεχομένως εμπλέκονται πρέπει να διερευνηθούν χωρίς εξαιρέσεις και χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις.
Παρέμβαση και ενθουσιασμός
Για σειρά στελεχών του ΔΗΣΥ, προφανώς δεν συνιστά παρέμβαση το να δημοσιοποιούν τον ενθουσιασμό και την έκσταση που αισθάνθηκαν ευθύς μετά τη διάσκεψη Τύπου αυτής της εβδομάδας του Νίκου Αναστασιάδη. Ενδεικτική είναι η αντίδραση του αναπληρωτή προέδρου Ευθύμιου Δίπλαρου αλλά και της βουλευτού Λεμεσού Φωτεινής Τσιρίδου, οι οποίοι έσπευσαν, ευθύς μετά την περίφημη διάσκεψη, στην οποία ο τέως Πρόεδρος υποστήριξε ότι έχουν καταρριφθεί οι σε βάρος του συκοφαντίες, να εκφράσουν τον θαυμασμό τους και να δηλώσουν δημοσίως ότι ο συντοπίτης τους πολιτικός απάντησε με καθαρότητα και ανέτρεψε τις κατηγορίες που του προσάπτονται.
Η κριτική
Ωστόσο, η στάση αυτή αποτελεί και το βασικό σημείο κριτικής από πλευράς ΑΚΕΛ. Η Εζεκία Παπαϊωάννου υποστηρίζει ότι ο ΔΗΣΥ αποφεύγει συστηματικά να αναγνωρίσει οποιαδήποτε πολιτική ευθύνη της δεκαετούς διακυβέρνησης Αναστασιάδη, περιορίζοντας τη συζήτηση αποκλειστικά στην ποινική διάσταση της υπόθεσης. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του ΑΚΕΛ, οι πολιτικές ευθύνες δεν ταυτίζονται με τις ποινικές και μπορούν να αναζητηθούν ανεξάρτητα από το εάν θα προκύψουν ή όχι ποινικές διώξεις.
Από την άλλη πλευρά, ο ΔΗΣΥ κατηγορεί το ΑΚΕΛ ότι επιχειρεί να εργαλειοποιήσει πολιτικά το πόρισμα, αξιοποιώντας την υπόθεση για να πλήξει συνολικά την προηγούμενη διακυβέρνηση και να διαμορφώσει το πολιτικό σκηνικό ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028. Στο πλαίσιο αυτό υπενθυμίζει προηγούμενα πορίσματα, όπως εκείνα για το Μαρί, τη Δρομολαξιά και την οικονομική κρίση, υποστηρίζοντας ότι το ΑΚΕΛ αντιμετωπίζει επιλεκτικά τα πορίσματα, ανάλογα με το πολιτικό του συμφέρον.
Το ΑΚΕΛ απορρίπτει αυτές τις κατηγορίες, επιμένοντας ότι η ουσία βρίσκεται στην ανάγκη πλήρους διαλεύκανσης της υπόθεσης και στην αποκατάσταση της αξιοπιστίας των θεσμών. Υποστηρίζει ότι η κοινωνία αναμένει σαφείς απαντήσεις για τις ευθύνες που προκύπτουν από το πόρισμα και ότι η πολιτική λογοδοσία δεν μπορεί να αναστέλλεται μέχρι την ολοκλήρωση μιας ενδεχόμενης ποινικής διαδικασίας.
Οι αρμοί της εξουσίας
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η υπόθεση «Κράτος Μαφία» έχει ήδη εξελιχθεί σε μία από τις σοβαρότερες θεσμικές και πολιτικές δοκιμασίες των τελευταίων ετών. Και, προφανώς, δικαίως. Γιατί δεν αφορά απλώς την πρακτική ενός Προέδρου αλλά την εκκόλαψη ενός συστήματος το οποίο ελέγχει καθέτως και οριζοντίως όλους τους αρμούς της εξουσίας σε αυτόν τον τόπο.
Εν ολίγοις, από τη μία πλευρά, η δυστοκία στη διερεύνηση των στοιχείων του πορίσματος δοκιμάζει την αντοχή των θεσμών και αναδεικνύει τα κενά του υφιστάμενου συνταγματικού πλαισίου. Από την άλλη, η σφοδρή αντιπαράθεση μεταξύ ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ δείχνει ότι η υπόθεση έχει ήδη αποκτήσει έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά, με τις δύο μεγάλες παρατάξεις να χαράσσουν από τώρα τις γραμμές αντιπαράθεσης που πιθανότατα θα κυριαρχήσουν μέχρι τις προεδρικές εκλογές του 2028. Οι αποφάσεις που θα ληφθούν το επόμενο διάστημα δεν θα κρίνουν μόνο την πορεία της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και το επίπεδο εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στη δικαιοσύνη, στους θεσμούς και, συνολικά, στο πολιτικό σύστημα.







