Το Κυπριακό σήμερα κινείται μέσα σε μία αντιπαράθεση πολύ μεγαλύτερη από το μέγεθος και τη διεθνή ισχύ της Κύπρου. Δεν αποτελεί πλέον μόνο μία σύγκρουση ανάμεσα σε Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους ούτε περιορίζεται σε συζήτηση με τις εγγυήτριες δυνάμεις με τη Βρετανία σταθερά pen holder στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Έχει ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλέγμα ανταγωνισμών που αφορά την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου, τις ενεργειακές διαδρομές, τις σχέσεις της Τουρκίας με τη Δύση, την αντιπαράθεση Ισραήλ και Ιράν και τη διαμόρφωση μιας νέας περιφερειακής τάξης.
Ο ρόλος του ΟΗΕ
Ο ΟΗΕ εξακολουθεί να αποτελεί το θεσμικό πλαίσιο στο οποίο μπορεί να καταγραφεί και να νομιμοποιηθεί μια λύση, η πραγματική διαπραγμάτευση, ωστόσο, έχει σε μεγάλο βαθμό μεταφερθεί έξω από το τραπέζι των διακοινοτικών συνομιλιών. Τα ζητήματα της διακυβέρνησης, του εδαφικού, των περιουσιών και της πολιτικής ισότητας μπορούν να συζητηθούν από τις δύο κοινότητες. Το βασικό, όμως, ερώτημα είναι πλέον γεωπολιτικό. Σε ποια σφαίρα ασφάλειας και επιρροής θα ανήκει η Κύπρος μετά από μία ενδεχόμενη λύση;
Η Τουρκία επιχειρεί, αξιοποιώντας την τουρκοκυπριακή κοινότητα μετά τη στρατιωτική επικράτηση του 1974, να διατηρήσει την Κύπρο μέσα σε ένα δικό της γεωπολιτικό τόξο. Για την Άγκυρα, το νησί δεν αποτελεί απλώς ένα εθνικό ζήτημα ή μια υπόθεση προστασίας των Τουρκοκυπρίων. Είναι προέκταση της ασφάλειας των νότιων ακτών της, σημείο ελέγχου θαλάσσιων και αεροπορικών διαδρομών και στρατηγικό εργαλείο στην αντιπαράθεσή της με την Ελλάδα, το Ισραήλ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η επιμονή της τουρκικής πλευράς στην «κυριαρχική ισότητα» και στη λύση δύο κρατών δεν αποτελεί μόνο αλλαγή της διαπραγματευτικής βάσης. Αποτελεί προσπάθεια μετατροπής του στρατιωτικού αποτελέσματος του 1974 σε μόνιμη και νόμιμη πολιτική και διεθνή πραγματικότητα. Μέσα από αυτή τη λογική, ιδιαίτερα μετά το «Όχι» των Ε/Κ στο δημοψήφισμα του 2004, το βόρειο τμήμα της Κύπρου, σύμφωνα με τους σκληροπυρηνικούς της Άγκυρας πρέπει να παραμείνει σταθερά συνδεδεμένο μαζί της με στόχο να λειτουργεί ως προκεχωρημένο στρατηγικό της σημείο στην Ανατολική Μεσόγειο.
Απέναντι σε αυτή τη στρατηγική, οι Ελληνοκύπριοι, επέλεξαν μετά το 1974 την οδό του ΟΗΕ και, ιδιαίτερα μετά το 2004, την αξιοποίηση της ιδιότητας του κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ δεν άλλαξε τη στρατιωτική πραγματικότητα επί του εδάφους, άλλαξε όμως το πολιτικό και θεσμικό ισοζύγιο. Η Λευκωσία απέκτησε λόγο στις ευρωτουρκικές σχέσεις και τη δυνατότητα να εντάσσει το Κυπριακό στο ευρύτερο πλαίσιο των σχέσεων της Τουρκίας με την Ευρώπη.
Παράλληλα, η Κυπριακή Δημοκρατία οικοδόμησε τριμερείς και πολυμερείς συνεργασίες με την Ελλάδα, το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τα Εμιράτα, τη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι συνεργασίες αυτές δεν περιορίζονται στην ενέργεια. Αφορούν την άμυνα, την ασφάλεια, τις στρατιωτικές ασκήσεις, τις ανθρωπιστικές επιχειρήσεις, τις εκκενώσεις πληθυσμών και την προστασία κρίσιμων υποδομών.
Η άνοδος της αντιπαράθεσης Τουρκίας και Ισραήλ προσδίδει στην Κύπρο ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική σημασία. Οι σχέσεις Άγκυρας και Τελ Αβίβ δεν επιβαρύνονται μόνο από το Παλαιστινιακό. Ο ανταγωνισμός τους επεκτείνεται στη Συρία, στον Λίβανο, στην Ανατολική Μεσόγειο και στη διεκδίκηση περιφερειακής ηγεμονίας.
Το Ισραήλ αντιμετωπίζει την Τουρκία ως μία μεγάλη στρατιωτική δύναμη με αυξανόμενη επιρροή στη Συρία και ισχυρές πολιτικές σχέσεις με τη Χαμάς. Η Τουρκία, από την άλλη, θεωρεί ότι το Ισραήλ, με τη στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, επιχειρεί να αναδιαμορφώσει τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο με τρόπο που περιορίζει τον δικό της ρόλο.
Μέσα σε αυτή την αντιπαράθεση, η συνεργασία του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κύπρο αποκτά σαφή στρατηγική διάσταση. Για το Ισραήλ, η Κύπρος προσφέρει πρόσβαση προς την Ευρώπη, στρατηγικό βάθος προς τα δυτικά και ένα ασφαλές περιβάλλον για ενεργειακές και αμυντικές συνεργασίες, οπότε κάθε πρόταση για λύση του Κυπριακού αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό από το Τελ Αβίβ.. Για την Κυπριακή Δημοκρατία, το Ισραήλ λειτουργεί ως σημαντικό αντίβαρο στην τουρκική ισχύ.
Η αμφίσημη Τουρκία
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η στάση της Τουρκίας απέναντι στη Χαμάς, στη Χεζμπολάχ και στο Ιράν. Η Άγκυρα έχει προσφέρει ανοικτή πολιτική στήριξη στη Χαμάς και αρνείται να την αντιμετωπίσει με τον τρόπο που την αντιμετωπίζουν το Ισραήλ, οι ΗΠΑ και αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Η σχέση αυτή ενισχύει τη δυσπιστία του Ισραήλ και δημιουργεί νέα σοβαρά ρήγματα ανάμεσα στην Τουρκία και τη Δύση.
Διαφορετική είναι η περίπτωση της Χεζμπολάχ και του Ιράν. Η Τουρκία δεν αποτελεί οργανικό μέρος του ιρανικού άξονα ούτε σταθερό σύμμαχο της Χεζμπολάχ. Ανταγωνίζεται το Ιράν στη Συρία, στο Ιράκ και στον Καύκασο. Ωστόσο, η σκληρή αντίθεσή της στις ισραηλινές επιχειρήσεις και η πολιτική στήριξη που προσφέρει στις δυνάμεις που συγκρούονται με το Ισραήλ δημιουργούν κατά περιόδους αντικειμενική σύγκλιση με το Ιράν και τους περιφερειακούς του συμμάχους.
Η συμπεριφορά αυτή εντάσσεται στη γενικότερη, αμφίσημη στάση της Τουρκίας απέναντι στη Δύση. Στο Ουκρανικό, η Άγκυρα στηρίζει την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας και συνεργάζεται στρατιωτικά με το Κίεβο, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί στενές οικονομικές και ενεργειακές σχέσεις με τη Ρωσία και δεν ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις δυτικές κυρώσεις.
Η ίδια στρατηγική εφαρμόζεται και στη Μέση Ανατολή. Η Τουρκία παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ και επιδιώκει πρόσβαση στα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα, αλλά παράλληλα συγκρούεται πολιτικά με το Ισραήλ, στηρίζει τη Χαμάς και διατηρεί ανοικτούς διαύλους με το Ιράν και τη Ρωσία. Δεν πρόκειται τόσο για απρόβλεπτη συμπεριφορά όσο για μια σκόπιμα συναλλακτική στρατηγική. Η Άγκυρα επιδιώκει να αντλεί οφέλη από τη Δύση χωρίς να αποδέχεται πλήρη στρατηγική ευθυγράμμιση.
Η Γαλλία
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Γαλλία έχει ενισχύσει σημαντικά την παρουσία της στην Ανατολική Μεσόγειο. Η κάθοδός της στην περιοχή συνδέεται με την προστασία των θαλάσσιων οδών, την παρουσία της στον Λίβανο, τις σχέσεις της με την Ελλάδα, την Κύπρο και την Αίγυπτο, αλλά και με τα συμφέροντα της Total Energy.
Η Γαλλία επιδιώκει να εμφανιστεί ως αυτόνομη ευρωπαϊκή δύναμη ασφαλείας, ικανή να προστατεύει τους εταίρους και τα οικονομικά της συμφέροντα. Για την Κυπριακή Δημοκρατία, η γαλλική στρατιωτική και πολιτική παρουσία λειτουργεί ως πρόσθετο στρατηγικό βάθος απέναντι στην Τουρκία.
Καθοριστικός είναι και ο ρόλος των μεγάλων ενεργειακών κολοσσών. Η Chevron, η ExxonMobil, η Eni και η Total έχουν δημιουργήσει ισχυρά αμερικανικά, γαλλικά και ιταλικά συμφέροντα στην κυπριακή και ισραηλινή ΑΟΖ. Η δραστηριότητά τους μετατρέπει τα κοιτάσματα φυσικού αερίου σε μέρος της περιφερειακής γεωπολιτικής.
Η παρουσία τους ενισχύει τη διεθνή θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν αποτελεί όμως αυτόματη εγγύηση ασφάλειας. Οι εταιρείες ενδιαφέρονται πρωτίστως για τη σταθερότητα, την εμπορική βιωσιμότητα και τις ασφαλείς διαδρομές μεταφοράς. Εάν μία ευρύτερη συμφωνία με την Τουρκία διευκολύνει την εκμετάλλευση και τη μεταφορά του φυσικού αερίου, οι οικονομικοί σχεδιασμοί μπορεί να ενισχύσουν τις πιέσεις για γεωπολιτικούς συμβιβασμούς.
Παζάρι
Το Κυπριακό, επομένως, έχει μετατραπεί σε μέρος ενός μεγάλου περιφερειακού παζαριού. Η Τουρκία επιδιώκει ανταλλάγματα από την Ευρώπη, πρόσβαση σε αμυντικά προγράμματα και αναγνώριση του περιφερειακού της ρόλου. Η ΕΕ χρειάζεται την Τουρκία στο Ουκρανικό, στη μετανάστευση και στην ασφάλεια, αλλά δεν μπορεί να παρακάμπτει την Κυπριακή Δημοκρατία. Το Ισραήλ επιδιώκει περιορισμό της τουρκικής επιρροής, ενώ η Γαλλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν να προστατεύσουν τα δικά τους στρατηγικά και ενεργειακά συμφέροντα.
Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο η μορφή της λύσης. Είναι ο γεωπολιτικός προσανατολισμός της Κύπρου. Η Τουρκία θέλει να διατηρήσει μόνιμο στρατηγικό λόγο στο νησί. Η ελληνοκυπριακή πλευρά επιδιώκει μια επανενωμένη, ευρωπαϊκή Κύπρο, εντός ενός δυτικού πλαισίου συμφερόντων και γεωπολιτικής κάτι που στο οποίο θα μπορούσε να συνεισφέρει η ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ.
Πρωτοβουλία Ολγκίν
Ο ΟΗΕ μπορεί να επιβλέψει και να νομιμοποιήσει μία συμφωνία. Δεν μπορεί, όμως, μόνος του να δημιουργήσει τον γεωπολιτικό συμβιβασμό που απαιτείται. Η λύση θα καταστεί δυνατή μόνο όταν οι βασικοί περιφερειακοί και διεθνείς παίκτες κρίνουν ότι μία νέα διευθέτηση εξυπηρετεί περισσότερο τα συμφέροντά τους από τη συνέχιση του σημερινού αδιεξόδου.
Μέσα σε αυτό το σύνθετο γεωπολιτικό πλέγμα, η πρωτοβουλία της προσωπικής απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Μαρία Άνχελα Ολγκίν, έχει περιορισμένες αλλά όχι αμελητέες πιθανότητες να δημιουργήσει κινητικότητα στο Κυπριακό. Η Ολγκίν μπορεί να ανοίξει την πόρτα της διαπραγμάτευσης, δεν μπορεί όμως από μόνη της να επιβάλει στους βασικούς παίκτες να περάσουν μέσα από αυτή.
Η σημαντικότερη δυνατότητα που διαθέτει η Ολγκίν είναι η αξιοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η μετατόπισή της προς τις Βρυξέλλες δείχνει ότι αντιλαμβάνεται πλέον την ΕΕ ως δυνητικό υποστηρικτικό πυλώνα της προσπάθειας. Η Ένωση μπορεί να προσφέρει στην Τουρκία κίνητρα που δεν διαθέτει ο ΟΗΕ, όπως οικονομική συνεργασία, συζήτηση για την Τελωνειακή Ένωση, διευκολύνσεις στη μετακίνηση πολιτών, χρηματοδοτήσεις και συμμετοχή σε ευρωπαϊκούς μηχανισμούς ασφάλειας.
Εδώ βρίσκεται ταυτόχρονα η μεγαλύτερη ευκαιρία και ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Η ευκαιρία είναι να συνδεθεί μια εποικοδομητική τουρκική στάση στο Κυπριακό με μια θετική ατζέντα στις ευρωτουρκικές σχέσεις. Ο κίνδυνος είναι το Κυπριακό να μετατραπεί σε αντικείμενο συναλλαγής, στο οποίο η Άγκυρα θα ζητήσει μεγάλα ευρωπαϊκά ανταλλάγματα για περιορισμένες μόνο κινήσεις. Αυτό ήδη στις Βρυξέλλες το γνωρίζουν οπότε δεν δείχνουν και ιδιαίτερα έτοιμοι να μπουν σε παζάρια με τον Ερντογάν ο οποίος μεταξύ άλλων προετοιμάζεται για εκλογές.






