Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες αναχώρησε από την Κύπρο στις 29 Ιουλίου, καλώντας τους δύο ηγέτες να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για τη σύγκληση μιας διευρυμένης συνάντησης με ουσιαστικό αποτέλεσμα. Τέσσερις εβδομάδες αργότερα, οι δύο ηγέτες συναντήθηκαν για πρώτη φορά μετά την επίσκεψη Γκουτέρες. Η συνάντηση δεν σηματοδότησε κάποια σημαντική εξέλιξη, αλλά ούτε και οδήγησε τη διαδικασία σε αδιέξοδο. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν να πραγματοποιούν εβδομαδιαίες συναντήσεις, ενώ έκαναν ένα ακόμη βήμα προς τη συγκρότηση του Συμβουλευτικού Σώματος της Κοινωνίας των Πολιτών, συμφωνώντας να οριστούν τα δέκα μέλη της Διευθύνουσας Επιτροπής. Η συγκρότηση της Επιτροπής είχε συμφωνηθεί κατ’ αρχήν εδώ και αρκετό καιρό, γεγονός που μεταφέρει πλέον το βάρος στην υλοποίηση της συμφωνίας. Το ζητούμενο είναι πόσο χρόνο θα χρειαστούν οι δύο ηγέτες για να ολοκληρώσουν τη διαδικασία και να προχωρήσουν στη συγκρότηση του Συμβουλευτικού Σώματος, το οποίο προβλέπεται να αποτελείται από τα πρώτα 100 μέλη του.
Η συνάντηση
Ο Πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης εμφανίστηκε αισιόδοξος μετά τη συνάντηση, δηλώνοντας ότι η διαδικασία βρίσκεται «σε καλό δρόμο». Πιο επιφυλακτικός ήταν ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Τουφάν 'Ερχιουρμαν, ο οποίος είπε πως η συνάντηση έγινε στη σκιά της έντασης που έχει δημιουργηθεί το τελευταίο διάστημα, αναφερόμενος στις ενέργειες της ελληνοκυπριακής πλευράς για την ακύρωση διπλωματικών, μουσικών και αθλητικών εκδηλώσεων στα κατεχόμενα. Σε επίπεδο ουσίας, πάντως, η συνάντηση δεν φαίνεται να μετακίνησε τις δύο πλευρές από τις βασικές τους θέσεις. Ο Χριστοδουλίδης ανέφερε ότι πρότεινε μια διαπραγματευτική προσέγγιση που θα συνδέει διαφορετικά κεφάλαια, όπως το περιουσιακό με το εδαφικό και τη διακυβέρνηση με την ασφάλεια και τις εγγυήσεις, ωστόσο για το δεύτερο η πρόταση ουσιαστικά επιχειρεί να συνδέσει δύο ζητήματα που θεωρούνται ζωτικής σημασίας για τις δύο πλευρές. Ο Έρχιουρμαν, από την πλευρά του, έθεσε ως προϋπόθεση την αποσαφήνιση της πολιτικής ισότητας, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγματευτικού «πάρε-δώσε». Κατά την τουρκοκυπριακή πλευρά, η πολιτική ισότητα θα πρέπει να συμφωνηθεί εξαρχής ως δεδομένη, διαφορετικά δεν μπορεί να υπάρξει πρόοδος ούτε στη μεθοδολογία των συνομιλιών —περιλαμβανομένων των συγκλίσεων— ούτε στα επιμέρους ουσιαστικά ζητήματα.
Η διαδικασία
Η ιδέα της ομαδοποίησης των διαπραγματευτικών κεφαλαίων σε «πακέτα» συζητήθηκε για πρώτη φορά την περίοδο Χριστόφια-Ταλάτ και πήρε πιο συγκεκριμένη μορφή στις διαπραγματεύσεις Αναστασιάδη-Ακιντζί. Στο Κραν Μοντανά, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες βρέθηκε αντιμέτωπος με τη χαρακτηριστική κυπριακή τάση να διαπραγματεύεται κάθε λεπτομέρεια ξεχωριστά. Όπως είχε σχολιάσει σκωπτικά πρώην αξιωματούχος, οι δύο πλευρές γνώριζαν ακόμη και πόσους καθαριστές από κάθε κοινότητα θα απασχολούσαν τα ομοσπονδιακά κτήρια, χωρίς να έχουν συμφωνήσει ακόμη πώς θα λειτουργούσε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Ο Γκουτέρες αντιλήφθηκε την αλληλεξάρτηση των μεγάλων ζητημάτων και επιχείρησε να τα αντιμετωπίσει παράλληλα, μέσα από ένα ενιαίο πλαίσιο. Η λογική ήταν ότι η ταυτόχρονη αντιμετώπιση των βασικών διαφορών θα μπορούσε να διευκολύνει την υπέρβαση των επιμέρους εκκρεμοτήτων και να καταστήσει πολύ δυσκολότερη μια νέα επιστροφή στο αδιέξοδο. Αν είχε επιτύχει, θα είχε ουσιαστικά ανοίξει τον δρόμο για την επίλυση μιας από τις μακροβιότερες συγκρούσεις στον κόσμο. Κατ’ αρχήν, η παράλληλη διαπραγμάτευση διαφορετικών κεφαλαίων έχει λογική. Αναδεικνύει, ωστόσο, και μια αδυναμία της ίδιας της διαδικασίας. Δεν μπορεί πειστικά να υποστηριχθεί ότι οι Ελληνοκύπριοι ενδιαφέρονται λιγότερο για τη διακυβέρνηση ή ότι οι Τουρκοκύπριοι αποδίδουν μικρότερη σημασία στα ζητήματα ασφάλειας και εγγυήσεων. Πρόκειται για ζητήματα ζωτικής σημασίας και για τις δύο κοινότητες και η αντιμετώπισή τους ως ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος δύσκολα θα μπορούσε να οικοδομήσει εμπιστοσύνη μεταξύ τους.
Γι’ αυτό χρειάζεται μια πιο συμμετοχική διαδικασία, με μηχανισμούς που θα καταγράφουν τις ανησυχίες των πολιτών, θα εξετάζουν σε βάθος τις αιτίες τους και θα αναζητούν ρεαλιστικές επιλογές για την αντιμετώπισή τους. Αν δεν αναγνωριστεί και δεν αντιμετωπιστεί το έλλειμμα ουσιαστικής συμμετοχής, υπάρχει ο κίνδυνος να οδηγηθεί και αυτή η ειρηνευτική προσπάθεια σε αποτυχία. Η διεθνής εμπειρία προσφέρει αρκετά παραδείγματα που δείχνουν ότι η ενεργότερη συμμετοχή των πολιτών ενισχύει τη νομιμοποίηση μιας ειρηνευτικής διαδικασίας και την αίσθηση ότι η συμφωνία δεν επιβάλλεται από τους ηγέτες, αλλά αποτελεί και κτήμα των ίδιων των κοινωνιών. Από τη Βόρεια Ιρλανδία έως τη Νότια Αφρική, έχουν δοκιμαστεί διαφορετικοί τρόποι ενίσχυσης της συμμετοχής των πολιτών, με διαφορετικά επίπεδα επιτυχίας. Το Συμβουλευτικό Σώμα της Κοινωνίας των Πολιτών έχει παρουσιαστεί ως ένα από τα σημάδια προόδου της διαδικασίας. Χωρίς να μπορεί από τώρα να προδικαστεί η αποτελεσματικότητά του, δημιουργείται ωστόσο η εντύπωση ότι η συγκρότησή του αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως μια εύκολη επιτυχία που θα μπορούσε να ανακοινωθεί παρά ως μέρος μιας ουσιαστικής προσπάθειας διεύρυνσης της συμμετοχής. Και στο παρελθόν συγκροτήθηκαν πολυάριθμα σώματα και επιτροπές, παράγοντας σημαντικές εισηγήσεις που τελικά κατέληξαν να σκονίζονται σε κάποιο ράφι. Το ενδιαφέρον, επομένως, θα είναι να φανεί πώς οι ηγέτες θα αξιοποιήσουν το νέο αυτό σώμα και, ευρύτερα, κατά πόσο θα αρχίσουν να συζητούν με τις δύο κοινότητες τις δύσκολες και ουσιαστικές επιλογές που βρίσκονται πλέον μπροστά τους.
Πώς βλέπει η κάθε πλευρά
Σύμφωνα με την ελληνοκυπριακή πλευρά, ο ΟΗΕ θα ολοκληρώσει τη σύνταξη του φακέλου του σχετικά με το διαπραγματευτικό κεκτημένο, ο οποίος θα καλύπτει την πορεία μέχρι και την τελευταία ώρα στο Κραν Μοντανά. Αυτό υπονοεί ότι θα περιλαμβάνει όχι μόνο τις συγκλίσεις αλλά και προφορικές και γραπτές θέσεις που κατατέθηκαν κατά τις διαπραγματεύσεις. Το έγγραφο θα παραδοθεί στις δύο πλευρές. Ο Γενικός Γραμματέας θα συγκαλέσει νέα διευρυμένη συνάντηση και, με βάση αυτό το έγγραφο, οι πλευρές θα συμφωνήσουν να επαναρχίσουν τις διαπραγματεύσεις από το σημείο όπου είχαν διακοπεί. Τυχόν αμοιβαία συμφωνημένες αλλαγές θα μπορούν να εξεταστούν. Ωστόσο, η τουρκοκυπριακή πλευρά έχει διαφορετική προσέγγιση όσον αφορά την επανέναρξη των συνομιλιών. Φαίνεται να επιμένει σε μια συγκεκριμένη αλληλουχία ενεργειών, υποστηρίζοντας ότι μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί ακόμη ένας γύρος συνομιλιών χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα.
1. Μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης (ΜΟΕ): Να αποδειχθεί ότι οι ηγέτες μπορούν να συνεργαστούν για τη βελτίωση της καθημερινής ζωής των πολιτών.
2. Μεθοδολογία: Συμφωνία κατ’ αρχήν για την πολιτική ισότητα: εκ περιτροπής προεδρία και αποτελεσματική συμμετοχή. Οι λεπτομέρειες μπορούν να ρυθμιστούν αργότερα.
Συμφωνία κατ’ αρχήν για την ύπαρξη προηγούμενων συγκλίσεων, χωρίς παρουσίαση εγγράφων ή συζήτηση λεπτομερειών. Να παραμείνει ανοικτό το ενδεχόμενο αμοιβαία συμφωνημένων αλλαγών ή νέων γεφυρωτικών ιδεών όταν ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις.
Συμφωνία κατ’ αρχήν για την ανάγκη ύπαρξης χρονοδιαγράμματος, με τη συζήτηση των συγκεκριμένων παραμέτρων να γίνεται αργότερα.
Παροχή διαβεβαιώσεων, κυρίως από τη διεθνή κοινότητα, ότι οι Τουρκοκύπριοι δεν θα βρεθούν ξανά στην ίδια κατάσταση εάν οι Ελληνοκύπριοι απορρίψουν μια λύση. Αν οι Ελληνοκύπριοι διαφωνούν, να καταθέσουν αντιπρόταση που θα απαντά στις τουρκοκυπριακές ανησυχίες.
3. Ουσία: Μέχρι στιγμής δεν έχουν ειπωθεί πολλά για το στάδιο αυτό, πέρα από την κοινή δήλωση για την πολιτική ισότητα στη βάση των ψηφισμάτων του ΟΗΕ.
Με μια ματιά
Όπως ανέφερε μια πηγή κοντά στις συνομιλίες, το να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις δεν είναι δύσκολο. Έχει συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν. Το ζητούμενο είναι πώς θα ολοκληρωθούν με επιτυχία.
Η ελληνοκυπριακή προσέγγιση είναι σχετικά απλή, αλλά φαίνεται να βασίζεται στην υπόθεση ότι, εφόσον αρχίσουν οι συνομιλίες και υπάρχει η βούληση από την Άγκυρα, και σε μικρότερο βαθμό από τους Τουρκοκύπριους, το τελευταίο και δυσκολότερο μίλι μπορεί να διανυθεί σχεδόν με άνεση. Δεν φαίνεται να δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην ανάπτυξη ισχυρότερων δεσμών εμπιστοσύνης και συνεργασίας με τους Τουρκοκύπριους, με τους οποίους οι Ελληνοκύπριοι θα μοιραστούν ένα ομοσπονδιακό κράτος. Αυτό αντικατοπτρίζεται τόσο στη ρητορική, για παράδειγμα γύρω από τις ακυρώσεις εκδηλώσεων στα κατεχόμενα, όσο και στην έλλειψη δράσης. Ο Χριστοδουλίδης μιλά για μονομερή μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης υπέρ των Τουρκοκυπρίων, αλλά στη συνέχεια βρίσκει λόγους να μην τα εφαρμόζει. Παράλληλα, η ηγεσία δεν φαίνεται να θεωρεί απαραίτητο να προετοιμάσει την κοινή γνώμη. Το επιχείρημα που προβάλλεται είναι ότι οι πολίτες θα μάθουν για μια συμφωνία όταν αυτή επιτευχθεί.
Ωστόσο, και η προτιμώμενη τουρκοκυπριακή πορεία παρουσιάζει προβλήματα. Η συζήτηση γύρω από τα οδοφράγματα έχει κουράσει, ενώ τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης πρέπει να έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο και στις δύο κοινότητες. Ο Έρχιουρμαν επίσης, αποφεύγει τα μονομερή μέτρα όσο αποφεύγει και να απευθυνθεί στην ελληνοκυπριακή κοινότητα. Θα μπορούσε να επιτρέψει στους Μαρωνίτες να επιστρέψουν στα χωριά τους ή, ως μία συμβολική κίνηση, να καλέσει τους αρχικούς κατοίκους της Βαρωσίων να επιστρέψουν.
Φαίνεται ότι κανένας από τους δύο ηγέτες δεν επιθυμεί να επωμιστεί οποιοδήποτε πιθανό πολιτικό κόστος, είτε απέναντι στην κοινή γνώμη στο εσωτερικό, είτε απέναντι στην Άγκυρα, δημιουργώντας ουσιαστικά οφέλη για την άλλη πλευρά ή καλλιεργώντας την τόσο αναγκαία εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Αυτό υπονομεύει εξαρχής την τουρκοκυπριακή προσέγγιση ενεργειών από την πρώτη κιόλας στιγμή. Επιπλέον, η απαίτηση να επιτευχθεί συμφωνία επί της ουσίας εξαρχής, δηλαδή για την εκ περιτροπής προεδρία και την αποτελεσματική συμμετοχή, μόνο σε ένα συγκεκριμένο ζήτημα, δεν φαίνεται ισορροπημένη, δεδομένου ότι και οι δύο κοινότητες έχουν τα δικά τους ζητήματα-κόκκινες γραμμές.
Συμπερασματικά
Ο κόσμος, και ιδιαίτερα η ευρύτερη περιοχή, γίνεται ολοένα και πιο περίπλοκος. Η αντίληψη, από οποιαδήποτε πλευρά, ότι τα πράγματα μπορούν να συνεχίσουν «κανονικά» όπως πριν, είναι μάλλον παραπλανητική, αν όχι επισφαλής. Τελικά, το ζητούμενο δεν είναι να πειστεί ο Γκουτέρες ούτε να περιμένουμε να μαλακώσει η στάση της Άγκυρας. Και τα δύο είναι αναγκαία, αλλά όχι επαρκή. Το θέμα είναι να γίνουν ειλικρινείς συζητήσεις με τους πολίτες σε ολόκληρο το νησί και να ζητηθεί ουσιαστικά η γνώμη τους. Πρόκειται για την οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης και συνεργασίας τόσο στο εσωτερικό κάθε κοινότητας όσο και μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Όσο για τους ηγέτες, πρέπει να αρχίσουν να δημιουργούν κλίμα εμπιστοσύνης. Αν θέλουν να αυξήσουν τις πιθανότητες επιτυχίας, πρέπει να δείξουν έμπρακτα ότι μπορούν να συνεργαστούν. Όχι για να υιοθετήσουν τις θέσεις της άλλης πλευράς, αλλά για να βρουν αποτελεσματικούς τρόπους επίτευξης στόχων κοινού οφέλους. Αυτό θα δημιουργήσει μια δυναμική που θα είναι δύσκολο να ανακοπεί.






