Σε μετωπική σύγκρουση για τον χειρισμό των καταγγελιών Δρουσιώτη βρίσκονται το ΑΛΜΑ και ο ΔΗΣΥ, με αιχμή το αίτημα για διερεύνηση της υπόθεσης και τις αιτιάσεις περί πολιτικής σκοπιμότητας. Το ΑΛΜΑ υποστηρίζει ότι «δεν απαιτούμε τίποτα λιγότερο από αυτό που απαιτεί η κοινωνία: αξιόπιστη, ανεξάρτητη και πλήρη διερεύνηση», κατηγορώντας παράλληλα την ηγεσία του ΔΗΣΥ ότι «βιάζεται να επιβεβαιώσει ένα συγκεκριμένο αφήγημα».
Από την πλευρά του, ο ΔΗΣΥ απαντά απορρίπτοντας τις αιτιάσεις, τονίζοντας πως «γνωρίζει μόνο όσα έχουν το φως της δημοσιότητας», από τα οποία, όπως αναφέρει, «προκύπτει πως ουδεμία σοβαρή έρευνα έγινε πριν από τη δημοσιοποίηση» και ότι «καμία μεγάλησυνωμοσία δεν εκτυλίσσεται». Παράλληλα, κάνει λόγο για πρακτικές που αποσκοπούν στο «να δημιουργηθούν εντυπώσεις, να αφεθούν σκιές και να σπιλωθούν άνθρωποι και θεσμοί».
Το ΑΛΜΑ επιμένει ότι θέτει «καλοπροαίρετα» ερωτήματα για την πορεία της διερεύνησης, σημειώνοντας πως «ενδεχομένως όλη αυτή η υπόθεση να αποδειχθεί σκευωρία. Ενδεχομένως όχι», ενώ ο ΔΗΣΥ ανεβάζει τους τόνους, κάνοντας λόγο για «προσχεδιασμένες και αδίστακτες προσωπικές και πολιτικές φιλοδοξίες» και προειδοποιώντας ότι «η πολιτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να εκφυλίζεται σε μηχανισμό καταγγελιών».
Αυτούσια η ανακοίνωση του κινήματος ΑΛΜΑ:
Κι όμως συνέβη: Ο ΔΗΣΥ κατηγορεί το Άλμα επειδή ζήτησε διερεύνηση μιας καταγγελίας!
Δεν απαιτούμε τίποτα λιγότερο από αυτό που απαιτεί η κοινωνία: αξιόπιστη, ανεξάρτητη και πλήρη διερεύνηση των καταγγελιών Δρουσιώτη, με τρόπο που να απαντά τεκμηριωμένα στα λογικά ερωτήματα και τη δικαιολογημένη έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς.
Μόλις προχθές ο Αρχηγός Αστυνομίας μάς είπε ότι η Αστυνομία βρίσκεται στον πυρήνα και στην ουσία της υπόθεσης. Ξέρει κάτι παραπάνω η ηγεσία του ΔΗΣΥ, η οποία έσπευσε να χαρακτηρίσει την υπόθεση «στημένη θεωρία συνωμοσίας»; Εμείς, πάντως, δεν ξέρουμε κάτι παραπάνω και ούτε προτρέχουμε.
Με βάση τα όσα είναι δημοσίως γνωστά και την κοινή λογική, επιμένουμε να ρωτούμε:
1. Έχει ολοκληρωθεί η διερεύνηση;
2. Έχει αποφανθεί η EUROPOL;
3. Είναι κάποια ή όλα τα μηνύματα χαλκευμένα;
4. Η μεταστροφή της «Σάντη» είναι αυθεντική ή προϊόν πιέσεων και φόβου;
5. Έχουν ανοιχθεί και ερευνηθεί οι τραπεζικοί λογαριασμοί των φερόμενων ως εμπλεκόμενων εταιρειών και προσώπων;
Όταν θα έχουμε οριστικές απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά, θα τοποθετηθούμε οριστικά. Μέχρι τότε, ρωτάμε καλοπροαίρετα και ενεργούμε θεσμικά. Ενδεχομένως όλη αυτή η υπόθεση να αποδειχθεί σκευωρία. Ενδεχομένως όχι. Ενδεχομένως να υπάρχει ένα υπόβαθρο αλήθειας, το οποίο σκιάζεται από ανακρίβειες, ασάφειες ή ψέματα. Σε αντίθεση με τους προπετείς της ηγεσίας του ΔΗΣΥ, εμείς δεν γνωρίζουμε ακόμη ποιο από τα τρία ενδεχόμενα ισχύει.
Στο παρόν στάδιο, αναμένουμε η Αστυνομία να επιτελέσει το έργο της με αμεροληψία και επαγγελματισμό και συγκρατούμε με ικανοποίηση τη δέσμευση του Αρχηγού της ότι «η έρευνα δεν γίνεται για να επιβεβαιώσει οιοιδήποτε αφήγημα. Γίνεται για να καταλήξει στην αλήθεια με βάση τα στοιχεία». Παράλληλα, θεωρούμε απαραίτητο να υλοποιηθεί η Απόφαση του ίδιου του Υπουργικού Συμβουλίου, της 8ης Απριλίου 2026, σύμφωνα με την οποία και με βάση δήλωση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά τη λήψη των αποτελεσμάτων από την EUROPOL, θα ληφθεί απόφαση, ως προς το αν θα διοριστεί ή όχι ανεξάρτητος ανακριτής.
Στη βάση όλων των πιο πάνω, είναι προφανές πως είναι η ηγεσία του ΔΗΣΥ που βιάζεται να επιβεβαιώσει ένα συγκεκριμένο αφήγημα. Όχι εμείς.
Αυτούσια η απάντηση του ΔΗΣΥ:
Ο Δημοκρατικός Συναγερμός γνωρίζει μόνο όσα έχουν το φως της δημοσιότητας, από τα οποία προκύπτει πως ουδεμία σοβαρή έρευνα έγινε πριν από τη δημοσιοποίηση και πως καμία μεγάλη Συνωμοσία δεν εκτυλίσσεται κατά της πατρίδα μας.
Καταδικάσαμε έντονα αυτή την πρακτική, που σκοπό έχει να δημιουργηθούν εντυπώσεις, να αφεθούν σκιές και να σπιλωθούν άνθρωποι και θεσμοί. Για να κερδηθεί δημοσιότητα και εκλογικό όφελος, στη βάση προσχεδιασμένων και αδίστακτων προσωπικών και πολιτικών φιλοδοξιών.
Όπως στο παρελθόν, έτσι και σήμερα αυτή η τακτική συνεχίζεται από τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη. Υπήρξε, άλλωστε, από τους βασικούς εκφραστές μιας πρακτικής που επιδιώκει τη δημοσιότητα και στηρίζεται στη στοχοποίηση και τη δημόσια διαπόμπευση ανθρώπων, αντί στον σεβασμό των θεσμών και του τεκμηρίου της αθωότητας.
Αυτό δεν το λέμε εμείς. Το τεκμηρίωσαν σε πολυσέλιδη απόφασή τους όχι ένας αλλά και οι 8 δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Δυστυχώς η πρακτική αυτή βρήκε πολιτική κάλυψη, απήχηση και μιμητές και από άλλους χώρους, όπως το ΑΚΕΛ και το Βολτ, αφού βόλευε το αφήγημά τους και τις δικές τους πολιτικές επιδιώξεις.
Η πολιτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να εκφυλίζεται σε μηχανισμό καταγγελιών. Τέτοιες πρακτικές δεν ενισχύουν αλλά τραυματίζουν τη Δημοκρατία και τον πολιτικό πολιτισμό.
Τις τελευταίες μέρες ζήσαμε τα αποτελέσματα του χάους και της αποσταθεροποίησης που φέρνουν τέτοιες φαιδρές πρακτικές. Μέσα σε λίγα λεπτά η κοινωνία συγκλονίστηκε και το κράτος δικαίου κατακρημνίστηκε. Πού πάμε;
Το διακύβευμα σήμερα είναι ξεκάθαρο: θα επιτρέψουμε να επικρατήσει η τοξικότητα, οι αλληλοκατηγορίες και ο λαϊκισμός ή η σοβαρότητα και οι υπεύθυνες πολιτικές για τον τόπο;







