Γράφει: Μιχάλης Γ. Ολύμπιος
Η επέτειος της διάνοιξης των οδοφραγμάτων δεν προσφέρεται για επετειακές κοινοτοπίες. Δεν είναι ημέρα για εύκολες διακηρύξεις περί «ελπίδας» και «επαναπροσέγγισης». Είναι, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, μια ενοχλητική υπενθύμιση του τι θα μπορούσε να είχε συμβεί — και δεν συνέβη, γιατί δεν θέλαμε.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, δεκάδες χιλιάδες Τουρκοκύπριοι, πάνω από πενήντα σε επαναλαμβανόμενες κινητοποιήσεις, κατέκλυσαν τους δρόμους απαιτώντας λύση, ευρωπαϊκή προοπτική και απεξάρτηση από τον ασφυκτικό έλεγχο της Τουρκίας. Δεν επρόκειτο για συμβολικές πορείες. Ήταν μια μαζική, αυθεντική κοινωνική απαίτηση για αλλαγή πορείας, για λύση. Την ίδια ώρα, στην ελληνοκυπριακή πλευρά, δεν υπήρξε αντίστοιχη κινητοποίηση, ούτε κοινωνική πίεση προς την κατεύθυνση της λύσης. Υπήρξε σιωπή. Και η σιωπή, στην πολιτική, σπάνια είναι ουδέτερη.
Το 2004 αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο σημείο καμπής. Το «όχι για να τσιμεντώσουμε το ναι» του ΑΚΕΛ στο Σχέδιο Ανάν —σε συνδυασμό με το ευρύτερο πολιτικό κλίμα της περιόδου— δεν ήταν απλώς μια διαφωνία επί ενός κειμένου. Ήταν η επικράτηση μιας λογικής αναβολής, ενός «όχι τώρα» που μεταφράστηκε, στην πράξη, σε «μάλλον ποτέ». Αντί να κεφαλαιοποιηθεί η δυναμική που υπήρχε και στις δύο κοινότητες (κυρίως στην ΤΚ), επιλέχθηκε η ασφάλεια της ακινησίας.
Δεκατρία χρόνια αργότερα, το 2017, το σκηνικό επαναλήφθηκε με διαφορετικούς πρωταγωνιστές αλλά παρόμοιο αποτέλεσμα. Στο Crans-Montana, η αποχώρηση του Αναστασιάδη, υπό την ιδιότητα του ως διαπραγματευτή της ελληνοκυπριακής κοινότητας, σφράγισε την κατάρρευση μιας διαδικασίας που πολλοί θεωρούσαν την πιο κοντινή σε λύση εδώ και δεκαετίες. Οι ευθύνες, προφανώς, δεν περιορίζονται σε ένα πρόσωπο ή στην μία πλευρά. Όμως η ευθύνη του ηγέτη, όταν κρατά το τιμόνι, είναι πάντα μεγαλύτερη, είναι κύρια και καθοριστική.
Ανάμεσα σε αυτά τα δύο ιστορικά ορόσημα, ένα μοτίβο επαναλαμβάνεται: ο φόβος του πολιτικού συστήματος να αναλάβει το κόστος των αποφάσεων. Το ΑΚΕΛ και ο ΔΗΣΥ, τα κόμματα που καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την πορεία της Κυπριακής Δημοκρατίας τις τελευταίες δεκαετίες, δεν μπορούν να σταθούν εκτός κάδρου, χωρίς ευθύνες. Με διαφορετικές αφετηρίες και ρητορική, κατέληξαν στο ίδιο αποτέλεσμα: τη συντήρηση του στάτους κβο.
Το στάτους κβο δεν είναι στατικό. Είναι ενεργά επιζήμιο.
Η διαιώνιση του Κυπριακού λειτουργεί ως υπόστρωμα για μια σειρά από παθογένειες που ταλανίζουν την κυπριακή κοινωνία. Η διαφθορά βρίσκει χώρο να αναπτυχθεί σε ένα περιβάλλον όπου η έλλειψη συνολικής προοπτικής και η απουσία check and balances μειώνει τη λογοδοσία και ενισχύει τις πελατειακές σχέσεις. Το κόστος ζωής επιβαρύνεται από δομικές στρεβλώσεις και περιορισμένες επιλογές σε μισή αγορά, σε μισή χώρα. Ο εκσυγχρονισμός του κράτους καθυστερεί, καθώς η πολιτική ενέργεια εξαντλείται στη διαχείριση του άλυτου Κυπριακού προβλήματος αντί στη διαμόρφωση του προοπτικής για το μέλλον.
Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, είναι βαθύτερο και πολύ ανησυχητικό: η εσωτερίκευση της διχοτόμησης, η αντίληψη ότι «έτσι είμαστε καλύτερα». Μια κοινωνία που σταδιακά συμβιβάζεται με την ιδέα ότι «έτσι είναι τα πράγματα, τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει», που δεν αντιδρά σχεδόν σε τίποτε, δεν διεκδικεί, δεν πιέζει αλλά εξωτερικεύει την οργή της με θυμωμένες αναρτήσεις στα ΜΚΔ και επιλογές τύπου Φειδία, δεν οδηγεί τα πράγματα σε επίλυση και κοινωνική πρόοδο αλλά σε τέλμα.
Η επέτειος της διάνοιξης των οδοφραγμάτων θα μπορούσε να είναι μια ιστορία επιτυχίας, μια γιορτή για τον τόπο και τους ανθρώπους του. Έγινε, αντίθετα, μια υπενθύμιση χαμένων ευκαιριών.
Οι Τουρκοκύπριοι απέδειξαν τότε ότι μια κοινωνία μπορεί να κινητοποιηθεί μαζικά για να αλλάξει τη μοίρα της. Το ερώτημα που παραμένει, δύο δεκαετίες μετά, είναι αν εμείς είμαστε διατεθειμένοι να ξυπνήσουμε — ή αν θα συνεχίσουμε να βαφτίζουμε την διχοτόμηση «second best solution!»;







