Στη δημόσια ζωή υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τα πρόσωπα και αρχίζει να αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο για την ποιότητα των θεσμών μας. Η έντονη συζήτηση των τελευταίων ημερών γύρω από την παραίτηση ή μη του Γενικού Εισαγγελέα και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα δεν αφορά απλώς δύο αξιωματούχους. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ανεξαρτησία των θεσμών, τα όρια της πολιτικής πίεσης και, τελικά, την ίδια τη λειτουργία του κράτους δικαίου.
Αξίζει, λοιπόν, να σταθούμε στα γεγονότα και μόνο στα γεγονότα.
Ο Γενικός Εισαγγελέας και ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας επέλεξαν να απέχουν από οποιαδήποτε διαδικασία ή απόφαση σχετίζεται με συγκεκριμένη υπόθεση, ακριβώς επειδή έκριναν ότι θα μπορούσε να δημιουργηθεί, έστω και σε επίπεδο εντυπώσεων, ζήτημα αντικειμενικότητας ή αντίληψης σύγκρουσης συμφερόντων.
Η αποχή δεν αποτελεί παραδοχή ενοχής. Αντιθέτως, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους μηχανισμούς προστασίας της αμεροληψίας σε κάθε σύγχρονο κράτος δικαίου.
Από πότε ο Γενικός Εισαγγελέας αξιολογείται με βάση το κατά πόσο διευκολύνει ή δυσκολεύει την εκτελεστική εξουσία;
Σε ένα κράτος δικαίου, η απομάκρυνση ενός Γενικού Εισαγγελέα μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο όταν υπάρχουν αποδεδειγμένα στοιχεία παρανομίας, κατάχρησης εξουσίας ή σοβαρού θεσμικού παραπτώματος.
Θέλουμε πραγματικά ανεξάρτητους θεσμούς ή θεσμούς που επιβιώνουν μόνο όσο εξυπηρετούν τη συγκυρία;







