Γράφει: Κυριάκος Α. Κενεβέζος
Λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές, η δημόσια συζήτηση δείχνει να κινείται σε ένα επίπεδο που δεν ανταποκρίνεται ούτε στο διακύβευμα ούτε στη συγκυρία.
Η προεκλογική περίοδος, αντί να λειτουργεί ως στιγμή πολιτικής συγκέντρωσης, καθαρής ιεράρχησης και ουσιαστικής αντιπαράθεσης, έχει εξελιχθεί σε ένα πεδίο διάχυτου θορύβου και αποσπασματικών παρεμβάσεων. Λόγος υπάρχει, αλλά σπάνια αποκτά συνοχή. Τοποθετήσεις διατυπώνονται, αλλά δεν συνθέτουν ένα ενιαίο πλαίσιο πολιτικής κατανόησης.
Το αποτέλεσμα είναι μια δημόσια ατζέντα που δεν οργανώνεται γύρω από προτεραιότητες, αλλά γύρω από αποσπασματικά επεισόδια.
Ζητήματα που θα έπρεπε να αποτελούν τον σκληρό πυρήνα της πολιτικής αντιπαράθεσης όπως η παιδεία, η ασφάλεια, η υγεία και η λειτουργία των θεσμών εμφανίζονται στη δημόσια συζήτηση, αλλά χωρίς την απαιτούμενη επεξεργασία. Δεν αναπτύσσονται σε βάθος, δεν συγκρούονται ως πραγματικές πολιτικές επιλογές και δεν μετατρέπονται σε καθαρά διλήμματα για τον πολίτη.
Υπάρχουν ως αναφορές, όχι ως δομή συζήτησης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Κυπριακό, το κατεξοχήν ζήτημα που ορίζει τη διαχρονική πολιτική συνθήκη της χώρας, μοιάζει να έχει υποχωρήσει από το κέντρο του δημόσιου λόγου. Όχι ως απουσία αναφοράς, αλλά ως απουσία ουσιαστικής παρουσίας. Δεν λειτουργεί ως άξονας που διαμορφώνει τη συζήτηση, ούτε ως σημείο αναφοράς που επιβάλλει ιεράρχηση.
Και αυτό, σε μια ημικατεχόμενη πατρίδα, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ουδέτερη εξέλιξη.
Η μετατόπιση αυτή δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο της πολιτικής συζήτησης, αλλά τον τρόπο με τον οποίο αυτή συγκροτείται. Όταν τα θεμελιώδη ζητήματα δεν οργανώνουν την ατζέντα, τότε η ατζέντα οργανώνεται από αλλού. Από αποσπασματικές εντάσεις, από στιγμιαίες αντιπαραθέσεις και από λογικές που ευνοούν την εντύπωση έναντι της ανάλυσης.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι αυτή η συνθήκη δεν φαίνεται παροδική. Αντίθετα, δείχνει να σταθεροποιείται ως τρόπος λειτουργίας του δημόσιου λόγου. Σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και οι παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν διορθωτικά, συχνά προσαρμόζονται στους ίδιους όρους που επιχειρούν να κριτικάρουν.
Έτσι, η κριτική στην επιφανειακότητα δεν οδηγεί απαραίτητα στην υπέρβασή της. Αντιθέτως, κινδυνεύει να αναπαράγει το ίδιο πλαίσιο, απλώς με διαφορετικούς όρους.
Το αποτέλεσμα είναι μια προεκλογική περίοδος που χαρακτηρίζεται από ένταση χωρίς συνοχή και από παρουσία χωρίς συγκρότηση.
Και σε μια τέτοια συνθήκη, το ουσιαστικό ζητούμενο δεν είναι απλώς η ύπαρξη πολιτικής συζήτησης, αλλά η ικανότητά της να οργανώνει καθαρά τις επιλογές που τίθενται ενώπιον του πολίτη.
Όταν αυτό δεν επιτυγχάνεται, η εκλογική διαδικασία παραμένει τυπικά ενεργή, αλλά ουσιαστικά αποδυναμωμένη ως προς το περιεχόμενό της.
Και αυτό, στην παρούσα συγκυρία, είναι το πιο κρίσιμο δεδομένο.







