Μία επίμαχη ανάρτηση την παραμονή των εκλογών μπορεί να οδηγήσει σε καταγγελία. Για να στηριχθεί όμως μία ποινική υπόθεση, πρέπει να αποδειχθούν πολύ περισσότερα από την εμφάνιση ενός ονόματος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Χρειάζεται να τεκμηριωθεί η συγκεκριμένη πράξη, να συνδεθεί η επίμαχη ενέργεια με το πρόσωπο που την πραγματοποίησε και να εξηγηθεί πώς αποκτήθηκαν και ελέγχθηκαν τα στοιχεία. Σε αυτή τη διαδρομή, η ψηφιακή δικανική εξέταση έχει καθοριστικό ρόλο.
Ο εκλογικός νόμος αποτελεί την αφετηρία του νομικού ελέγχου. Το άρθρο 63(1)(β) του Ν. 72/1979 περιλαμβάνει απαγορεύσεις για εκλογικές δημοσιεύσεις, ενώ ο Γενικός Έφορος Εκλογών διευκρίνισε τον Μάιο του 2026 την εφαρμογή τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κάθε καταγγελία, ωστόσο, απαιτεί εξέταση του περιεχομένου, του χρόνου και της συγκεκριμένης διάταξης που φέρεται να παραβιάστηκε, με σεβασμό στην ελευθερία της έκφρασης.
Τι συλλέγεται πριν από το ένταλμα: Η πρώτη δουλειά του ανακριτή είναι να διαφυλάξει το διαθέσιμο υλικό και να ξεχωρίσει τα γεγονότα από τις υποθέσεις. Καταγράφει την πλήρη ανάρτηση, τον ακριβή σύνδεσμο, τα αναγνωριστικά δημοσίευσης και λογαριασμού όπου είναι διαθέσιμα, την εμφανιζόμενη ημερομηνία και ώρα, καθώς και το πλαίσιο της συζήτησης. Σημειώνει χωριστά πότε έγινε η συλλογή, με ποια μέθοδο και σε ποια ζώνη ώρας. Η ώρα του στιγμιότυπου οθόνης δεν είναι κατ’ ανάγκην η ώρα της δημοσίευσης. Ένα αποκομμένο στιγμιότυπο χρειάζεται διερεύνηση της προέλευσής του. Ποιος το κατέγραψε; Είδε ο ίδιος την ανάρτηση ή του προωθήθηκε; Υπάρχει το αρχικό αρχείο, ο σύνδεσμος ή άλλο υλικό που επιτρέπει διασταύρωση; Η κατάθεση του προσώπου που εντόπισε το περιεχόμενο, η διατήρηση των αρχικών αρχείων και η καταγραφή της συλλογής μπορούν να δώσουν ουσιαστικό βάρος σε αυτό το πρώτο τεκμήριο. Παράλληλα εξετάζονται όσα στοιχεία αποκτώνται νόμιμα και συνδέουν τον λογαριασμό με συγκεκριμένο χρήστη. Το όνομα του προφίλ, η πολιτική τοποθέτηση ή η ομοιότητα του ύφους δεν αρκούν από μόνα τους για ασφαλή απόδοση. Όπου υπάρχει κίνδυνος απώλειας χρήσιμων δεδομένων, αξιολογείται έγκαιρα η κατάλληλη νόμιμη διαδικασία διαφύλαξής τους. Η διαφύλαξη δεν ισοδυναμεί με άδεια αποκάλυψης ή ανάγνωσης.
Τι πρέπει να εξηγηθεί στον δικαστή: Το άρθρο 4 του Κεφ. 155 επιτρέπει στην Αστυνομία να διερευνά ποινικά αδικήματα. Η συλλογή πληροφοριών μετά από μία καταγγελία και η έκδοση εντάλματος έρευνας είναι διαφορετικά στάδια. Κατά το άρθρο 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο δικαστής πρέπει να ικανοποιηθεί με ένορκη γραπτή δήλωση ότι υπάρχει εύλογη αιτία για την έκδοση του εντάλματος. Δεν απαιτείται σε αυτό το στάδιο απόδειξη ενοχής. Απαιτείται όμως πραγματικό υπόβαθρο που να συνδέει την έρευνα με συγκεκριμένο αδίκημα, αντικείμενο και τόπο. Για μία ψηφιακή υπόθεση, ο ανακριτής χρειάζεται να εξηγεί ποια πράξη διερευνά, από πού προκύπτουν οι πληροφορίες του, ποια δεδομένα αναζητεί και γιατί αναμένεται να βρίσκονται στον συγκεκριμένο χώρο ή στις συγκεκριμένες συσκευές. Η τεχνική δυνατότητα ενός υπολογιστή να συνδεθεί στο διαδίκτυο δεν αποτελεί, μόνη της, τεκμηρίωση ότι περιέχει στοιχεία για την επίμαχη ανάρτηση. Στον δικαστή πρέπει να παρουσιάζονται όλα τα ουσιώδη περιστατικά, περιλαμβανομένων όσων αποδυναμώνουν την προτεινόμενη σύνδεση.
Αρχή της αναλογικότητας και ιδιωτική ζωή: Η έρευνα που επιτρέπει ένα ένταλμα, αποτελεί ιδιαίτερα επεμβατικό μέτρο στην ιδιωτική ζωή. Η αρχή της αναλογικότητας απαιτεί να εξετάζεται αν η έκταση της επέμβασης δικαιολογείται από τον συγκεκριμένο σκοπό και αν επαρκεί μια λιγότερο επαχθής μέθοδος. Ένα στοχευμένο αίτημα προσδιορίζει, όσο επιτρέπει το στάδιο της έρευνας, τους λογαριασμούς, τις κατηγορίες δεδομένων και το κρίσιμο χρονικό διάστημα, εξηγώντας την αναγκαιότητα της αναζήτησης. Ως πρακτική δικλίδα, ο ανακριτής μπορεί, με τη συνδρομή του ψηφιακού πραγματογνώμονα, να προετοιμάζει αιτιολογημένο σχέδιο αναζήτησης με κατάλογο λέξεων-κλειδιών και, όπου ενδείκνυται, να το επισυνάπτει στην ένορκη γραπτή δήλωση προς τον δικαστή. Ο κατάλογος μπορεί να περιλαμβάνει συγκεκριμένες φράσεις της επίμαχης ανάρτησης, ονόματα λογαριασμών, αναγνωριστικά και σχετικές παραλλαγές γραφής. Έτσι ο δικαστής έχει σαφέστερη εικόνα του τι αναζητείται και πώς προτείνεται να περιοριστεί η επέμβαση. Η πρακτική αυτή ενισχύει την τεκμηρίωση και τον περιορισμό της έρευνας, χωρίς να αποτελεί γενική νομοθετική υποχρέωση. Οι λέξεις-κλειδιά πρέπει να υπηρετούν το αντικείμενο της έρευνας και να συνδυάζονται με τους υπόλοιπους περιορισμούς. Δεν εντοπίζουν κατ’ ανάγκην εικόνες, διαγραμμένα δεδομένα ή περιεχόμενο με διαφορετική γραφή, ενώ μπορεί να εμφανίσουν άσχετα αποτελέσματα. Η έλλειψη αποτελέσματος δεν αποδεικνύει απουσία τεκμηρίου. Το σχέδιο αναζήτησης δεν υποκαθιστά ούτε διευρύνει την εξουσιοδότηση που τελικά παρέχει το δικαστήριο. Η ανάγκη τεκμηρίωσης της σύνδεσης κάθε συσκευής με την υπόθεση έχει πρακτικό αντίκρισμα. Στην Πολιτική Αίτηση 212/2025, στις 13 Νοεμβρίου 2025, το Ανώτατο ακύρωσε μέρος εντάλματος που αφορούσε πρόσθετα κινητά, ταμπλέτες και υπολογιστές, επειδή δεν είχε τεκμηριωθεί η σύνδεσή τους με τα διερευνώμενα αδικήματα. Η σύνδεση ενός ήδη κατασχεμένου τηλεφώνου δεν αρκούσε για να δικαιολογήσει την αναζήτηση άλλων συσκευών.
Η κατάσχεση της συσκευής και η πρόσβαση στο περιεχόμενο: Η νόμιμη παραλαβή ενός κινητού δεν ανοίγει αυτομάτως όλες τις συνομιλίες του. Το Ανώτατο Δικαστήριο, στην Πολιτική Έφεση 44/2025 της 22ας Σεπτεμβρίου 2026, επανέλαβε τη διάκριση μεταξύ κατάσχεσης αντικειμένου και πρόσβασης σε καταγεγραμμένη ιδιωτική επικοινωνία. Για τη δεύτερη, εφαρμόζονται οι ειδικές συνταγματικές και νομοθετικές προϋποθέσεις, περιλαμβανομένου του Ν. 92(Ι)/1996. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε έρευνα για εκλογικές αναρτήσεις. Η παράβαση του άρθρου 63(1)(β), η οποία τιμωρείται κατά το άρθρο 63(3) με φυλάκιση έως ένα έτος, δεν περιλαμβάνεται στις κατηγορίες αδικημάτων για τις οποίες το άρθρο 17.2.Β του Συντάγματος και το άρθρο 21(4) του Ν. 92(Ι)/1996 επιτρέπουν την ειδική πρόσβαση σε καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας. Επομένως, η διερεύνηση αυτής της παράβασης δεν αρκεί από μόνη της για τέτοια πρόσβαση. Τα δεδομένα συνδρομητή, η κίνηση επικοινωνιών και το περιεχόμενο μηνυμάτων χρειάζονται χωριστή νομική αξιολόγηση. Οι κανόνες για τηλεπικοινωνιακά δεδομένα δεν μεταφέρονται αδιακρίτως σε κάθε αρχείο μιας συσκευής. Η έρευνα πρέπει επίσης να παραμένει εντός της νόμιμης εξουσιοδότησης. Η παρουσία ενός συνδεδεμένου λογαριασμού, δεν συνεπάγεται γενική άδεια πρόσβασης σε δεδομένα που τηρούνται σε διαδικτυακές υπηρεσίες. Άσχετα προσωπικά δεδομένα και υλικό που ενδέχεται να καλύπτεται από δικηγορικό απόρρητο, απαιτούν κατάλληλο διαχωρισμό και νομικό χειρισμό. Όταν προκύπτει ανάγκη επέκτασης, εξετάζεται πρώτα η νόμιμη βάση και τυχόν πρόσθετη δικαστική εξουσιοδότηση.
Πώς διαφυλάσσεται το ψηφιακό τεκμήριο: Κατά την παραλαβή καταγράφονται η συσκευή και τα αναγνωριστικά της, ο τόπος όπου βρέθηκε, η κατάστασή της, ο χειριστής και κάθε παράδοση ή μεταφορά. Η αλυσίδα φύλαξης δείχνει ποιος είχε το τεκμήριο, πότε και για ποιον σκοπό. Οι χειρισμοί μιας ενεργής ή κλειδωμένης συσκευής, ανατίθενται σε κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό, επειδή μια άστοχη ενέργεια μπορεί να μεταβάλει δεδομένα ή να δυσχεράνει την πρόσβαση. Ήδη κατά την πρώτη ανταπόκριση στον χώρο και τον επιτόπιο προκαταρκτικό έλεγχο απαιτούνται σαφείς δικλίδες. Ο έλεγχος γίνεται μόνο μέσα στη διαθέσιμη νόμιμη εξουσιοδότηση, από κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό, με καταγραφή των χειρισμών και των κριτηρίων αναζήτησης. Σκοπός του είναι να εντοπιστούν και να διαφυλαχθούν σχετικά τεκμήρια, περιορίζοντας την επέμβαση στο αναγκαίο. Η παρουσία της Αστυνομίας στον χώρο δεν δικαιολογεί γενική περιήγηση στο περιεχόμενο κάθε συσκευής. Στον υπολογιστή, όπου είναι εφικτό και νόμιμο, διατηρείται κατάλληλο δικανικό αντίγραφο και η εξέταση γίνεται σε αντίγραφα εργασίας, με προστασία από εγγραφή όπου εφαρμόζεται. Στα κινητά και στις ταμπλέτες, η διαδικασία εξαρτάται από το μοντέλο, το λειτουργικό σύστημα, την κρυπτογράφηση και τη μέθοδο λήψης. Καταγράφονται τα εργαλεία, οι εκδόσεις τους, οι ενέργειες και τυχόν μεταβολές. Μια επιτυχής εξαγωγή δεν σημαίνει ότι ανακτήθηκαν τα πάντα. Οι κρυπτογραφικές τιμές ελέγχου επιτρέπουν να ελεγχθεί αν τα συγκεκριμένα ψηφιακά αρχεία είναι ίδια με εκείνα για τα οποία υπολογίστηκαν οι αρχικές τιμές ελέγχου. Δεν αποδεικνύουν από μόνες τους ποιος δημιούργησε το περιεχόμενο, αν ήταν αυθεντικό πριν από τη συλλογή ή αν αποκτήθηκε νόμιμα.
Η τεχνική πληρότητα και τα δικαιώματα του ερευνώμενου: Θυμάμαι μία πρόσφατη συζήτηση σε μία δικαστική αίθουσα με έναν έμπειρο κρατικό πραγματογνώμονα και πρώην συνάδελφό μου, του οποίου εκτιμώ την ικανότητα και την εντιμότητα. Μου είπε ότι, για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, χρειάζεται πλήρες δικανικό αντίγραφο, ψηφίο προς ψηφίο, χαρακτηρίζοντας τις άλλες προσεγγίσεις «μισοδουλειές». Με καλή πρόθεση, έδινε έμφαση στην τεχνική πληρότητα. Εγώ θέλησα να θέσω και το ζήτημα των δικαιωμάτων του ερευνώμενου. Του έφερα το παράδειγμα μιας έρευνας σε κατοικία. Αν μπορούσαμε να σηκώσουμε ολόκληρο το σπίτι με έναν γερανό και να το μεταφέρουμε στο Αρχηγείο Αστυνομίας, θα είχαμε στη διάθεσή μας κάθε αντικείμενο για εξέταση. Με ποιες όμως συνέπειες για τους ανθρώπους που ζουν εκεί και με ποια αιτιολόγηση για όσα δεν σχετίζονται με την υπόθεση; Θέλω να πιστεύω ότι το παράδειγμα μετέφερε τον προβληματισμό. Το παράδειγμα αναδεικνύει την ανάγκη αιτιολόγησης της επέμβασης. Ένα πλήρες δικανικό αντίγραφο μπορεί πράγματι να είναι τεχνικά αναγκαίο, για παράδειγμα, για τη διατήρηση του πλαισίου και την εξέταση διαγραμμένων δεδομένων. Η στοχευμένη λήψη δεν είναι πάντοτε εφικτή ή επαρκής. Η διαφύλαξη ενός ευρύτερου αντιγράφου μπορεί να συνδυάζεται με αυστηρά περιορισμένη εξέτασή του. Χρειάζονται όμως νόμιμη εξουσιοδότηση και συγκεκριμένοι λόγοι για την έκταση της λήψης, καθώς και όρια στην εξέταση, στην πρόσβαση και στη χρήση του υλικού. Η τεχνική δυνατότητα αντιγραφής ολόκληρου του μέσου δεν αρκεί, από μόνη της, ως δικαιολόγηση.
Τι αναζητεί ο ψηφιακός πραγματογνώμονας: Μέσα στο επιτρεπόμενο πεδίο, η εξέταση αναζητεί συσχετισμούς που απαντούν σε συγκεκριμένα ερωτήματα. Σε υπολογιστή μπορεί να έχουν αξία τα προφίλ χρηστών, το ιστορικό του φυλλομετρητή, τοπικά δεδομένα εφαρμογών, προσχέδια, αρχεία εικόνας ή βίντεο και καταγραφές σχετικές με τη χρήση του λογαριασμού. Σε κινητό ή ταμπλέτα μπορεί να υπάρχουν αντίστοιχα δεδομένα εφαρμογών, ειδοποιήσεις, τοπικά πολυμέσα και αντίγραφα ασφαλείας. Ιδιωτικές επικοινωνίες εξετάζονται μόνο εφόσον υπάρχει η απαιτούμενη ειδική νόμιμη βάση. Το ζητούμενο είναι να συνδεθεί μια συγκεκριμένη ενέργεια με τον επίμαχο λογαριασμό, τη συσκευή, τον χρόνο και τον πραγματικό χρήστη. Η ύπαρξη μιας φωτογραφίας δεν αποδεικνύει ότι αναρτήθηκε από τη συσκευή: μπορεί να λήφθηκε από τρίτο, να αποθηκεύτηκε αυτόματα ή να συγχρονίστηκε. Το ιστορικό επίσκεψης μιας σελίδας δείχνει κάτι διαφορετικό από τη δημιουργία μιας δημοσίευσης. Κάθε εύρημα χρειάζεται ερμηνεία στο πλαίσιο της εφαρμογής που το παρήγαγε. Αν η δημοσίευση είχε προγραμματιστεί, ο χρόνος σύνταξης μπορεί να διαφέρει από τον χρόνο εμφάνισής της. Η διαγραφή δεν εγγυάται ότι ένα στοιχείο εξαφανίστηκε, αλλά ούτε ότι μπορεί να ανακτηθεί. Αντίστοιχα, η απουσία ευρήματος από μια περιορισμένη εξαγωγή δεν αποδεικνύει ότι η δραστηριότητα δεν συνέβη. Η έκθεση πρέπει να περιγράφει ακριβώς τι εξετάστηκε και ποιες περιοχές παρέμειναν απρόσιτες.
IP, MAC και IMEI στην ψηφιακή έρευνα: Οι διευθύνσεις IP και MAC μπορούν να αποτελέσουν σημαντικά, συσχετιζόμενα ευρήματα για τη σύνδεση ενός προφίλ με συγκεκριμένο δίκτυο και συσκευή. Η IP είναι η διεύθυνση που χρησιμοποιείται για την επικοινωνία μέσω του διαδικτυακού πρωτοκόλλου. Η δημόσια IP που καταγράφει μια πλατφόρμα μπορεί να αντιστοιχεί στην κοινή έξοδο πολλών συσκευών ή ακόμη και πολλών συνδρομητών. Γι’ αυτό εξετάζεται μαζί με τον ακριβή χρόνο και, όπου απαιτείται, τη θύρα προέλευσης, δηλαδή έναν επιπλέον αριθμό που βοηθά στη διάκριση των συνδέσεων. Η MAC είναι η διεύθυνση μιας δικτυακής διεπαφής, όπως η ασύρματη ή ενσύρματη σύνδεση ενός υπολογιστή, και χρησιμοποιείται στην επικοινωνία μέσα στο τοπικό δίκτυο. Μπορεί να συνδεθεί με καταγραφές παρουσίας και σύνδεσης σε συγκεκριμένο δίκτυο. Δεν αποστέλλεται όμως αυτομάτως στην απομακρυσμένη πλατφόρμα μαζί με την IP και δεν προκύπτει αυτομάτως από τη δημόσια IP. Η ίδια συσκευή μπορεί να χρησιμοποιεί περισσότερες από μία διευθύνσεις MAC. Η αποδεικτική τους αξία ενισχύεται με τη διασταύρωση. Μια καταγραφή δραστηριότητας προφίλ μπορεί, μέσω της δημόσιας IP και του χρόνου, να συσχετιστεί με στοιχεία του παρόχου. Στη συνέχεια, αρχεία του δρομολογητή ή του ασύρματου δικτύου μπορεί να συνδέσουν τη συγκεκριμένη δικτυακή κίνηση με μια τοπική IP και τη MAC που χρησιμοποιήθηκε. Αυτό προϋποθέτει ότι υπάρχουν οι αναγκαίες χρονικές αντιστοιχίσεις και ότι οι καταγραφές έχουν διατηρηθεί και αποκτηθεί νόμιμα. Η συσχέτιση ισχυροποιείται όταν συμφωνεί με ευρήματα χρήσης του ίδιου λογαριασμού στη συσκευή.
Χρειάζεται, ωστόσο, έλεγχος της MAC που πράγματι χρησιμοποιήθηκε στον κρίσιμο χρόνο. Οι σύγχρονες συσκευές μπορούν να χρησιμοποιούν ιδιωτικές, μεταβαλλόμενες MAC για προστασία της ιδιωτικότητας, ενώ μια MAC μπορεί επίσης να παραποιηθεί. Η λειτουργία προστασίας της ιδιωτικότητας δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη παρανομίας. Η σύγκλιση IP, MAC και ευρημάτων συσκευής μπορεί να προσφέρει ισχυρή τεχνική σύνδεση· η απόδοση της ανάρτησης σε άνθρωπο απαιτεί επιπλέον αξιολόγηση της χρήσης της συσκευής, των διαχειριστών του λογαριασμού και τυχόν πρόσβασης τρίτου.
Το IMEI είναι ο 15ψήφιος διεθνής κωδικός αναγνώρισης εξοπλισμού κινητής τηλεφωνίας. Βοηθά να συσχετιστεί η εξεταζόμενη συσκευή με καταγραφές του δικτύου κινητής τηλεφωνίας. Αφορά τον εξοπλισμό και διαφέρει από τον αριθμό τηλεφώνου και τα αναγνωριστικά της κάρτας SIM. Ορισμένες συσκευές, ιδίως όσες υποστηρίζουν περισσότερες από μία συνδέσεις κινητής τηλεφωνίας, διαθέτουν περισσότερα από ένα IMEI. Εφόσον ο πάροχος έχει διατηρήσει τις κατάλληλες καταγραφές και υπάρχει νόμιμη πρόσβαση, ο συνδυασμός IMEI, στοιχείων συνδρομής και χρόνου μπορεί να δείξει ποιος εξοπλισμός χρησιμοποιήθηκε στο κινητό δίκτυο, ακόμη και όταν έχουν εναλλαχθεί κάρτες SIM. Σε έρευνα για διαδικτυακή ανάρτηση, χρειάζεται επιπλέον συσχέτιση με τη συγκεκριμένη σύνδεση δεδομένων, τις καταγραφές της πλατφόρμας και τα ευρήματα της συσκευής. Το IMEI δεν αποκαλύπτει αυτοτελώς ούτε το προφίλ ούτε τον άνθρωπο που το χειρίστηκε. Η αντιστοίχισή του διασταυρώνεται, μεταξύ άλλων, για τυχόν σφάλμα ή παραποίηση.
Τι μπορεί να στηρίξει την υπόθεση στο δικαστήριο: Ο αποδεικτικός φάκελος μπορεί να περιλαμβάνει τη διαφυλαγμένη ανάρτηση και τα αρχικά αρχεία, καταθέσεις για τον εντοπισμό και τη συλλογή τους, νόμιμα ληφθέντα στοιχεία παρόχων, ευρήματα συσκευών, την αλυσίδα φύλαξης και την αιτιολογημένη έκθεση του πραγματογνώμονα. Το υλικό παρουσιάζεται με την κατάλληλη μαρτυρία και διαδικασία, ώστε να μπορούν να ελεγχθούν η προέλευση, η αυθεντικότητα, η συνάφεια και ο τρόπος απόκτησής του. Τα τεκμήρια πρέπει να συνδέονται με τα στοιχεία της συγκεκριμένης κατηγορίας: την πράξη, τον χρόνο, την απόδοσή της και, όπου απαιτείται, τη γνώση ή την πρόθεση.
Ο περί Αποδείξεως Νόμος, Κεφ. 9, προβλέπει κανόνες για έγγραφα, αντίγραφα και εξ ακοής μαρτυρία. Ένα στιγμιότυπο οθόνης δεν είναι αυτομάτως άχρηστο, ούτε αυτομάτως επαρκές. Άλλο είναι να αποδεικνύεται ότι μια δήλωση δημοσιεύτηκε και άλλο ότι όσα αναφέρει είναι αληθή. Όταν διαπιστώνεται ότι μαρτυρία αποκτήθηκε κατά παραβίαση συνταγματικού δικαιώματος του κατηγορουμένου, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον του, ακόμη και αν είναι τεχνικά αξιόπιστη. Αυτό δεν εξομοιώνεται με κάθε διαδικαστική πλημμέλεια. Το δικαστήριο κρίνει αν συντρέχει τέτοια παραβίαση, αν το υλικό είναι αποδεκτό και, εφόσον γίνει δεκτό, ποια βαρύτητα έχει.
Ο πραγματογνώμονας εξηγεί τις μεθόδους, τους ελέγχους και τους περιορισμούς του, συνδέει τα συμπεράσματα με συγκεκριμένα ευρήματα και διατηρεί τα στοιχεία που επιτρέπουν ουσιαστικό έλεγχο από την υπεράσπιση. Παρουσιάζει και όσα αποδυναμώνουν την αρχική υπόθεση ή στηρίζουν άλλη εξήγηση. Το βάρος της απόδειξης της ποινικής κατηγορίας πέραν εύλογης αμφιβολίας παραμένει στην κατηγορούσα αρχή.
Η συμβολή της ψηφιακής δικανικής εξέτασης είναι να προσφέρει ελέγξιμες απαντήσεις. Μια υπόθεση μπορεί να ενισχυθεί από τη σύγκλιση ανεξάρτητων, νόμιμα αποκτημένων στοιχείων. Μπορεί επίσης να αποδυναμωθεί όταν η τεχνική εξέταση αναδείξει λάθος απόδοση, ανεπαρκή δεδομένα ή διαφορετικό χρήστη. Η αξία της πραγματογνωμοσύνης βρίσκεται στην ακρίβεια αυτής της διάκρισης.
*Ο Αλέξης Μαύρος, της ISS Forensics, είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου MSc στην Ψηφιακή Διερεύνηση και Δικανική Πληροφορική (Digital Investigations & Forensic Computing) από το University College Dublin της Ιρλανδίας και της επαγγελματικής πιστοποίησης Certified Forensic Computer Examiner (CFCE) της IACIS — The International Association of Computer Investigative Specialists. Μέσα από την ISS Forensics, ασχολείται με τη διερεύνηση και ανάλυση ψηφιακών τεκμηρίων, με έμφαση στην επιστημονική τεκμηρίωση, την ακεραιότητα των στοιχείων και τον σεβασμό των δικαιωμάτων όσων εμπλέκονται σε μια έρευνα.








