Η θρησκευτική «ανομοιογένεια» της μουσουλμανικής κοινότητας συντηρήθηκε μέχρι και το τέλος της οθωμανικής περιόδου. Στην ύπαιθρο, κυρίως, οι δυναμικές της αλληλεπίδρασης, από τη συμβίωση με τους χριστιανούς, συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας «λαϊκότερης» εκδοχής του ισλάμ με αρκετά στοιχεία θρησκευτικού συγκρητισμού.
Το φαινόμενο του συγκρητισμού συναντάται, ασφαλώς, σε ολόκληρη την οθωμανική επικράτεια, αφού η συνύπαρξη χριστιανισμού και μουσουλμανισμού διαμόρφωσε πολιτισμικές ωσμώσεις και αλληλεπιδράσεις. Οι εξισλαμισμοί, παρότι στην περίπτωση της Κύπρου δεν υπήρξαν μαζικοί, προσέδιδαν επιπλέον «δυναμική» στον συγκρητισμό, αφού οι προσήλυτοι στο ισλάμ μετέφεραν μαζί τους πολιτισμικά στοιχεία, λατρευτικές πρακτικές και πιστεύω που δεν άφηναν ανεπηρέαστη την ταυτότητα των Κυπρίων-μουσουλμάνων. Ο σουφισμός, ιδιαίτερα ανεκτικός έναντι των χριστιανών, υπήρξε ο βασικός «φορέας» συγκρητισμού, στον οθωμανικό χώρο, ενώ όπως καταδεικνύεται, από τη διάσπαρτη παρουσία τάφων σουφιστών αγίων, η σουφική επιρροή, στην κυπριακή ύπαιθρο, υπήρξε ευρύτατη. Σε αντίθεση με το ορθόδοξο σουνητικό ισλάμ ο σουφισμός αποδεχόταν την ύπαρξη αγίων και πίστευε στην τέλεση «θαυμάτων». Συνεπεία των σουφικών επιρροών διαμορφώνονται, στην κυπριακή ύπαιθρο, χαλαρότερες θρησκευτικές ταυτότητες. Οι συμβιωτικές συνθήκες επέτρεπαν στους χωρικούς, χριστιανούς και μουσουλμάνους, να καταφεύγουν σε κοινά προσκυνήματα και αγίους ακόμα και σε αλλόδοξες θρησκευτικές πρακτικές, θέλοντας να μετέλθουν και άλλων μεθόδων για την εξασφάλιση μιας παραγωγικής σοδειάς ή για την αντιμετώπιση μιας ασθένειας.