Η προεκλογική εκστρατεία των κομμάτων, με αποκορύφωμα τις βουλευτικές εκλογές, έχει αποδείξει την κανονικοποίηση της ακροδεξιάς. Είναι μια εξέλιξη που πρέπει να μας ανησυχεί όλους.
Η κανονικοποίηση της ακροδεξιάς είναι η διαδικασία κατά την οποία τα κόμματα της ακροδεξιάς ανατρέπουν την εντύπωση ότι είναι περιθωριακά, επικίνδυνα ή μη αποδεκτά. Σταδιακά, γίνονται «συνηθισμένα», καθημερινά και νόμιμα στοιχεία του πολιτικού και του δημοσιογραφικού τοπίου. Επιτυγχάνεται μια ομαλοποίηση του ακροδεξιού λόγου, που σημαίνει τη σταδιακή αποδοχή και ενσωμάτωση των δεξιών εξτρεμιστικών ιδεολογιών και ρητορικής στο κυρίαρχο πολιτικό ρεύμα, ενισχύοντας την ανεκτικότητα για τις κάποτε περιθωριακές ιδέες. Υπενθυμίζω ότι η κανονικοποίηση της ακροδεξιάς υπήρξε δομικό στοιχείο της ανόδου του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία. Αυτή η άνοδος δεν επετεύχθη μέσω πραξικοπήματος, αλλά σταδιακά, χρησιμοποιώντας νόμιμες πολιτικές διαδικασίες και παραμέτρους του δημοκρατικού συστήματος της τότε Γερμανίας. Στη Γαλλία, το νέο πρόσωπο της ακροδεξιάς είναι ο νεαρός Τζόρνταν Μπαρντέλα, ο οποίος έγινε ο προστατευόμενος της Μαρίν Λεπέν. Μέτριος και συγκρατημένος στον τόνο του, ο Μπαρντέλα κατόρθωσε να κανονικοποιήσει την εθνική συσπείρωση, ενός κόμματος που πριν από λίγο καιρό θεωρούνταν φασιστική απειλή για την ασφάλεια της δημοκρατικής Γαλλίας.
Ας κοιτάξουμε τι συμβαίνει στην Κύπρο. Είναι γνωστό ότι ο Πρόεδρος της Ελλάδας και άλλοι Ελλαδίτες κυβερνητικοί αξιωματούχοι που επισκέπτονται την Κύπρο, απαξιώνουν να συναντηθούν με αντιπροσώπους του ακροδεξιού ΕΛΑΜ, καθότι θεωρούν αυτό το κόμμα ως ένα μίασμα στην πολιτική - και αυτή ήταν και η εντύπωση του μέσου Κυπρίου μέχρι πρότινος. Τους τελευταίους μήνες, και κυρίως στην προεκλογική περίοδο, το ΕΛΑΜ έχει κατορθώσει να αποδαιμονοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό. Κατ' αρχάς, το κόμμα επιδίωξε να μην ταυτίζεται με τη Χρυσή Αυγή ή τους νεοναζί, για να κερδίσει την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων. Έπειτα, οι παραδοσιακές εμμονές του (π.χ. ο αποκλειστικός εθνικισμός, η ακινησία της ταυτότητας, η αντίθεση στη μετανάστευση) έχει διεισδύσει στον λόγο και άλλων κομμάτων (κυρίως στον ΔΗΣΥ) και στο γενικότερο δημοσιογραφικό περιβάλλον. Σχεδόν καθημερινά υποψήφιοι του ΕΛΑΜ προβάλλονταν από όλα τα τηλεοπτικά κανάλια και αναμφίβολα αντιμετωπίστηκε κατά ίσο τρόπο με τα άλλα κόμματα. Προχθές ο επικεφαλής του κινήματος ΑΛΜΑ ανακοίνωσε ότι θα υπάρξουν επαφές με το ΕΛΑΜ για το θέμα της εκλογής του προέδρου της Βουλής. Δεν πρέπει να προκαλέσει σοκ αν και άλλα κόμματα έρθουν σε επαφές με το ακροδεξιό κόμμα για μια συνεργασία.
Οι βασικοί κίνδυνοι που προκύπτουν από αυτή την εξέλιξη είναι η καταβαράθρωση του Κυπριακού, η εξοικείωση με εθνικιστικές ή ξενοφοβικές θέσεις, η αποδυνάμωση των ατομικών ελευθεριών, η διάβρωση των δημοκρατικών ελέγχων, η πιθανότητα κοινωνικής και θεσμικής περιθωριοποίησης των μειονοτήτων, και ακόμα πιο εθνικιστική παιδεία. Επικεντρωνόμενοι στο Κυπριακό, το ΕΛΑΜ προτείνει για λύση το ενιαίο κράτος, όπου θα κυριαρχεί η ελληνοκυπριακή κοινότητα. Είναι μια λύση παντελώς ανέφικτη, που προκαλεί θυμηδία στους στοιχειωδώς νοήμονες πολίτες. Είναι κατά πολύ πιο εύκολο να περάσει μια κάμηλος από την τρύπα του βελονιού, παρά να δεχτούν οι Τούρκοι το ενιαίο κράτος. Άλλωστε, η επιδίωξη του ενιαίου κράτους θα σήμαινε εγκατάλειψη της λύσης της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, στην οποία είναι επίσημα δεσμευμένη η Κυπριακή Δημοκρατία. Για την ακρίβεια, μια τέτοια απόφαση θα συνιστούσε αθέτηση συμφωνιών και η Κύπρος θα έχανε παντελώς την υπόληψή της. Η φυσιολογική αντίδραση των ΗΕ και της ΕΕ θα ήταν η αναγνώριση της λεγόμενης τουρκικής δημοκρατίας βόρειας Κύπρου, τουτέστιν η de jure διχοτόμηση θα είναι αναπόφευκτη.
Μια άλλη συνέπεια θα ήταν κοινωνική πόλωση: Οι ρητορείες των ακροδεξιών συχνά στρέφονται εναντίον ορισμένων ομάδων (μεταναστών, ελίτ, πολιτικών αντιπάλων. ΛΟΑΤΚΙ), ενισχύοντας τις εντάσεις και τη βία στην πολιτική ζωή. Ενδεικτικό αυτού του κινδύνου ήταν οι δηλώσεις υποψήφιου βουλευτή του ΕΛΑΜ, ο οποίος προκάλεσε έντονες αντιδράσεις προτείνοντας τη δημιουργία «ανεξάρτητης αρχής» για την παρακολούθηση κομμάτων και την απαγόρευση δράσης πολιτικών δυνάμεων (όπως το ΑΚΕΛ, το Volt και ο Φειδίας Παναγιώτου), που κατά την άποψη του κόμματός του δρουν αντεθνικά.
Από όλες τις δυσάρεστες συνέπειες, η πιο ανησυχητική είναι ο έλεγχος της εκπαίδευσης, ένα θέμα ιδιαίτερης σημασίας. Ήδη το ΕΛΑΜ έχει κάνει γνωστή την επιθυμία του να αναλάβει την προεδρία της Επιτροπής της Παιδείας της Βουλής. Η κατάκτηση της εκπαίδευσης αποτελεί ταυτόχρονα στόχο και όργανο εξουσίας για την ακροδεξιά. Η στρατηγική της είναι διττή: να προσηλυτίσει τους νέους και να επιτεθεί σε ό,τι θεωρείται εχθρικό προς την εθνικιστική ιδεολογία. Οι εθνικιστές ονειρεύονται να ελέγξουν τα σχολεία, να τα υποτάξουν σε ένα και μόνο κόμμα, ώστε να διαδώσουν τις ιδέες τους και να εδραιώσουν την εξουσία τους. Ό,τι πέτυχε το ΕΛΑΜ με την άλωση των «εθνικόφρονων» σωματείων, φιλοδοξεί να το κάνει και με την εκπαίδευση. Θα εισάγει στα σχολεία «πατριωτικά» βιβλία Ιστορίας, γραμμένα από «ακραιφνείς Έλληνες, για να δίνουν έμφαση στην εθνική υπερηφάνεια και, βέβαια, να αγνοούν ή να υποβαθμίζουν, εθνικές καταστροφές όπως το πραξικόπημα του 1974 ή τη δράση της ΕΟΚΑ Β'. Θα επιστρέψει στην Κύπρο ο μεσαίωνας, αφού είναι δεδομένο ότι θα υπάρχει μια ισχυρή, οργανωμένη απώθηση ενάντια σε θέματα όπως η κριτική σκέψη, η ακαδημαϊκή αμφισβήτηση, η εκπαίδευση για το φύλο και τη σεξουαλικότητα. Σε όλα τα σχολεία οι μαθητές θα μάθουν να υπερασπίζονται τυφλά τον νατιβισμό. Τα σχολεία θα χρησιμοποιούνται για την ενίσχυση της ταυτότητας, με την ακροδεξιά να συνδέει συχνά τις πολιτικές πολυπολιτισμικής εκπαίδευσης με την κοινωνική διχόνοια. Αν, ω μη γένοιτο, παραδώσουμε το δικαίωμα της πολιτικής κατήχησης στο ΕΛΑΜ, θα αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση της ανόδου του σκοταδισμού. Θα μας συγκρίνουν με την Ουγγαρία του Ορμπάν ή, ακόμα, με ένα χειρότερο καθεστώς.
*Οικονομολόγου, κοινωνικού επιστήμονα







