Οι νόμοι δεν εφαρμόζονται κατά το δοκούν. Είναι απαράδεκτο οι αρμόδιες αρχές να γνωρίζουν ότι ένας νόμος παραβιάζεται συστηματικά και να παραμένουν αδρανείς.
Με στόχο την αποσυμφόρηση του οδικού δικτύου, η ολομέλεια της Βουλής ψήφισε, τον Ιούλιο του 2025, την πρόταση νόμου του βουλευτή του ΔΗΣΥ, Δημήτρη Δημητρίου, με την οποία θεσμοθετήθηκε η υποχρεωτική μετακίνηση οχημάτων που εμπλέκονται σε μικρές οδικές συγκρούσεις. Σκοπός της ρύθμισης είναι η αποφυγή της κυκλοφοριακής συμφόρησης και ο περιορισμός των δευτερογενών κινδύνων που προκαλούνται από την παραμονή των οχημάτων στο οδόστρωμα.
Σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, τα οχήματα που έχουν εμπλακεί σε τροχαία σύγκρουση μπορούν να μετακινηθούν, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχουν τραυματισμοί οδηγών ή επιβατών και δεν έχει υποβληθεί παράπονο για τραυματισμό. Επιπλέον, οι οδηγοί πρέπει να έχουν διαπιστώσει ότι τα απαραίτητα έγγραφά τους είναι έγκυρα και σε ισχύ, να μην απαιτείται η παρουσία της Αστυνομίας στη σκηνή και τα οχήματα να μπορούν να μετακινηθούν χωρίς ρυμούλκηση ή πρόκληση περαιτέρω ζημιών. Η μετακίνησή τους πρέπει, επίσης, να είναι ασφαλής τόσο για τους χρήστες του οδικού δικτύου όσο και για τη διεξαγωγή της κυκλοφορίας.
Σύμφωνα, πάντα, με τη νομοθεσία, πριν από τη μετακίνηση των οχημάτων οι εμπλεκόμενοι οδηγοί υποχρεούνται να ενημερώνουν αμέσως τις ασφαλιστικές τους εταιρείες και να ανταλλάσσουν τα στοιχεία τους, όπως το ονοματεπώνυμο, τον αριθμό του ασφαλιστήριου συμβολαίου, τον αριθμό της άδειας οδήγησης, τα στοιχεία του οχήματος και τα στοιχεία επικοινωνίας. Παράλληλα, οφείλουν να φωτογραφίζουν τη σκηνή της σύγκρουσης, καταγράφοντας την τελική θέση των οχημάτων, τους αριθμούς εγγραφής τους, τις προκληθείσες ζημιές και τον περιβάλλοντα χώρο.
Τα πρόστιμα
Επειδή, όμως, η νομοθεσία παρέμενε στην πράξη ανεφάρμοστη, ο εισηγητής της, Δημήτρης Δημητρίου, επανήλθε με νέα πρόταση νόμου, η οποία προέβλεπε την επιβολή χρηματικών ποινών σε όσους δεν συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν. Η σχετική τροποποίηση εγκρίθηκε από την ολομέλεια της Βουλής στα τέλη Απριλίου.
Η τροποποιημένη νομοθεσία προβλέπει ότι η μη συμμόρφωση των οδηγών με τις υποχρεώσεις που καθορίζει, συνιστά ποινικό αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, επισύρει χρηματική ποινή έως €1.000. Παράλληλα, αδίκημα διαπράττει και οποιοδήποτε πρόσωπο παρακινεί, εξαναγκάζει ή επιχειρεί να παρακινήσει ή να εξαναγκάσει οδηγό που εμπλέκεται σε οδική σύγκρουση να μην μετακινήσει το όχημά του ή να μην ακολουθήσει τις προβλεπόμενες διαδικασίες πριν από τη μετακίνηση. Και σε αυτή την περίπτωση προβλέπεται χρηματική ποινή έως €1.000.
Παρά την επιβολή χρηματικών ποινών, η νομοθεσία εξακολουθεί να μην εφαρμόζεται στην πράξη. Το διαπιστώνουμε καθημερινά. Σε μεγάλο βαθμό, η σχετική ρύθμιση δεν έχει ακόμη εμπεδωθεί στην οδική κουλτούρα των πολιτών, είτε λόγω ελλιπούς ενημέρωσης είτε λόγω της επιφυλακτικότητας πολλών οδηγών να μετακινήσουν τα οχήματά τους πριν από την άφιξη των ασφαλιστών.
Η ταλαιπωρία συνεχίζεται...
Αποτέλεσμα; Η κυκλοφοριακή συμφόρηση που προκαλείται ακόμη και από μικρές οδικές συγκρούσεις εξακολουθεί να αποτελεί καθημερινό φαινόμενο, ταλαιπωρώντας χιλιάδες οδηγούς και ακυρώνοντας στην πράξη τον βασικό στόχο της νομοθεσίας.
Το ζητούμενο, συνεπώς, δεν είναι πλέον η θέσπιση νέων νόμων, αλλά η εφαρμογή των υφιστάμενων. Και αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί με εκκλήσεις και παραινέσεις. Απαιτούνται συστηματική ενημέρωση των πολιτών, αποτελεσματική αστυνόμευση και, κυρίως, αλλαγή νοοτροπίας.
Όσοι, λοιπόν, εξακολουθούν να αγνοούν τη νομοθεσία, είτε επειδή αδυνατούν να αντιληφθούν τον σκοπό της είτε επειδή αδιαφορούν για την ταλαιπωρία που προκαλούν στους υπόλοιπους χρήστες του οδικού δικτύου, οφείλουν να κατανοήσουν ότι οι νόμοι δεν εφαρμόζονται κατά το δοκούν. Και αν αυτό δεν επιτευχθεί μέσω της ενημέρωσης και της συμμόρφωσης, ίσως η χρηματική ποινή των €1.000 να αποδειχθεί το αποτελεσματικότερο μέσο υπενθύμισης των υποχρεώσεών τους.







