Ενόψει της αναμενόμενης πρωτοβουλίας του γενικού γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμο να γίνει μια σε βάθος ανάλυση για το πού στέκεται σήμερα γεωπολιτικά η Τουρκία και ποιοι είναι οι πραγματικοί της φόβοι.
Για δεκαετίες, η Τουρκία αντιμετώπιζε το Κυπριακό ως ένα ζήτημα που μπορούσε να διαχειρίζεται μέσω της στρατιωτικής ισχύος, της γεωπολιτικής πίεσης και της σταδιακής παγίωσης των τετελεσμένων του 1974. Η λογική ήταν απλή. Επικεντρωνόταν στην πεποίθησή της ότι όσο περνούσε ο χρόνος τόσο περισσότερο η διχοτόμηση θα μετατρεπόταν σε νέα πραγματικότητα. Σήμερα, όμως, το περιφερειακό και διεθνές περιβάλλον μεταβάλλεται με τέτοια ταχύτητα ώστε, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, η Άγκυρα βρίσκεται αντιμέτωπη με φόβους και στρατηγικές ανησυχίες που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με στρατιωτικές κινήσεις ή ρητορικές εξάρσεις.
Το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον τι επιδιώκει η Τουρκία. Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι φοβάται. Διότι, συχνά στην ιστορία, τα κράτη δεν αλλάζουν πολιτική επειδή πείθονται, αλλά επειδή αναγκάζονται από την πραγματικότητα.
Γεωπολιτική περικύκλωση
Το πρώτο και ίσως σημαντικότερο στοιχείο είναι ο φόβος της γεωπολιτικής περικύκλωσης στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία βλέπει να διαμορφώνεται σταδιακά ένα πλέγμα συνεργασιών μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ, Αιγύπτου και σημαντικών δυτικών δυνάμεων, που περιορίζει την ικανότητά της να επιβάλλει μονομερώς τις διεκδικήσεις της.
Οι ενεργειακές εξελίξεις, οι συμφωνίες για το φυσικό αέριο, οι αμυντικές συνεργασίες και η αυξανόμενη παρουσία δυτικών εταιρειών στην περιοχή δημιουργούν ένα νέο στρατηγικό περιβάλλον. Η ίδια η τουρκική ρητορική για τη «Γαλάζια Πατρίδα» αποκαλύπτει ακριβώς αυτήν την ανησυχία, ότι δηλαδή η Άγκυρα θεωρεί πως κινδυνεύει να αποκλειστεί από τους νέους ενεργειακούς και γεωπολιτικούς σχεδιασμούς της Ανατολικής Μεσογείου.
Ευρωπαϊκή αγορά
Το δεύτερο στοιχείο αφορά τις σχέσεις της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρά τις κατά καιρούς εντάσεις, η τουρκική οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ευρωπαϊκή αγορά, τις επενδύσεις και τις χρηματοδοτικές ροές. Η Κύπρος, ως πλήρες κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτει θεσμικά εργαλεία που επηρεάζουν άμεσα την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας. Η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ένωση μετέτρεψε το Κυπριακό από ένα περιφερειακό πρόβλημα σε ευρωπαϊκό ζήτημα ασφάλειας και νομιμότητας.
Οικονομική πίεση
Το τρίτο στοιχείο είναι η ίδια η οικονομική κατάσταση της Τουρκίας. Παρά την ανθεκτικότητα της τουρκικής οικονομίας, η χώρα αντιμετωπίζει υψηλό πληθωρισμό, πιέσεις στο νόμισμα, ανάγκη για ξένες επενδύσεις και αυξανόμενες κοινωνικές απαιτήσεις. Η τουρκική ηγεσία γνωρίζει ότι οι συνεχείς γεωπολιτικές συγκρούσεις αυξάνουν το κόστος χρηματοδότησης και αποθαρρύνουν τους επενδυτές. Σε μια περίοδο που η παγκόσμια οικονομία γίνεται ολοένα και πιο ασταθής, η Άγκυρα δεν μπορεί να αγνοεί το κόστος μιας μόνιμης αντιπαράθεσης με την Ευρώπη και σημαντικούς περιφερειακούς παίκτες.
Σύμμαχοι
Υπάρχει επίσης ένας τέταρτος φόβος, λιγότερο ορατός αλλά εξαιρετικά σημαντικός, που είναι η στρατηγική απομόνωση. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, η αστάθεια στη Συρία, οι σχέσεις με το Ισραήλ, η αβεβαιότητα γύρω από το Ιράν και οι μεταβαλλόμενες ισορροπίες στο ΝΑΤΟ δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η Τουρκία χρειάζεται συμμάχους και όχι επιπλέον μέτωπα.
Η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται σε χώρο αυξημένης στρατηγικής σημασίας για τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη. Υπό αυτές τις συνθήκες, η διατήρηση ενός άλυτου Κυπριακού αρχίζει να λειτουργεί περισσότερο ως βάρος παρά ως πλεονέκτημα για την τουρκική διπλωματία.
Πορεία σε λύση;
Το κύριο ερώτημα είναι αν αυτοί οι φόβοι μπορούν να οδηγήσουν την Τουρκία στην αποδοχή μιας δίκαιης και βιώσιμης λύσης του Κυπριακού. Η απάντηση είναι ότι δεν θα την οδηγήσουν εκεί αυτόματα, αλλά μπορούν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις. Η ιστορία των διεθνών σχέσεων δείχνει ότι τα κράτη μετακινούνται όταν το κόστος της ακινησίας γίνεται μεγαλύτερο από το κόστος του συμβιβασμού.
Μια βιώσιμη λύση δεν μπορεί να στηρίζεται στη λογική του νικητή και του ηττημένου. Ούτε μπορεί να στηρίζεται στη διατήρηση αναχρονιστικών συστημάτων εγγυήσεων και στρατιωτικών παρεμβάσεων. Η ευρωπαϊκή πραγματικότητα του 21ου αιώνα απαιτεί ένα κράτος που όλοι οι πολίτες απολαμβάνουν πλήρη ανθρώπινα δικαιώματα, ελεύθερη διακίνηση, ελεύθερη εγκατάσταση, προστασία της περιουσίας τους και ισότητα ενώπιον του νόμου.
Η ίδια η Τουρκία σίγουρα αντιλαμβάνεται ότι η διεθνής νομιμοποίηση μιας τέτοιας λύσης θα μπορούσε να της προσφέρει σημαντικά ανταλλάγματα. Θα βελτίωνε δραστικά τις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Θα μείωνε τις εντάσεις με την Ελλάδα. Θα δημιουργούσε νέες ενεργειακές και οικονομικές δυνατότητες. Θα αφαιρούσε ένα από τα βασικότερα σημεία τριβής στις σχέσεις της με τη Δύση. Και, κυρίως, θα της επέτρεπε να εμφανιστεί ως δύναμη σταθερότητας αντί για δύναμη αναθεωρητισμού.
Βεβαίως, η τουρκική ηγεσία εξακολουθεί να προβάλλει το ζήτημα της «ασφάλειας» των Τουρκοκυπρίων. Η πραγματικότητα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Όμως, η ασφάλεια δεν είναι συνώνυμη της στρατιωτικής κατοχής. Σε ένα ευρωπαϊκό κράτος, η ασφάλεια μπορεί να διασφαλιστεί μέσω συνταγματικών εγγυήσεων, διεθνών μηχανισμών εφαρμογής, ευρωπαϊκού δικαίου και διεθνούς εποπτείας, χωρίς την παρουσία ξένων στρατευμάτων ή μονομερών επεμβατικών δικαιωμάτων. Εν πάση περιπτώσει, η συζήτηση για το μέλλον των εγγυήσεων και των στρατευμάτων παραμένει ο πυρήνας μιας σοβαρής διαπραγμάτευσης.
Η Κυπριακή Δημοκρατία
Η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται ενώπιον μιας συγκυρίας που, παρά τις προκλήσεις και τις αβεβαιότητες, δημιουργεί σημαντικά περιθώρια διπλωματικής και στρατηγικής ενίσχυσης. Η Λευκωσία καλείται να κινηθεί με νηφαλιότητα, συνέπεια και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, αποφεύγοντας τόσο την αδράνεια όσο και τις υπερβολικές προσδοκίες. Η πραγματικότητα παραμένει ότι η Τουρκία δεν δείχνει διάθεση να μεταβάλει ουσιαστικά τις πάγιες θέσεις της στο Κυπριακό. Ωστόσο, η διεθνής πολιτική δεν είναι στατική. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, οι ενεργειακές ανακατατάξεις, οι νέες προτεραιότητες ασφάλειας της Ευρώπης και οι μεταβαλλόμενες ισορροπίες στη Μέση Ανατολή διαμορφώνουν ένα διαφορετικό περιβάλλον από εκείνο των προηγούμενων δεκαετιών.
Στο πλαίσιο αυτό, η ενίσχυση της παρουσίας της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Παράλληλα, η εμβάθυνση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ, την Αίγυπτο και άλλους περιφερειακούς εταίρους ενισχύει την αξιοπιστία και τη στρατηγική αξία της χώρας. Οι συνεργασίες αυτές δεν αποτελούν απλώς διπλωματικές επιτυχίες, αλλά παράγοντες που αυξάνουν το πολιτικό και γεωστρατηγικό αποτύπωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ως αποτέλεσμα, η Άγκυρα καλείται να λειτουργήσει σε ένα πιο σύνθετο περιβάλλον, στο οποίο οι επιλογές της υπόκεινται σε μεγαλύτερο διεθνή έλεγχο και πολιτικό κόστος, δημιουργώντας νέες δυνατότητες για τη Λευκωσία να προωθήσει αποτελεσματικότερα τα συμφέροντά της. Το μεγάλο στρατηγικό στοίχημα είναι να καταστεί σαφές ότι μια λύση βασισμένη στο διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο δεν αποτελεί απειλή για την Τουρκία, αλλά διέξοδο. Όσο περισσότερο η Τουρκία αισθάνεται ότι κινδυνεύει να βρεθεί απομονωμένη οικονομικά, ενεργειακά και γεωπολιτικά, τόσο μεγαλύτερα θα είναι τα κίνητρα να αναζητήσει έναν έντιμο και δίκαιο συμβιβασμό.
Ισορροπίες
Συμπερασματικά, οι φόβοι της Τουρκίας δεν περιορίζονται μόνο στην Ελλάδα ή την Κύπρο. Η Τουρκία φοβάται την πιθανότητα να βρεθεί εκτός των νέων περιφερειακών ισορροπιών, εκτός των ενεργειακών δικτύων, εκτός των ευρωπαϊκών εξελίξεων και αντιμέτωπη με αυξανόμενα οικονομικά και στρατηγικά κόστη. Αν αυτές οι πιέσεις συνεχίσουν να ενισχύονται, τότε η διατήρηση του σημερινού αδιεξόδου θα καταστεί λιγότερο ελκυστική από μια συμφωνημένη λύση. Και τότε, ίσως για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, το Κυπριακό θα πάψει να είναι ζήτημα διαχείρισης τετελεσμένων και θα επανέλθει ως ζήτημα δικαιωμάτων, ελευθεριών και ευρωπαϊκής κανονικότητας για όλους τους κατοίκους της Κύπρου.
* Καθηγητή-ανθρωπολόγου στο Πανεπιστήμιο Philips, πρώην πρύτανη.







