Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς βρισκόταν στο επίκεντρο μιας συστηματικής και, σε αρκετές περιπτώσεις, συντονισμένης εκστρατείας απαξίωσης. Από την ημέρα της συγκρότησής της, διατυπωνόταν ο ισχυρισμός ότι τα μέλη της δεν απολάμβαναν πραγματικής ανεξαρτησίας, αλλά λειτουργούσαν ως προέκταση εκείνων που τα είχαν διορίσει. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και στον ευρύτερο δημόσιο διάλογο, επιχειρήθηκε να παγιωθεί η αντίληψη ότι ο επίτροπος Διαφάνειας, Χάρης Πογιατζής, και τα τέσσερα μέλη της αρχής, Μάκης Κωνσταντινίδης, Νίκος Ζαμπακίδης, Τατιάνα Ζαχαριάδου και Έλενα Πατέρα, δεν θα διανοούνταν καν να ερευνήσουν ενδεχόμενες ευθύνες του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας Νίκου Αναστασιάδη, ακριβώς επειδή είχαν διοριστεί από τον ίδιο. Με άλλα λόγια, επιχειρήθηκε να παγιωθεί στην κοινή γνώμη η εικόνα μιας αρχής χωρίς πραγματική αυτονομία, ενός θεσμού υποταγμένου σε πολιτικές εξαρτήσεις και ανίκανου να αγγίξει εκείνους που θεωρούνταν οι ισχυροί του συστήματος.
Συνειδητά, ο επίτροπος και τα υπόλοιπα μέλη της αρχής επέλεξαν να μην απαντούν στα υποβολιμαία, κατευθυνόμενα και απαξιωτικά σχόλια, ούτε στις κακοήθεις επιθέσεις που εξαπολύονταν εναντίον τους. Δεν επιζήτησαν την αντιπαράθεση, δεν κατέφυγαν σε επικοινωνιακά τεχνάσματα ούτε επιχείρησαν να κερδίσουν τις εντυπώσεις. Παρέμειναν προσηλωμένοι αποκλειστικά στη θεσμική τους αποστολή, αφήνοντας το έργο τους να μιλήσει αντί για τους ίδιους. Και πράγματι, το έργο αυτό μίλησε από μόνο του.
Το πόρισμα που εξέδωσε η αρχή για το «Κράτος Μαφία», το οποίο συνοδεύτηκε από μια τεκμηριωμένη ανακοίνωση σχεδόν 70 σελίδων με τα ευρήματα της έρευνας, έκλεισε πολλά στόματα. Πάνω απ' όλα, όμως, κατέρριψε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο το αφήγημα ότι τα μέλη της αρχής άγονται και φέρονται από τον Νίκο Αναστασιάδη, όπως επί μακρόν κατηγορούνταν και λοιδορούνταν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και όχι μόνο.
Η διερεύνηση της υπόθεσης «Κράτος Μαφία» υπήρξε εκτενής, εμπεριστατωμένη και εξαντλητική. Δεν περιορίστηκε σε επιφανειακή καταγραφή των γεγονότων, ούτε σε επιλεκτική αξιολόγησή τους. Αντίθετα, είναι το αποτέλεσμα μιας επίπονης και μεθοδικής έρευνας, πιστής στον θεμελιώδη λόγο ύπαρξης της αρχής: τη διερεύνηση, την αποκάλυψη και την καταπολέμηση της διαφθοράς, χωρίς εκπτώσεις, χωρίς εξαιρέσεις και χωρίς διακρίσεις.
Μεμψιμοιρίες και κακοήθειες
Αναπόφευκτα, όσοι είχαν επενδύσει πολιτικά ή προσωπικά στην απαξίωση της αρχής, βρίσκονται σήμερα σε ιδιαίτερα δυσχερή θέση. Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ποιοι πρωτοστατούν σε αυτή την προσπάθεια. Κατά κύριο λόγο πρόκειται για πρόσωπα που τελούν υπό διερεύνηση ή που διερευνήθηκαν από την αρχή, καθώς και για τους νομικούς τους εκπροσώπους. Η υπεράσπιση των πελατών τους από τους δικηγόρους αποτελεί όχι μόνο θεμιτή αλλά και αναμενόμενη λειτουργία, στο πλαίσιο ενός κράτους δικαίου. Ωστόσο, άλλο η θεμιτή νομική υπεράσπιση και άλλο η συστηματική απόπειρα αποδόμησης ενός ανεξάρτητου θεσμού, κάθε φορά που τα πορίσματά του δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα εκείνων που ελέγχονται.
Ενίσχυση εξουσιών
Το σημαντικότερο, όμως, μήνυμα που εκπέμπει το συγκεκριμένο πόρισμα δεν αφορά μόνο την ίδια την υπόθεση. Αφορά τον ίδιο τον θεσμό της Αρχής κατά της Διαφθοράς. Αποδεικνύει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτει πλέον έναν θεσμό ο οποίος μπορεί να ερευνά υποθέσεις υψηλού δημόσιου ενδιαφέροντος, χωρίς να λογαριάζει πολιτικά πρόσωπα, οικονομικά κέντρα ή ισχυρές διασυνδέσεις. Και ακριβώς γι' αυτό το πόρισμα ανοίγει μια πολύ πιο ουσιαστική συζήτηση: αρκεί η αρχή να ερευνά και να εκδίδει πορίσματα; Η απάντηση είναι σαφώς αρνητική.
Εδώ και δυο χρόνια εκκρεμεί πρόταση νόμου στη Βουλή για να αποκτήσει η Αρχή κατά της Διαφθοράς ανακριτικές εξουσίες. Δηλαδή, να είναι σε θέση να διερευνά ποινικά τις υποθέσεις, να λαμβάνει ανακριτικές καταθέσεις και να εισηγείται στον γενικό εισαγγελέα όχι απλώς τη διενέργεια ποινικής έρευνας για ενδεχόμενα αδικήματα διαφθοράς, όπως γίνεται σήμερα, αλλά την καταχώριση ποινικών διώξεων για διαφθορά. Εν ολίγοις, η αρχή θα αναλαμβάνει να διερευνά από την αρχή έως το τέλος τις υποθέσεις που τίθενται ενώπιόν της, χωρίς εμπλοκή της Αστυνομίας και, γιατί όχι, με δικό της κατήγορο να καταχωρίζει τις υποθέσεις στα δικαστήρια, με στόχο την καταδίκη των εμπλεκόμενων, πρώην και νυν, αξιωματούχων και δημόσιων λειτουργών.
Η ευθύνη σε Χριστοδουλίδη και Βουλή
Αν η Πολιτεία, εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, επιθυμούν πράγματι να αποδείξουν ότι η μάχη κατά της διαφθοράς δεν αποτελεί απλώς ρητορικό σύνθημα αλλά στρατηγική επιλογή, οφείλουν να προχωρήσουν αμέσως σε ουσιαστική θεσμική ενίσχυση της Αρχής κατά της Διαφθοράς. Αυτό προϋποθέτει διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της ώστε οι έρευνές της να μην εξαντλούνται σε διαπιστώσεις, αλλά να οδηγούν τους ελεγχόμενους για πράξεις διαφθοράς, αξιωματούχους και δημόσιους λειτουργούς, ενώπιον της δικαιοσύνης.
michalis.h@politis.com.cy







