Ο ανασχηματισμός της κυβέρνησης και οι διορισμοί στους ημικρατικούς οργανισμούς είναι απολύτως συγκοινωνούντα δοχεία. Συνθέτουν την ίδια εικόνα και αποκαλύπτουν την ίδια πολιτική λογική. Μια λογική που δείχνει ότι ο Πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης έχει ήδη μεταφέρει το κέντρο βάρους της διακυβέρνησής του, από την παραγωγή πολιτικής, στην προετοιμασία της επόμενης προεδρικής εκλογής.
Ηγετική ικανότητα;
Τριάμισι χρόνια μετά την ανάληψη της εξουσίας, ο Νίκος Χριστοδουλίδης είναι πλέον φανερό ότι δεν διαθέτει καμία ηγετική ικανότητα η οποία θα τον βοηθήσει να καλύψει τις πραγματικές του προθέσεις, που είναι η διαμόρφωση των προϋποθέσεων για τη διατήρηση της εξουσίας το 2028. Οποιαδήποτε επιλογή του πλέον κινείται μέσα από το πρίσμα των πολιτικών συμμαχιών, των κομματικών ισορροπιών και των επίπλαστων εκλογικών ποσοστών ή, καλύτερα, της εκλογικής αριθμητικής, κάτι που αδυνατεί να κρύψει εξαιτίας εγγενών αδυναμιών του ως προσωπικότητα.
Ο ανασχηματισμός ήταν η μεγάλη ευκαιρία για μια ουσιαστική επανεκκίνηση. Θα μπορούσε να αποτελέσει μια έμμεση παραδοχή ότι η κυβέρνηση δεν πέτυχε τους στόχους, ή την πλειοψηφία τους, που η ίδια είχε θέσει, να σηματοδοτήσει αλλαγή φιλοσοφίας και να φέρει στο προσκήνιο πρόσωπα με αποδεδειγμένη τεχνοκρατική επάρκεια και πολιτική αυτονομία. Αντί γι' αυτό, η εικόνα που διαμορφώθηκε ήταν εκείνη της ανακατανομής ισορροπιών, με κυρίαρχο κριτήριο τη διατήρηση και την ενίσχυση των πολιτικών στηριγμάτων του Προέδρου.
Δηλαδή το ΔΗΚΟ και τα υπολείμματα των άλλων κομμάτων που τον στήριξαν, ένα δυνατό ακροδεξιό ακροατήριο με το οποίο συμβαδίζει πλήρως κυρίως στο Κυπριακό, ενώ παράλληλα επιχειρεί να διατηρήσει ανοικτούς διαύλους προς τον κεντροδεξιό χώρο και στα ενδότερα του ΔΗΣΥ, γνωρίζοντας ότι χωρίς σημαντικές διαρροές από εκεί δύσκολα θα οικοδομήσει μια νέα πλειοψηφία το 2028.
Επομένως η κάθε σημερινή κίνηση του Προέδρου δεν αποτελεί παρά μια οργανωμένη προεκλογική προετοιμασία. Για τον απλούστατο λόγο πως όταν κάθε πολιτική απόφαση ερμηνεύεται πρωτίστως με βάση τις κομματικές συνέπειες και όχι τις κοινωνικές της επιπτώσεις, τότε εύλογα δημιουργείται η εντύπωση ότι ο Πρόεδρος κυβερνά περισσότερο με ορίζοντα τις επόμενες κάλπες παρά τις ανάγκες της χώρας. Όσο και αν καμώνεται για το αντίθετο.
Το φιάσκο των διορισμών
Αυτή η εικόνα ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο με τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς. Οι αντιδράσεις που ακολούθησαν, οι καταγγελίες της αντιπολίτευσης και κυρίως οι δημόσιες αναφορές περί προσώπων που φέρονται να διορίστηκαν χωρίς να έχουν προηγουμένως υποβάλει αιτήσεις για εξέταση, από το, εκ των πραγμάτων αποδεδειγμένο, φιάσκο του λεγόμενου Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, δημιούργησαν ένα σοβαρό πολιτικό ζήτημα. Θα πρέπει όλα να απαντηθούν με απόλυτη διαφάνεια και αυτό είναι καθήκον της Νομοθετικής Εξουσίας.
Ωστόσο, ακόμη και πέρα από τη βασιμότητά τους, ανέδειξαν ένα βαθύτερο πρόβλημα που φθάνει στα όρια της πολιτικής απάτης, σε σχέση δήθεν με την ενίσχυση των δ.σ. των ημικρατικών οργανισμών. Αυτό δεν είναι υπερβολή από τη στιγμή κατά την οποία το σύστημα επιλογών εξακολουθεί να λειτουργεί με πολιτικά και όχι αξιοκρατικά κριτήρια.
Οι οργανισμοί διαχειρίζονται κρίσιμες υποδομές, δημόσιο πλούτο και υπηρεσίες στρατηγικής σημασίας. Οι διοικήσεις τους οφείλουν να εμπνέουν εμπιστοσύνη τόσο ως προς την επάρκειά τους όσο και ως προς τον τρόπο επιλογής τους.
Αιχμάλωτος
Η αξιοκρατία δεν μπορεί να είναι επικοινωνιακό σύνθημα αλλά προϋπόθεση μιας εξελισσόμενης αξιοπιστίας. Βεβαίως στον αστερισμό Χριστοδουλίδη τα πάντα έχουν μετατραπεί σε επικοινωνιακά τεχνάσματα.
Ο σημερινός Πρόεδρος εξελέγη υποσχόμενος ότι θα συγκρουστεί με τις παθογένειες του παλαιοκομματισμού. Υποσχέθηκε κυβέρνηση των αρίστων, αποστασιοποίηση από τις κομματικές ποσοστώσεις και ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης. Σήμερα, όμως, εμφανίζεται αιχμάλωτος μιας αχαλίνωτης επιθυμίας να κάνει τα πάντα προκειμένου να εξασφαλίσει συνθήκες που θα του προσφέρουν τον κυρίαρχο ρόλο για επανεκλογή του. Οι διορισμοί και ο ανασχηματισμός δημιουργούν την εντύπωση ότι οι κομματικές αλλά και οι προσωπικές επιλογές όχι μόνο δεν περιορίστηκαν αλλά εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό μηχανισμό λήψης αποφάσεων.
Η πολιτική αυτή έχει και μια ευρύτερη συνέπεια. Ενισχύει την πεποίθηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας ότι, ανεξάρτητα από το ποιος βρίσκεται στην εξουσία, οι ίδιες νοοτροπίες επιβιώνουν. Ότι οι προεκλογικές δεσμεύσεις για αξιοκρατία υποχωρούν όταν έρχεται η ώρα της άσκησης της εξουσίας και ότι οι θεσμοί εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως πεδίο πολιτικών ισορροπιών.
Το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι πως, ενώ κυριαρχεί η συζήτηση για πρόσωπα, κομματικές ισορροπίες και διορισμούς, η δημόσια συζήτηση για τις μεγάλες προκλήσεις της χώρας παραμένει στο περιθώριο. Η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά. Η στεγαστική κρίση επιδεινώνεται, το ενεργειακό κόστος παραμένει στα ύψη, η μεταρρύθμιση της δημόσιας υπηρεσίας προχωρεί αργά, η δικαιοσύνη συνεχίζει να αντιμετωπίζει σοβαρές καθυστερήσεις, ενώ στο Κυπριακό δεν διαφαίνεται οποιαδήποτε ουσιαστική πρόοδος παρά τις επίπλαστες -και δήθεν- πρωτοβουλίες του σημερινού Προέδρου οι οποίες βρίσκονται στο προσκήνιο μόνο για τους επικοινωνιακούς στόχους Χριστοδουλίδη και τίποτα περισσότερο.
Σε όλα αυτά τα μέτωπα ο ανασχηματισμός και οι διορισμοί στους ημικρατικούς δεν έδωσαν σαφές πολιτικό μήνυμα ούτε ότι, έστω και την υστάτη, μπορεί να υπάρξει μια νέα στρατηγική. Αντιθέτως, δημιούργησαν την αίσθηση ότι η κυβέρνηση επένδυσε περισσότερο στη διαμόρφωση των εκλογικών της συμμαχιών παρά στην αντιμετώπιση των πραγματικών προβλημάτων της κοινωνίας.
Φυσικά, κάθε Πρόεδρος έχει δικαίωμα να σχεδιάζει την πολιτική του επιβίωση. Αυτό αποτελεί μέρος της δημοκρατικής διαδικασίας. Όταν όμως η επιδίωξη της επανεκλογής αρχίζει να καθορίζει σχεδόν κάθε σημαντική κυβερνητική επιλογή, τότε τίθεται στη μέγκενη της κρίσης από τη μια το δημόσιο συμφέρον και από την άλλη οι εκτός ελέγχου κινήσεις και φαντασιώσεις Χριστοδουλίδη για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.






