Το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς για το «Κράτος Μαφία», με επικεφαλής την Αυστραλή νομικό Gabrielle McIntyre, δεν είναι απλώς ακόμη ένα θεσμικό έγγραφο που θα μπει σε έναν φάκελο και θα περιμένει την τύχη του. Είναι ή μπορεί να γίνει μια ιστορική τομή για την Κυπριακή Δημοκρατία. Όχι επειδή αποδεικνύει από μόνο του ποινικά αδικήματα. Αυτό είναι έργο της Αστυνομίας, της Νομικής Υπηρεσίας και, τελικά, των δικαστηρίων. Είναι σημαντικό επειδή ανοίγει, ίσως για πρώτη φορά με τέτοια θεσμική πυκνότητα, το ερώτημα που η Κύπρος αποφεύγει επί δεκαετίες: μπορεί η εξουσία να λογοδοτήσει πραγματικά όταν οι υποψίες αγγίζουν την κορυφή της; Θα αναδειχθεί ως ευκαιρία της Κύπρου να περάσει από το κράτος της ατιμωρησίας στο κράτος δικαίου;
Η τύχη ενός Προέδρου
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει πολύ περισσότερα από την τύχη ενός τέως Προέδρου ή μιας ομάδας επώνυμων προσώπων. Θα καθορίσει αν η Κυπριακή Δημοκρατία είναι διατεθειμένη να δει κατάματα τον εαυτό της. Αν μπορεί να αποδείξει ότι οι θεσμοί δεν λειτουργούν επιλεκτικά. Ότι ο νόμος δεν είναι σκληρός μόνο για τους αδύναμους και ελαστικός για τους ισχυρούς. Ότι η πολιτική και η δικαστική εξουσία, οι επιχειρηματικές διασυνδέσεις, οι κρατικές αποφάσεις και οι μηχανισμοί επιρροής δεν μπορούν να συνθέτουν ένα αδιαφανές σύστημα αμοιβαίας προστασίας.
Σε άλλες χώρες η ποινική λογοδοσία πρώην ή ακόμη και μετέπειτα ηγετών δεν είναι θεσμικά αδιανόητη. Στις περισσότερες περιπτώσεις η διαδικασία κινήθηκε μετά την αποχώρηση από το αξίωμα, μετά από καθαίρεση/παραίτηση, ή όταν έπαψε να ισχύει η ασυλία που συνδεόταν με το αξίωμα. Ο Πρόεδρος της Γαλλίας Ζακ Σιράκ καταδικάστηκε το 2011 για κατάχρηση δημόσιων πόρων σε υπόθεση εικονικών θέσεων εργασίας στον Δήμο Παρισιού. Του επιβλήθηκε διετής ποινή με αναστολή. Ο επίσης Γάλλος Πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί καταδικάστηκε το 2025 σε πέντε χρόνια φυλάκιση για εγκληματική συνωμοσία στην υπόθεση χρηματοδότησης της προεκλογικής του εκστρατείας από τη Λιβύη. Ο Ιταλός Πρωθυπουργός Σίλβιο Μπερλουσκόνι καταδικάστηκε για φορολογική απάτη, ψευδή λογιστικά στοιχεία και υπεξαίρεση σε υπόθεση που συνδεόταν με τον όμιλο Μediaset. Ο Πρόεδρος της Κορέας Λι Μιουνγκ-μπακ καταδικάστηκε για διαφθορά, υπεξαίρεση και δωροδοκία, με ποινή 17 ετών.
Στην Κύπρο η Αρχή κατά της Διαφθοράς δεν καταδίκασε κανέναν. Αυτό πρέπει να λέγεται καθαρά. Το πόρισμα δεν είναι δικαστική απόφαση. Δεν είναι καταδικαστική ετυμηγορία. Βασίζεται στο «ισοζύγιο των πιθανοτήτων», δηλαδή σε ένα επίπεδο αξιολόγησης διαφορετικό από το αυστηρό ποινικό μέτρο απόδειξης «πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Ακριβώς γι' αυτό, το επόμενο στάδιο είναι κρίσιμο. Η αξία του πορίσματος δεν θα κριθεί μόνο από το τι γράφει. Θα κριθεί από το τι θα κάνει η Δημοκρατία με αυτό.
Πίστη στους κανόνες
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη ευκαιρία. Η Κύπρος έχει συνηθίσει να ζει με σκάνδαλα που ξεσπούν, συγκλονίζουν για λίγες ημέρες, παράγουν πολιτικές δηλώσεις, τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις, αλληλοκατηγορίες - και ύστερα ξεθωριάζουν. Από το Χρηματιστήριο μέχρι τις πολιτογραφήσεις, από τραπεζικές ευθύνες μέχρι υποθέσεις διαπλοκής, το συλλογικό αίσθημα είναι συχνά το ίδιο: όλοι ξέρουν, λίγοι πληρώνουν, το σύστημα συνεχίζει. Αυτή η αίσθηση είναι το πιο διαβρωτικό στοιχείο για μια Δημοκρατία. Δεν καταστρέφει μόνο την εμπιστοσύνη στους πολιτικούς. Καταστρέφει την πίστη του πολίτη ότι αξίζει να τηρεί τους κανόνες.
Αν το πόρισμα διερευνηθεί επαρκώς, ανεξάρτητα και αξιόπιστα, μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο επανεκκίνησης. Όχι ως πράξη εκδίκησης. Όχι ως πολιτική ρεβάνς. Όχι ως δημόσιο λιντσάρισμα. Αλλά ως θεσμική ενηλικίωση. Η διαφορά ανάμεσα σε ένα κράτος διαφθοράς και ένα κράτος δικαίου δεν είναι ότι στο δεύτερο δεν υπάρχουν διεφθαρμένοι. Είναι ότι στο δεύτερο υπάρχουν μηχανισμοί που μπορούν να φτάσουν μέχρι τέλους, ακόμη κι όταν οι ελεγχόμενοι είναι ισχυροί, γνωστοί, δικτυωμένοι ή πολιτικά προστατευμένοι.
Αυτό σημαίνει συγκεκριμένα πράγματα. Σημαίνει ότι οι ανακριτικές αρχές πρέπει να κινηθούν χωρίς φόβο και χωρίς πολιτικές οδηγίες. Σημαίνει ότι η Νομική Υπηρεσία οφείλει να πείσει την κοινωνία ότι θα αξιολογήσει το υλικό με νομικά και μόνο κριτήρια. Σημαίνει ότι κάθε πιθανή σύγκρουση συμφέροντος πρέπει να αντιμετωπιστεί με απόλυτη διαφάνεια. Σημαίνει ότι όσοι αναλάβουν την υπόθεση πρέπει να είναι και να φαίνονται ανεξάρτητοι. Σημαίνει, επίσης, ότι οι εμπλεκόμενοι έχουν δικαίωμα πλήρους υπεράσπισης, αξιοπρεπούς μεταχείρισης και τεκμηριωμένης διαδικασίας. Το κράτος δικαίου δεν χτίζεται καταπατώντας δικαιώματα. Χτίζεται ακριβώς επειδή τα προστατεύει, ακόμη και στις πιο φορτισμένες υποθέσεις.
Πολιτικό διακύβευμα
Το διακύβευμα δεν είναι μόνο ποινικό. Είναι βαθιά πολιτικό, με την έννοια της ποιότητας της Δημοκρατίας. Αν η υπόθεση θαφτεί, καθυστερήσει αδικαιολόγητα ή μετατραπεί σε μια τεχνική διαχείριση χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, το μήνυμα θα είναι καταστροφικό: ότι ακόμη και όταν ένας ανεξάρτητος θεσμός επενδύει χρόνια εργασίας, εξετάζει μαρτυρίες, αξιολογεί δεδομένα και καταλήγει σε σοβαρές ενδείξεις, το σύστημα διαθέτει πάντα τον τρόπο να απορροφά τους κραδασμούς και να επιβιώνει αλώβητο. Αν, όμως, η υπόθεση διερευνηθεί μέχρι τέλους, το μήνυμα θα είναι εξίσου ισχυρό προς την αντίθετη κατεύθυνση, ότι δηλαδή κανείς δεν είναι υπεράνω ελέγχου.
Η Κύπρος χρειάζεται αυτό το μήνυμα. Το χρειάζεται για τους πολίτες που έχουν κουραστεί να ακούν περί κάθαρσης χωρίς να βλέπουν κάθαρση. Το χρειάζεται για τους νέους που μεγαλώνουν με την πεποίθηση ότι η επιτυχία εξαρτάται από γνωριμίες, όχι από αξιοκρατία. Το χρειάζεται για τη δημόσια διοίκηση, όπου οι έντιμοι λειτουργοί πρέπει να νιώσουν ότι προστατεύονται όταν αντιστέκονται σε πιέσεις. Το χρειάζεται και για τη διεθνή εικόνα της χώρας, η οποία έχει τραυματιστεί από υποθέσεις που παρουσίασαν την Κυπριακή Δημοκρατία ως ευάλωτη σε δίκτυα χρήματος, επιρροής και εξυπηρετήσεων.
Η υπόθεση αυτή μπορεί να γίνει ο καθρέφτης μιας χώρας που αλλάζει ή η απόδειξη μιας χώρας που δεν θέλει να αλλάξει. Δεν αρκεί να λέμε ότι η Κύπρος είναι ευρωπαϊκό κράτος δικαίου. Πρέπει να συμπεριφερόμαστε ως τέτοιο, ιδίως όταν το τεστ είναι δύσκολο. Και το τεστ είναι δύσκολο ακριβώς επειδή αφορά την κορυφή του πολιτικού συστήματος, επώνυμα πρόσωπα, ισχυρές διαδρομές και ένα πλέγμα σχέσεων που, σύμφωνα με την εικόνα που περιγράφεται, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μεμονωμένο περιστατικό.
Η αφετηρία
Η πραγματική μεταρρύθμιση αρχίζει όταν η κοινωνία σταματά να θεωρεί φυσιολογικό το αφύσικο. Όταν δεν αποδέχεται ως «έτσι δουλεύει το σύστημα» την εξυπηρέτηση, την επιρροή, την ασυλία, την ανταλλαγή χαρών, την πρόσβαση στους διαδρόμους της εξουσίας. Το πόρισμα της Αρχής μπορεί να γίνει αφετηρία για μια τέτοια αλλαγή - αν ακολουθήσει πραγματική διερεύνηση, θεσμική σοβαρότητα και πολιτική αντοχή.
Δεν είναι βέβαιο ότι η Κύπρος θα αρπάξει αυτή την ευκαιρία, από την άλλη είναι βέβαιο ότι σπάνια της παρουσιάστηκε τόσο καθαρά. Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο τι έκανε ή δεν έκανε ο τέως Πρόεδρος και όσοι κατονομάζονται. Το βαθύτερο ερώτημα είναι τι θα κάνει τώρα το κράτος. Θα προστατεύσει τους κρατούντες ή θα προστατεύσει τη Δημοκρατία; Από την απάντηση θα κριθεί αν το πόρισμα McIntyre θα μείνει ως ακόμη ένας σταθμός στην ιστορία της ατιμωρησίας ή ως η αρχή μιας νέας εποχής, όπου η Κύπρος θα μπορεί επιτέλους να πει ότι η εξουσία λογοδοτεί.







