Όσοι διαβάζουν τα κείμενά μου από το 1988 και εντεύθεν γνωρίζουν ότι επί δεκαετίες επαναλάμβανα πως τρία είναι τα μεγάλα καρκινώματα που διαβρώνουν το κράτος και την κοινωνία στην Κυπριακή Δημοκρατία: η έλλειψη λογοδοσίας, η ατιμωρησία και η ασυδοσία.
Για χρόνια πολλοί θεωρούσαν ότι επρόκειτο για δημοσιογραφική υπερβολή. Σήμερα, όμως, τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους. Φτάσαμε στο σημείο να δούμε Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα να καταλήγει στη φυλακή. Φτάσαμε στο σημείο να βλέπουμε Γενικό Εισαγγελέα και Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα να αυτοεξαιρούνται από τη διαχείριση της σοβαρότερης ίσως έρευνας που διενεργήθηκε ποτέ για διαφθορά στην Κυπριακή Δημοκρατία. Μιας έρευνας που αφορά τον άνθρωπο που τους διόρισε: τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας Νίκο Αναστασιάδη.
Και εδώ ακριβώς αρχίζουν τα δύσκολα ερωτήματα. Αν πράγματι υπήρχε ζήτημα σύγκρουσης συμφέροντος λόγω προσωπικών σχέσεων ή προηγούμενων συνδέσεων, γιατί η αυτοεξαίρεση δεν έγινε από την πρώτη ημέρα; Γιατί δεν κρίθηκε αναγκαία όταν ξεκινούσε η διερεύνηση; Γιατί χρειάστηκε να φτάσει η υπόθεση στο σημείο όπου το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς καταγράφει επτά ξεχωριστές περιπτώσεις πιθανών ποινικών αδικημάτων και δεκαπέντε πρόσωπα στο επίκεντρο των ερευνών, μεταξύ των οποίων ο τέως Πρόεδρος, μέλη της οικογένειάς του και στενοί συνεργάτες του;
Η απάντηση είναι προφανής για κάθε πολίτη που διαθέτει στοιχειώδη κρίση. Διότι το βάρος των ευρημάτων κατέστη πλέον ασήκωτο. Οι υποθέσεις που παραπέμπονται αφορούν κρατική γη, παρεμβάσεις σε έρευνες της ΜΟΚΑΣ, διορισμούς συγγενικών προσώπων, εξυπηρετήσεις ιδιωτικών συμφερόντων, διαγραφές φορολογικών οφειλών, χειρισμούς στην υπόθεση της RCB Bank και την πολύκροτη υπόθεση Focus. Δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό. Πρόκειται για ένα πλέγμα σχέσεων, αποφάσεων και ενεργειών που δημιουργεί την εικόνα ενός συστήματος εξουσίας το οποίο λειτουργούσε με κανόνες διαφορετικούς από αυτούς που ισχύουν για τους υπόλοιπους πολίτες.
Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, δεν είναι καν οι ίδιες οι καταγγελίες. Είναι το γεγονός ότι μεγάλο μέρος τους ήταν γνωστό εδώ και χρόνια. Δημοσιοποιήθηκαν επανειλημμένα. Γράφτηκαν, καταγγέλθηκαν, συζητήθηκαν. Κι όμως, οι θεσμοί που είχαν καθήκον να ερευνήσουν έδειχναν να μην βλέπουν. Σήμερα οι ίδιοι θεσμοί επικαλούνται λόγους δεοντολογίας για να αυτοεξαιρεθούν.
Η αυτοεξαίρεση, όμως, δεν μπορεί να λειτουργήσει ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Δεν διαγράφει τις παραλείψεις του χθες. Αντιθέτως, γεννά ακόμη περισσότερα ερωτήματα για το τι συνέβη όλα αυτά τα χρόνια και γιατί συγκεκριμένες υποθέσεις έμειναν στο περιθώριο.
Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος είχε επισημάνει ότι η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση για την προστασία του πολίτη από τις άλλες εξουσίες. Δεν υποστήριξε ποτέ, όμως, ότι η δικαιοσύνη αποτελεί εξουσία υπεράνω ελέγχου. Η ανεξαρτησία δεν είναι ασυλία. Η νομιμοποίηση των θεσμών απορρέει από την προσήλωσή τους στο Σύνταγμα, στον νόμο και στην ίση μεταχείριση όλων. Ακριβώς γι’ αυτό η σημερινή εικόνα προκαλεί τόσο έντονη δυσπιστία.
Όσο για τον ίδιο τον Νίκο Αναστασιάδη, η εξαγγελία ότι θα παραχωρήσει συνέντευξη Τύπου στις 23 Ιουνίου για να απαντήσει «τεκμηριωμένα» στα ευρήματα της Αρχής προκαλεί εύλογο προβληματισμό. Διότι η κοινωνία δικαιούται να αναρωτηθεί: γιατί τώρα;
Από το 2019 βρίσκονται στο δημόσιο πεδίο σοβαρότατες καταγγελίες που αφορούν το δικηγορικό του γραφείο και τις αποκαλύψεις του OCCRP για το λεγόμενο «Troika Laundromat». Η ίδια η Αρχή κατά της Διαφθοράς αναφέρεται σε συναλλαγές εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων μέσω εταιρειών-κελύφη και υπεράκτιων δομών, σημειώνοντας ότι υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις που δικαιολογούσαν περαιτέρω ποινική διερεύνηση.
Γιατί δεν δόθηκαν τότε οι τεκμηριωμένες απαντήσεις; Γιατί χρειάστηκε να περάσουν επτά χρόνια; Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι η έρευνα της Αρχής στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό σε υλικό το οποίο συγκέντρωσε, ανέλυσε και συστηματοποίησε ένας δημοσιογράφος, ο Μακάριος Δρουσιώτης. Ένας άνθρωπος μόνος απέναντι σε ένα ολόκληρο σύστημα εξουσίας. Εκεί όπου κρατικοί μηχανισμοί, εποπτικές αρχές και θεσμικά όργανα όφειλαν να ενεργήσουν, κυριάρχησε η αδράνεια.
Ακόμη και μετά το πόρισμα Νικολάτου για τα «χρυσά» διαβατήρια, που κατέγραψε μαζικές πολιτογραφήσεις εκτός του νομικού πλαισίου, δεν ακολούθησε η αναμενόμενη σε βάθος διερεύνηση. Το πόρισμα έμοιαζε περισσότερο με πάσα προς τις διωκτικές αρχές παρά με το τέλος μιας διαδικασίας. Κι όμως, το επόμενο κεφάλαιο ήταν η σιωπή. Σήμερα, μετά τα ευρήματα της Αρχής κατά της Διαφθοράς, η Κύπρος βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική δοκιμασία.
Δεν κρίνεται μόνο ο Νίκος Αναστασιάδης. Δεν κρίνονται μόνο όσοι τον περιέβαλαν πολιτικά, επαγγελματικά ή οικογενειακά. Κρίνεται η αξιοπιστία του κράτους δικαίου. Κρίνεται αν οι θεσμοί μπορούν επιτέλους να λειτουργήσουν χωρίς φόβο, χωρίς εξαρτήσεις και χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις. Κρίνεται αν η λογοδοσία θα πάψει να είναι σύνθημα και θα γίνει πράξη. Διότι αν και αυτή η υπόθεση καταλήξει στον γνώριμο κύκλο της συγκάλυψης, της καθυστέρησης και της ατιμωρησίας, τότε η μεγαλύτερη ζημιά δεν θα αφορά πρόσωπα. Θα αφορά την ίδια τη Δημοκρατία. Και τότε θα επιβεβαιωθεί με τον πιο τραγικό τρόπο ότι τα τρία καρκινώματα που επί δεκαετίες δηλητηριάζουν τον δημόσιο βίο όχι μόνο επιβίωσαν, αλλά τελικά κυριάρχησαν.







