Της Χριστίνας Νικολάου, Περιβαλλοντολόγου, Μέλος ΚΕ ΑΚΕΛ
Υπάρχει μια παλιά αρχή στη δημόσια πολιτική: πρώτα δημιουργείς τις προϋποθέσεις για να πετύχει μια μεταρρύθμιση και μετά ζητάς από τους πολίτες να την ακολουθήσουν. Στην περίπτωση του φόρου ταφής αποβλήτων, η κυβέρνηση δέσμια προηγούμενων συμφωνιών της διακυβέρνησης ΔΗΣΥ- Αναστασιάδη, φαίνεται να επιχειρεί ακριβώς αντίθετο.
Η κυβέρνηση προωθεί την επιβολή φόρου που θα ξεκινήσει από €10 ανά τόνο αποβλήτων και θα αυξάνεται κάθε χρόνο μέχρι τα €70 ανά τόνο. Η ίδια υπολογίζει ότι η αρχική επιβάρυνση θα είναι περίπου €4,77 ανά νοικοκυριό το 2026 και €9,59 το 2027. Το πραγματικό ζήτημα όμως δεν είναι το ποσό του πρώτου χρόνου. Το πραγματικό ζήτημα είναι ότι η κυβέρνηση παραδέχεται πως χωρίς πλήρη εφαρμογή της διαλογής στην πηγή και του Πληρώνω Όσο Πετώ το κόστος μπορεί να φτάσει στα €53 ανά νοικοκυριό το 2035 και στα €76 το 2040.
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο όμως είναι άλλο. Τα έργα που θα μειώσουν τις ποσότητες αποβλήτων και το κόστος για τους πολίτες θα χρηματοδοτηθούν από €48 εκατομμύρια ευρωπαϊκών πόρων και προβλέπεται να ολοκληρώνονται μέχρι το 2029. Δηλαδή η κυβέρνηση ζητά από τους πολίτες να αρχίσουν να πληρώνουν το 2026 για ένα σύστημα που θα είναι πλήρως έτοιμο το 2029.
Κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει ότι η χώρα μας πρέπει να μειώσει τις τεράστιες ποσότητες αποβλήτων που καταλήγουν στους χώρους ταφής. Η Ευρώπη προχωρά προς την κυκλική οικονομία, την ανακύκλωση και την επαναχρησιμοποίηση. Η Κύπρος δεν μπορεί να μείνει πίσω. Το ερώτημα, όμως, είναι μπορεί να εφαρμοστεί ο φόρος ταφής αποβλήτων στην Κύπρο και εάν ναι πότε;
Και η απάντηση είναι ξεκάθαρη: όχι τώρα και όταν.
Γιατί ο φόρος ταφής υποτίθεται ότι λειτουργεί ως κίνητρο αλλαγής συμπεριφοράς. Όμως πώς αλλάζει συμπεριφορά ένας πολίτης όταν δεν έχει ακόμη τις κατάλληλες επιλογές; Πώς ζητάς από μια οικογένεια να μειώσει τα απορρίμματά της όταν σε πολλές περιοχές δεν υπάρχουν ολοκληρωμένα συστήματα διαλογής στην πηγή; Πώς ζητάς από μια μικρή επιχείρηση να στραφεί σε εναλλακτικές λύσεις όταν οι υποδομές που χρειάζεται δεν είναι ακόμη διαθέσιμες;
Δεν μπορείς να μετατρέπεις την πρόθεση σε λογαριασμό. Αυτή είναι η ουσία της συζήτησης.
Το ίδιο το Ταμείο Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει εκατομμύρια ευρώ για την ανάπτυξη των αναγκαίων υποδομών. Νέα πράσινα σημεία, δίκτυα συλλογής βιοαποβλήτων, βελτιωμένα συστήματα ανακύκλωσης, σύγχρονες εγκαταστάσεις διαχείρισης αποβλήτων. Όλα αυτά σχεδιάστηκαν για να προηγηθούν. Για να δώσουν στους πολίτες τα εργαλεία που χρειάζονται ώστε να αλλάξουν συνήθειες.
Αντί όμως να περιμένουμε να ολοκληρωθεί αυτή η προσπάθεια, συζητούμε σήμερα την επιβολή ενός νέου οικονομικού βάρους.
Και το βάρος αυτό δεν θα το πληρώσει κάποιος απρόσωπος μηχανισμός. Θα το πληρώσουν τα νοικοκυριά, οι μικρές επιχειρήσεις, οι δήμοι και οι κοινότητες. Θα μεταφερθεί στα δημοτικά τέλη, στο λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων και τελικά στην τσέπη κάθε πολίτη.
Σε μια περίοδο όπου η κοινωνία προσπαθεί να αντιμετωπίσει το αυξημένο κόστος ζωής, η επιβολή του φόρου δεν συνιστά περιβαλλοντική μεταρρύθμιση αλλά ακόμη μία φορολογία.
Και τότε χάνεται το σημαντικότερο στοιχείο κάθε περιβαλλοντικής πολιτικής: η κοινωνική συναίνεση.
Οι πολίτες στηρίζουν τις αλλαγές όταν νιώθουν ότι είναι δίκαιες. Όταν βλέπουν ότι το κράτος έχει κάνει πρώτα το δικό του καθήκον. Όταν αντιλαμβάνονται ότι η επιβάρυνση συνοδεύεται από πραγματικές επιλογές και πραγματικά αποτελέσματα.
Διαφορετικά, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι λανθασμένο: «Πληρώστε τώρα και οι λύσεις θα έρθουν αργότερα», και αυτό δεν είναι μεταρρύθμιση.
Η Κύπρος οφείλει να πετύχει τους περιβαλλοντικούς της στόχους. Οφείλει να μειώσει την ταφή αποβλήτων και να αυξήσει την ανακύκλωση. Όμως η επιτυχία δεν θα έρθει μέσα από την τιμωρία αλλά μέσα από την προετοιμασία.
Πρώτα οι υποδομές. Πρώτα οι επιλογές. Πρώτα η ενημέρωση.
Γιατί η περιβαλλοντική πολιτική πετυχαίνει όταν πείθει τους πολίτες να αλλάξουν πορεία. Όχι όταν τους ζητάς να πληρώσουν για έναν δρόμο που δεν έχει ούτε σχεδιαστεί.







