Το πρόβλημα με τους χαμηλούς μισθούς στην Κύπρο δεν λύνεται με ένα ακόμη διάταγμα για τους μισθούς. Ούτε με την προσδοκία ότι κάθε αύξηση του κατώτατου θα μπορέσει από μόνη της να καλύψει την απόσταση που μεγαλώνει ανάμεσα στα εισοδήματα και στο κόστος ζωής. Το πραγματικό ερώτημα είναι ευρύτερο και το θέτει το εκτενές σημερινό ρεπορτάζ του «Πολίτη»: Τι οικονομία θέλουμε να έχουμε και, κυρίως, τι οικονομία μπορεί να παράγει υψηλότερα εισοδήματα;
Τα στοιχεία, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, είναι αποκαλυπτικά. Το 33,9% των μισθωτών αμείβεται με λιγότερα από €1.500 τον μήνα, ενώ ο διάμεσος μισθός βρίσκεται στα €1.968. Την ίδια ώρα, υπάρχουν τεράστιες διαφορές ανάμεσα στους κλάδους. Το 2024 ο μέσος μισθός σε ξενοδοχεία και εστίαση ήταν €1.583, ενώ στις χρηματοοικονομικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες έφθανε τα €4.710.
Αυτή η εικόνα δεν είναι απλώς πρόβλημα μισθολογικής πολιτικής. Είναι πρόβλημα οικονομικού μοντέλου.
Αν η Κύπρος εξακολουθεί να δημιουργεί μεγάλο μέρος των θέσεων εργασίας της σε δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας, δεν μπορεί να περιμένει ότι οι μισθοί θα αυξάνονται διαρκώς χωρίς συνέπειες στις τιμές, στα περιθώρια των επιχειρήσεων ή στην απασχόληση. Η αύξηση της παραγωγικότητας είναι επομένως αναγκαία προϋπόθεση για υψηλότερες αμοιβές.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη πολιτική πρόκληση. Η χώρα χρειάζεται να αλλάξει παραγωγικό μοντέλο, το μείγμα της ανάπτυξής της, με περισσότερες επενδύσεις στην τεχνολογία, καλύτερες δεξιότητες, λιγότερη γραφειοκρατία, αποτελεσματικότερους θεσμούς και περισσότερες δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας. Τεχνολογία, έρευνα και ανάπτυξη, ψηφιακές υπηρεσίες, ενέργεια, εξειδικευμένες χρηματοοικονομικές και επαγγελματικές υπηρεσίες μπορούν να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας που επιτρέπουν υψηλότερες αμοιβές.
Δεν πρόκειται, βεβαίως, για εύκολη μετάβαση. Και η αύξηση της παραγωγικότητας από μόνη της δεν εγγυάται ότι το όφελος θα φτάσει στην τσέπη του εργαζομένου. Χρειάζονται μηχανισμοί ώστε μέρος της πρόσθετης αξίας που δημιουργείται να μετατρέπεται σε καλύτερες αμοιβές.
Όμως αυτή είναι η ουσία. Δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το αυξανόμενο κόστος ζωής μοιράζοντας ξανά και ξανά την ίδια πίτα. Πρέπει να μεγαλώσουμε την πίτα.
Μόνο μια οικονομία που παράγει περισσότερη αξία μπορεί να προσφέρει διατηρήσιμα υψηλότερα εισοδήματα. Η συζήτηση στον δημόσιο διάλογο, λοιπόν, δεν πρέπει να εξαντλείται στο πόσα ευρώ θα προστεθούν στον μισθό. Πρέπει να αφορά το πώς θα δημιουργηθούν περισσότερα ευρώ στην οικονομία.
Το ζητούμενο είναι να δημιουργήσουμε μια οικονομία στην οποία οι υψηλότεροι μισθοί θα είναι φυσικό αποτέλεσμα της καλύτερης παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών, της υψηλότερης παραγωγικότητας και της καλύτερης ποιότητας των θέσεων εργασίας.






