Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις για την αύξηση των μισθών

Header Image

Πόσο εύκολη είναι η αύξηση των μισθών στην Κύπρο, είναι δυνατή και πώς μπορεί να επιτευχθεί; Ο «Π» ζήτησε τις θέσεις οικονομολόγων, με τους πλείστους να τονίζουν ότι δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις, υποδεικνύοντας ότι το κλειδί είναι η ενίσχυση της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Ύστατο μέτρο οι πολιτικές παρεμβάσεις για μισθούς, λέει ο πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομίας και Ανταγωνιστικότητας, Δημήτρης Γεωργιάδης.

Ένας στους τρεις εργαζομένους στην Κύπρο έχει ακάθαρτες απολαβές μέχρι €1.500, εισόδημα που δεν επαρκεί για να καλύψει το αυξημένο κόστος ζωής και την ακρίβεια που προβλέπεται να κορυφωθεί περαιτέρω μέχρι το τέλος του έτους, λόγω των εκτιμήσεων για υψηλότερο πληθωρισμό.

Παρά την αύξηση των μισθών τα τελευταία χρόνια, αυτή δεν κατανέμεται εξίσου σε όλα τα νοικοκυριά, με κάποια να παλεύουν καθημερινά να ανταπεξέλθουν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις. Από μόνη της η αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού δεν αρκεί.

Πόσο εύκολη είναι όμως η αύξηση των μισθών στην Κύπρο, είναι δυνατή και πώς μπορεί να επιτευχθεί; Ο «Π» ζήτησε τις θέσεις οικονομολόγων, με τους πλείστους να τονίζουν ότι δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις, υποδεικνύοντας ότι το κλειδί είναι η ενίσχυση της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Δύο παράγοντες καθορίζουν αμοιβές

Ο πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομίας και Ανταγωνιστικότητας (ΣΟΑΚ), Δημήτρης Γεωργιάδης, σημειώνει ότι δύο είναι οι σημαντικότεροι παράγοντες που καθορίζουν το επίπεδο των απολαβών.

Ο πρώτος είναι η παραγωγικότητα, η οποία στην Κύπρο, σημειώνει, παραμένει σε σχετικά χαμηλά επίπεδα σε αρκετούς τομείς της οικονομίας.

«Οι λόγοι έχουν επανειλημμένα καταγραφεί τόσο στις παρεμβάσεις του ΣΟΑΚ όσο και από άλλους θεσμούς και ειδικούς: η περιορισμένη διείσδυση της τεχνολογίας, οι αδυναμίες στην παιδεία και στην απονομή της δικαιοσύνης, η γραφειοκρατία, το υψηλό κόστος ενέργειας, τα εμπόδια στην άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, περιλαμβανομένων κλειστών επαγγελμάτων και τομέων, καθώς και οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού και κατάλληλων δεξιοτήτων», σημειώνει.

Η αύξηση της παραγωγικότητας, προσθέτει, απαιτεί, μεταξύ άλλων, άνοιγμα επαγγελμάτων και αγορών, άρση αδικαιολόγητων περιορισμών και καλύτερη αντιστοίχιση των δεξιοτήτων με τις ανάγκες της οικονομίας.

Ιδιαίτερα σημαντικός, εκτιμά, είναι ο ρόλος της παιδείας και της κατάρτισης.

«Το εκπαιδευτικό σύστημα δεν μπορεί να λειτουργεί αποκομμένο από τις εξελίξεις στην οικονομία και στην αγορά εργασίας. Πρέπει να προσαρμοστεί, αλλά και να διαθέτει τους μηχανισμούς ώστε να προσαρμόζεται συνεχώς στις μεταβαλλόμενες ανάγκες, παρέχοντας στους νέους γνώσεις και δεξιότητες που ανταποκρίνονται στις πραγματικές προοπτικές απασχόλησης. Ταυτόχρονα, η εκπαίδευση πρέπει να συμπληρώνεται από ένα αποτελεσματικό σύστημα διά βίου μάθησης, επανακατάρτισης και αναβάθμισης δεξιοτήτων, ώστε και όσοι βρίσκονται ήδη στην αγορά εργασίας να μπορούν να προσαρμόζονται στις τεχνολογικές και οικονομικές αλλαγές», τονίζει.

Ο δεύτερος παράγοντας, σημειώνει, είναι η προσφορά και η ζήτηση στην αγορά εργασίας. «Παρόλο που σήμερα επικρατούν συνθήκες που προσεγγίζουν την πλήρη απασχόληση και, συνεπώς, θα ανέμενε κανείς ισχυρότερες ανοδικές πιέσεις στους μισθούς, σε αρκετούς τομείς οι απολαβές εξακολουθούν να παραμένουν χαμηλές. Αυτό αναδεικνύει ακόμη περισσότερο τη σημασία της αύξησης της παραγωγικότητας και, κατ’ επέκταση, της ανταγωνιστικότητας της κυπριακής οικονομίας», αναφέρει.

Παράλληλα, προσθέτει, καθιστά αναγκαία τη διευκόλυνση της λειτουργίας της αγοράς εργασίας, ώστε εργαζόμενοι και επιχειρήσεις να μπορούν να προσαρμόζονται ταχύτερα στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της οικονομίας. Χρειάζεται, δηλαδή, μια πιο σύγχρονη και ευέλικτη αγορά εργασίας, η οποία να διευκολύνει την κινητικότητα και να προσφέρει περισσότερες επιλογές τόσο στους εργαζομένους όσο και στους εργοδότες.

Με προσοχή πολιτικές παρεμβάσεις

Ο κ. Γεωργιάδης αναφέρεται και στις πολιτικές παρεμβάσεις για το θέμα των μισθών, τονίζοντας ότι θα πρέπει να αποτελεί ύστατο μέτρο.

«Οι σχετικά χαμηλές απολαβές εντείνουν τις πιέσεις για πολιτικές παρεμβάσεις στον καθορισμό τους. Ο καθορισμός των απολαβών μέσω νομοθετικών ρυθμίσεων δεν μπορεί να υποκαταστήσει την αύξηση της παραγωγικότητας και, εάν χρησιμοποιείται χωρίς προσοχή, μπορεί να δημιουργήσει στρεβλώσεις ή και περισσότερα προβλήματα από εκείνα που επιδιώκει να επιλύσει. Τέτοιες παρεμβάσεις θα πρέπει, κατά την άποψή μου, να αποτελούν ύστατο μέτρο, να είναι στοχευμένες και, όπου αυτό ενδείκνυται, περιορισμένης διάρκειας», υποδεικνύει.

«Ο πραγματικός στόχος πρέπει να είναι οι απολαβές και η παραγωγικότητα να αυξάνονται μαζί. Μόνο έτσι η βελτίωση των εισοδημάτων μπορεί να είναι ουσιαστική και, κυρίως, διατηρήσιμη», καταλήγει.

Διπλή προσέγγιση

«Η αντιμετώπιση των χαμηλών μισθών στην Κύπρο δεν μπορεί να περιοριστεί στην περιοδική αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού. Απαιτεί διπλή προσέγγιση: αφενός, βραχυπρόθεσμη ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των χαμηλόμισθων και, αφετέρου, μεσο-μακροπρόθεσμη αύξηση της παραγωγικότητας και μετατόπιση της οικονομίας προς δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας», αναφέρει από την πλευρά του στον «Π» ο οικονομολόγος Μάριος Σούπασιης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας για το πρώτο τρίμηνο του 2026, ένας στους τρεις μισθωτούς (33,9%) λαμβάνει ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές κάτω από €1.500, με το ποσοστό που αφορά Κύπριους να είναι 27,4% και για τους μη Κυπρίους 46,7%. Ο μέσος μισθός είναι €2.601 και ο διάμεσος μισθός €1.968. Σε ετήσια βάση οι μισθοί αυξήθηκαν κατά 3,7%.

Σε μία προσέγγιση οικονομικής πολιτικής, αναφέρει, «θα κρατούσαμε τους πιο πάνω τρεις αριθμούς (33,9%, μέσος €2.601 και διάμεσος μισθός €1.968) που δείχνουν ότι το πρόβλημα της Κύπρου δεν είναι μόνο «αν αυξάνονται οι μισθοί». Είναι επίσης πώς κατανέμονται οι μισθοί και σε ποιους κλάδους δημιουργούνται θέσεις εργασίας υψηλής παραγωγικότητας και υψηλής προστιθέμενης αξίας».

Τα διαθέσιμα στοιχεία, σύμφωνα με τον κ. Σούπασιη, δείχνουν ότι οι χαμηλές αμοιβές εμφανίζονται συχνότερα σε επαγγέλματα όπως η εστίαση, η ξενοδοχειακή βιομηχανία, οι πωλήσεις, η καθαριότητα, οι βοηθητικές εργασίες, η παραγωγή και ορισμένες ανειδίκευτες ή τεχνικές εργασίες.

Το 2024 ο μέσος μισθός ήταν μόλις €1.583 σε καταλύματα/εστίαση, €1.781 σε εμπόριο, €1.805 στις κατασκευές και €1.870 στη μεταποίηση. Αντίθετα, ήταν €4.217 στον τομέα πληροφορικής και επικοινωνιώ, (ΤΠΕ) και €4.710 στις χρηματοοικονομικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες.

«Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι το πρόβλημα των χαμηλών μισθών στην Κύπρο έχει και έντονη διαρθρωτική διάσταση, η οποία συνδέεται με τη σύνθεση του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας. Εχουμε μεγάλο αριθμό θέσεων εργασίας σε κλάδους έντασης εργασίας, σχετικά χαμηλής προστιθέμενης αξίας ανά εργαζόμενο και συχνά χαμηλών απαιτήσεων σε εξειδικευμένες δεξιότητες», τονίζει.

Με βάση τα τελευταία στοιχεία που παρουσιάστηκαν, οι χαμηλότερες αμοιβές στην Κύπρο συγκεντρώνονται κυρίως σε κλάδους με μεγάλη συμμετοχή στην απασχόληση, όπως το χονδρικό και λιανικό εμπόριο, τα ξενοδοχεία και η εστίαση, οι κατασκευές, η μεταποίηση, οι λοιπές υπηρεσίες, καθώς και η γεωργία, δασοκομία και αλιεία.  

«Ενδεικτικά, το 2024 το εμπόριο απασχολούσε περίπου 78.300 άτομα, τα ξενοδοχεία και η εστίαση περίπου 57.500, οι κατασκευές περίπου 39.700 και η μεταποίηση περίπου 38.000. Συνεπώς, το ζήτημα των χαμηλών μισθών δεν περιορίζεται σε μικρούς ή περιφερειακούς τομείς της οικονομίας, αλλά αφορά μεγάλους και κρίσιμους εργοδότες της κυπριακής οικονομίας, γεγονός που προσδίδει στο θέμα ιδιαίτερη οικονομική και κοινωνική σημασία», αναφέρει.

«Αν θέλουμε να λύσουμε το πρόβλημα των χαμηλών μισθών, δεν αρκεί να αυξάνουμε τον κατώτατο. Πρέπει να εξετάσουμε πώς θα αυξηθεί η παραγωγικότητα ακριβώς αυτών των κλάδων και, ακόμη σημαντικότερο, πώς η κυπριακή οικονομία θα δημιουργεί περισσότερες θέσεις εργασίας σε δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. H αύξηση της παραγωγικότητας θα έπρεπε να είναι στον πυρήνα της πολιτικής για βιώσιμη αύξηση των μισθών», υπογραμμίζει.

«Ο λόγος είναι απλός: σε μακροχρόνιο ορίζοντα, οι πραγματικοί μισθοί δεν μπορούν να αυξάνονται διαρκώς ταχύτερα από την παραγωγικότητα, χωρίς να δημιουργούνται πιέσεις είτε στα περιθώρια κέρδους, είτε στις τιμές, είτε στην απασχόληση. Άρα, αν θέλουμε ουσιαστικά υψηλότερους μισθούς στην Κύπρο και όχι απλώς αναδιανομή ενός σταθερού «κομματιού της πίτας», πρέπει να μεγαλώσει η ίδια η πίτα.  Παράλληλα, η αύξηση της παραγωγικότητας αποτελεί αναγκαία αλλά όχι επαρκή συνθήκη για την αύξηση των μισθών, απαιτούνται μηχανισμοί ώστε μέρος της πρόσθετης αξίας που δημιουργείται να μεταφέρεται και στις αμοιβές των εργαζομένων».

Σε επίπεδο οικονομικής πολιτικής, επισημαίνει, το κεντρικό ζητούμενο θα πρέπει να είναι η επάρκεια των μισθών και, ευρύτερα, του διαθέσιμου εισοδήματος. Η ουσιαστική ερώτηση πρέπει να είναι πώς μπορούμε να εξασφαλίσουμε ότι ένας άνθρωπος που εργάζεται πλήρως, θα έχει αξιοπρεπές καθαρό διαθέσιμο εισόδημα, χωρίς να δημιουργούμε δυσανάλογες πιέσεις σε επιχειρήσεις χαμηλής παραγωγικότητας, υψηλής έντασης εργασίας και περιορισμένων περιθωρίων κέρδους.

Σύμφωνα με τον κ. Σούπασιη, κάποιες βραχυπρόθεσμες προτάσεις θα μπορούσαν να είναι στοχευμένες στη στέγαση και στη στήριξη παιδιών ενώ σε μεσο-μακροπρόθεσμο ορίζοντα, θα στόχευα σε:

  • Σύνδεση κατάρτισης με πραγματικές ανάγκες της αγοράς. Όχι απλώς περισσότερα σεμινάρια, αλλά χρηματοδότηση δεξιοτήτων που αποδεδειγμένα αυξάνουν την αξία του εργαζομένου: ψηφιακές δεξιότητες, τεχνικά επαγγέλματα, financial technology, data analytics, AI, engineering, ενέργεια.
  • Μετακίνηση της οικονομίας προς δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Μια χώρα δεν μπορεί να στηρίζεται υπερβολικά σε επιχειρηματικά μοντέλα όπου η ανταγωνιστικότητα βασίζεται κυρίως σε χαμηλό εργατικό κόστος. Χρειάζεται μεγαλύτερο βάρος σε τεχνολογία, επαγγελματικές υπηρεσίες, χρηματοοικονομικές υπηρεσίες υψηλής εξειδίκευσης, εκπαίδευση, R&D, πράσινη οικονομία και ποιοτικότερο τουρισμό.
  • Κίνητρα στις επιχειρήσεις που συνδέουν επενδύσεις με αύξηση μισθών. Για παράδειγμα, μια επιχείρηση που επενδύει σε εξοπλισμό ή ψηφιακό μετασχηματισμό και αυξάνει μετρήσιμα την παραγωγικότητα, θα μπορούσε να λαμβάνει φορολογικό κίνητρο εφόσον μέρος του οφέλους μεταφέρεται και στους εργαζομένους.

Παραγωγικότητα και βελτίωση θεσμών

«Η αύξηση των μισθών είναι ένα πολυσύνθετο πρόβλημα για το οποίο δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις. Κλασικά οι μισθοί συνδέονται με την παραγωγικότητα, άρα αύξηση της παραγωγικότητας μέσω κεφαλαιουχικών επενδύσεων, καλύτερης εκπαίδευσης του ανθρώπινου δυναμικού, βελτίωση των υποδομών (ενέργεια, συγκοινωνίες, τηλεπικοινωνίες και άλλες κοινωφελείς υπηρεσίες) και βελτίωσης των θεσμών και του θεσμικού πλαισίου, είναι οι βασικοί τρόποι με τους οποίους μπορεί να επιτευχθεί ο στόχος αυτός», εκτιμά ο οικονομολόγος Μιχάλης Φλωρεντιάδης.

«Η τεχνολογία από τη μια μπορεί να βελτιώνει την παραγωγικότητα, όμως από την άλλη μπορεί να βοηθά στην αντικατάσταση εργατικού δυναμικού μέσω της αυτοματοποίησης. Για παράδειγμα, αν ένα εργοστάσιο που εργοδοτούσε πριν 500 εργαζόμενους τώρα μπορεί να λειτουργήσει με 20 ρομπότ και 10 επιστάστες, μπορεί μεν να αυξήσει δραματικά την παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα οδηγήσει σε αύξηση των μισθών. Το τελευταίο σημείο είναι ιδιαίτερα κρίσιμο σε σχέση με την εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ) στην οικονομία, η οποία - αν και σε πολύ πρώιμα στάδια - έχει τη δυνατότητα στο μέλλον να οξύνει προβλήματα της αγοράς εργασίας, όπως ανεργία νέων και πτυχιούχων και χαμηλοί μισθοί». 

«Γενικά στην Κύπρο πιστεύω χρειάζεται να ενισχυθεί η επιχειρηματικότητα μέσω της μείωσης της γραφειοκρατίας για να δημιουργηθεί μια πιο ευέλικτη και δυναμική οικονομία. Υπάρχει χρόνια υπερβολική εξάρτηση στην εισροή ξένων κεφαλαίων μέσω ελκυστικών φορολογικών και άλλων κινήτρων, αντί να δημιουργηθεί ένα θετικό τοπικό κλίμα που να ευνοεί την εγχώρια πραγματική επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να δημιουργήσει ποιοτικότερες και υψηλότερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας.», τονίζει.

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.