Το πιο επικίνδυνο λάθος που μπορούν να κάνουν η Ελλάδα και η Κύπρος είναι να πιστέψουν ότι η ειρήνη στην Ανατολική Μεσόγειο θα εξασφαλιστεί όταν αποκτήσουν αρκετούς πυραύλους ώστε να φοβάται η Τουρκία. Οι εξοπλισμοί είναι αναγκαίοι όσο υπάρχουν απειλές, δεν οδηγούν όμως σε πολιτική λύση την οποία, όπως λέμε, αναζητούμε μέσω ειρηνευτικών συνομιλιών. Οι εξοπλισμοί σίγουρα δεν μπορούν να αποτελούν το όραμα δύο ευρωπαϊκών χωρών για τις επόμενες γενιές.
Η Ελλάδα αγοράζει Rafale, F-35, φρεγάτες και τώρα την «Ασπίδα του Αχιλλέα». Η Κύπρος αναζητεί ισχυρότερες αμυντικές συνεργασίες και προσφέρει τις στρατιωτικές της υποδομές σε τρίτες χώρες. Αθήνα και Λευκωσία κτίζουν σχέσεις με το Ισραήλ, τη Γαλλία και τις ΗΠΑ και προσπαθούν να δημιουργήσουν ένα πλέγμα συμφερόντων που θα λειτουργεί αποτρεπτικά απέναντι στην τουρκική αναθεωρητική πολιτική.
Οι σχέσεις είναι απαραίτητες, μόνο που υπάρχει ένα όριο σε αυτή τη λογική. Αν η απάντηση σε κάθε τουρκικό οπλικό σύστημα είναι ένα νέο ελληνικό οπλικό σύστημα, τότε έχουμε αποδεχθεί ότι η σχέση Ελλάδας και Τουρκίας θα είναι μία μόνιμη κούρσα εξοπλισμών. Η μία χώρα θα εξοπλίζεται επειδή φοβάται την άλλη και η άλλη θα εξοπλίζεται επειδή βλέπει την πρώτη να εξοπλίζεται. Αυτό μπορεί να εξασφαλίσει κάποιου είδους αποτροπή. Δεν εξασφαλίζει την ειρήνη.
Το πραγματικό ερώτημα βέβαια δεν είναι πώς θα κερδίσει η Ελλάδα έναν πόλεμο με την Τουρκία. Είναι πώς θα δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε αυτός ο πόλεμος να μην γίνει ποτέ. Κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι θα μπορούσε να το πετύχει αν υιοθετήσει το μοντέλο του Ισραήλ.
Γιατί δεν μπορεί να γίνει Ισραήλ;
Δεν είναι λίγοι αυτοί που απέναντι στην Τουρκία αντιπαραβάλλουν το παράδειγμα του Ισραήλ. Γιατί, ερωτούν, το Ισραήλ των περίπου δέκα εκατομμυρίων κατοίκων μπορεί να αντιπαρατίθεται με το Ιράν και να προβάλλει στρατιωτική ισχύ σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή συμπεριλαμβανομένης και της Άγκυρας, ενώ η Ελλάδα των επίσης περίπου δέκα εκατομμυρίων αισθάνεται ότι βρίσκεται διαρκώς υπό την πίεση μιας μεγαλύτερης Τουρκίας; Ας μην βάλουμε στον αλγόριθμο και την Κύπρο η οποία αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα ενός θεωρούμενου αμυντικού τόξου Ισραήλ - Ελλάδας, αφού βρίσκεται υπό κατοχή και μάλιστα με αφρούρητη μία γραμμή αντιπαράθεσης 183 χιλιομέτρων.
Οι αριθμοί δίνουν στο πιο πάνω ερώτημα, ένα μέρος της απάντησης: Το 2025 το ΑΕΠ του Ισραήλ έφτασε περίπου τα 611 δισ. δολάρια, ενώ της Ελλάδας ήταν περίπου 281 δισ. Δηλαδή δύο χώρες με παρόμοιο πληθυσμό έχουν οικονομίες με διαφορά μεγαλύτερη του διπλάσιου. Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η διαφορά στην άμυνα. Σύμφωνα με το SIPRI, το Ισραήλ δαπάνησε το 2025 περίπου 48,3 δισ. δολάρια, δηλαδή 7,8% του ΑΕΠ του. Η Ελλάδα περίπου 8,4 δισ. δολάρια, ή 3% του ΑΕΠ.
Με άλλα λόγια, το Ισραήλ δεν είναι στρατιωτικά μία χώρα δέκα εκατομμυρίων συγκρίσιμη με την Ελλάδα. Είναι ένα κράτος που επί δεκαετίες οργάνωσε τεράστιο μέρος της οικονομίας, της τεχνολογίας, της εκπαίδευσης και της κοινωνίας του γύρω από την εθνική ασφάλεια.
Διαθέτει παγκόσμιας κλάσης αμυντική βιομηχανία, μαζικό σύστημα εφέδρων, κορυφαίες υπηρεσίες πληροφοριών, τεχνολογικό οικοσύστημα άμεσα συνδεδεμένο με την άμυνα, ειδική στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και, σύμφωνα με τις διεθνείς εκτιμήσεις, πυρηνική αποτροπή.
Το τίμημα αυτής της επιλογής είναι επίσης τεράστιο. Το Ισραήλ είναι μια κοινωνία που ζει επί δεκαετίες με τον πόλεμο ως διαρκή πιθανότητα. Ούτε η Ελλάδα ούτε η Κύπρος μπορούν και κυρίως δεν υπάρχει λόγος να θέλουν να μετατραπούν σε ένα δεύτερο Ισραήλ. Γιατί; Διότι διαθέτουν κάτι που το Ισραήλ δεν έχει.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση
Η ΕΕ με όλες τις σημερινές αδυναμίες της, παρέχει σε Αθήνα και Λευκωσία μια μεγάλη και εν πολλοίς αναξιοποίητη, στρατηγική δυνατότητα. Μήπως τελικά η μεγαλύτερη ασπίδα της Ελλάδας και της Κύπρου δεν είναι ο «Αχιλλέας», ούτε το Ισραήλ ούτε η Γαλλία ούτε η Αίγυπτος, αλλά η μετατροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης από οικονομικό χώρο σε μια πραγματική γεωπολιτική και αμυντική ένωση; Δεν μιλάμε για μια Ευρώπη που θα αναζητεί πολέμους, αλλά μια Ευρώπη τόσο ισχυρή ώστε να μπορεί να τους αποτρέπει.
Ενώπιόν της η ΕΕ έχει σοβαρές προκλήσεις τις οποίες αν δεν απαντήσει συλλογικά μάλλον δεν έχει μέλλον. Τούτων λεχθέντων, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η γεωπολιτική αναβάθμιση της Ευρώπης δεν αφορά μόνο το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Το ίδιο ερώτημα τίθεται, ακόμη πιο επιτακτικά, στα βορειοανατολικά της σύνορα, από τη Φινλανδία και τις Βαλτικές Χώρες μέχρι την Πολωνία και τη Μαύρη Θάλασσα. Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η διαρκής ένταση με τη Μόσχα κατέδειξαν ότι ούτε εκεί μπορεί η ειρήνη να στηρίζεται επ' αόριστον σε μια εύθραυστη ισορροπία φόβου. Το ίδιο το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο μιλά πλέον για την ανάγκη προστασίας όλων των χερσαίων, εναέριων και θαλάσσιων συνόρων της Ένωσης και χαρακτηρίζει τη ρωσική επιθετικότητα υπαρξιακή πρόκληση για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Μια ισχυρότερη Ευρώπη επομένως δεν χρειάζεται μόνο για να αποτρέψει την Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο ή τη Ρωσία στην ανατολική της πτέρυγα. Χρειάζεται για να επανακαθορίσει συνολικά τους όρους συνύπαρξης με τις μεγάλες δυνάμεις που την περιβάλλουν, ώστε η σχέση με τη Ρωσία, όπως και η σχέση με την Τουρκία, να μην στηρίζεται ούτε στην ευρωπαϊκή αδυναμία ούτε στη μόνιμη προετοιμασία για πόλεμο, αλλά σε μια ισορροπία όπου τα σύνορα είναι αδιαπραγμάτευτα, η χρήση βίας δεν αποδίδει και η συνεργασία παραμένει διαθέσιμη σε όποιον αποδέχεται αυτούς τους κανόνες. Αυτό ίσως είναι και το πραγματικό νόημα μιας ευρωπαϊκής γεωπολιτικής ενηλικίωσης. Το ζητούμενο δεν είναι μια Ευρώπη που θα μάθει να πολεμά περισσότερο, αλλά μια Ευρώπη αρκετά ισχυρή ώστε να μπορεί να επιβάλλει σοβαρούς όρους ειρηνικής συνύπαρξης.
Η διαφορά είναι τεράστια
Σήμερα η Τουρκία μπορεί να υπολογίζει τις σχέσεις της με την Ελλάδα σχεδόν ως έναν διμερή συσχετισμό ισχύος, λαμβάνοντας υπόψη μεγέθη όπως πληθυσμός, αεροπλάνα, πλοία, πύραυλοι, οικονομία, γεωγραφία. Όσους εξοπλισμούς κι αν κάνει η Ελλάδα, αναπτύσσοντας διμερείς σχέσεις με το Ισραήλ, το ισοζύγιο δυνάμεων δύσκολα αλλάζει, οπότε η τουρκική προκλητικότητα μάλλον θα μεγαλώνει. Σε μια πραγματική Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση αυτός ο υπολογισμός αλλάζει. Η απειλή κατά ελληνικού ή κυπριακού εδάφους δεν θα αποτελεί απλώς πρόβλημα της Αθήνας ή της Λευκωσίας. Θα αφορά τον ευρωπαϊκό χώρο στο σύνολό του.
Αυτό δεν είναι τόσο ουτοπικό όσο φαινόταν πριν από λίγα χρόνια. Η ΕΕ έχει ήδη δημιουργήσει το SAFE των 150 δισ. ευρώ, ενώ μέσω του Readiness 2030 επιδιώκει να κινητοποιήσει έως περίπου 800 δισ. ευρώ για την ευρωπαϊκή άμυνα. Η Κύπρος μάλιστα έχει ήδη λάβει την πρώτη δόση από χρηματοδότηση SAFE συνολικής κατανομής περίπου 1,2 δισ. ευρώ και στο πρόγραμμα αυτό υπό όρους θα μπορούσε να συμμετέχει και η Τουρκία. Το κρίσιμο όμως εδώ δεν είναι πόσα δισεκατομμύρια θα ξοδέψει η Ευρώπη. Είναι τι Ευρώπη θέλει να γίνει. Μια πραγματική ευρωπαϊκή άμυνα δεν πρέπει να έχει τελικό στόχο έναν μεγαλύτερο ευρωπαϊκό στρατιωτικό προϋπολογισμό. Πρέπει να έχει στόχο να καταστήσει τον πόλεμο μεταξύ ευρωπαϊκών κρατών και των γειτόνων τους όλο και πιο δύσκολο, όλο και πιο ακριβό και τελικά πολιτικά παράλογο.
Το ευρωπαϊκό παράδειγμα
Αυτό έκανε κάποτε η Ευρώπη με τη Γαλλία και τη Γερμανία. Δεν εξαφάνισε τις διαφορές τους. Δεν έκανε τους Γάλλους Γερμανούς ούτε τους Γερμανούς Γάλλους. Έκανε κάτι πολύ εξυπνότερο. Έδεσε τόσο βαθιά τις οικονομίες, τους θεσμούς και τα συμφέροντά τους ώστε ένας νέος πόλεμος μεταξύ τους να γίνει αδιανόητος. Αυτό ακριβώς χρειάζεται, σε πολύ διαφορετικές ασφαλώς συνθήκες, και η Ανατολική Μεσόγειος. Η Τουρκία θα είναι πάντα εκεί, δεν πρόκειται να εξαφανιστεί. Θα είναι πάντα δίπλα στην Ελλάδα και απέναντι από την Κύπρο, γι' αυτό και η οικοδόμηση μιας στρατηγικής που προϋποθέτει μια αιώνια εχθρική Τουρκία είναι εξίσου προβληματική με την αφέλεια ότι οι διαφορές μπορούν να εξαφανιστούν επειδή θα το ευχηθούμε ή θα ακολουθήσουμε πολιτική κατευνασμού της Τουρκίας. Η ειρήνη απαιτεί δύο πράγματα ταυτόχρονα.
Ασφάλεια και συμφέρον
Ασφάλεια ώστε η Ελλάδα και η Κύπρος να μπορούν να διαπραγματεύονται χωρίς φόβο και χωρίς να υποχωρούν μπροστά στην απειλή της ισχύος. Και κοινά συμφέροντα ώστε η Τουρκία να έχει περισσότερα να χάσει από μια σύγκρουση παρά να κερδίσει από αυτήν. Εμπόριο, ενέργεια, ηλεκτρικές διασυνδέσεις, μεταφορές, τουρισμός, επενδύσεις, περιβάλλον, μεταναστευτικό. Όσο περισσότερα συμφέροντα διασταυρώνονται, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το κόστος της ρήξης. Αυτό δεν είναι κατευνασμός. Είναι η ίδια ιδέα πάνω στην οποία κτίστηκε η μεταπολεμική Ευρώπη.
Οι συνεργασίες με το Ισραήλ και την Αίγυπτο παραμένουν χρήσιμες. Αλλά κανένα κράτος δεν έχει αιώνιους φίλους. Το Ισραήλ μπορεί αύριο να βελτιώσει τις σχέσεις του με την Άγκυρα. Η Αίγυπτος μπορεί να επανακαθορίσει τα συμφέροντά της. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να αλλάξουν προτεραιότητες. Οπότε το μότο «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου» λειτουργεί υπό καθεστώς προσωρινότητας.
Η Ελλάδα και η Κύπρος μπορούν να λειτουργήσουν σε ένα πανίσχυρο ευρωπαϊκό πλαίσιο και όχι να σύρονται πίσω από διμερείς συγκρούσεις και διαφορές τρίτων. Η Ελλάδα και η Κύπρος δεν συνεργάζονται απλώς με την Ευρώπη. Είναι Ευρώπη και μέρος της ΕΕ είναι και οι Τουρκοκύπριοι, οι οποίοι αποτελούν το μεγαλύτερο πολιτικό χαρτί της Κυπριακής Δημοκρατίας για μια ευρωπαϊκή λύση του Κυπριακού. Αυτό είναι το χαρτί που πρέπει να παίξουν μέχρι τέλους. Κανένας δεν μπορεί να είναι σίγουρος πόση ασφάλεια θα εμπνεύσει και για πόσο καιρό η «Ασπίδα του Αχιλλέα», ούτε πόση αποτροπή θα φέρουν τα αεροσκάφη, οι φρεγάτες και οι πύραυλοι.
Έξυπνη ΕΕ
Οι στρατηγοί, είτε κερδίσουν ή χάσουν, δεν έχουν οπτικό πεδίο πέρα από το πεδίο της μάχης. Η πολιτική μπορεί κάτι μεγαλύτερο. Μπορεί να δημιουργήσει μια Ευρώπη τόσο ενωμένη, τόσο ισχυρή και τόσο παρούσα στα ανατολικά και τα βόρειά της σύνορα ώστε κανένας να μην πιστεύει ότι μπορεί να επιβάλει τη θέλησή του σε ένα κράτος μέλος διά της απειλής. Παράλληλα μπορεί να λειτουργεί ως μια Ευρώπη αρκετά έξυπνη ώστε να κρατά ανοικτή στην Τουρκία και τη Ρωσία την πόρτα της συνεργασίας. Εν κατακλείδι Ελλάδα και Κύπρος δεν χρειάζεται να γίνουν Ισραήλ. Η καλύτερη ασπίδα δεν είναι αυτή που κερδίζει τον πόλεμο. Είναι αυτή που τον καθιστά περιττό.
Χρειάζεται οι δύο χώρες, στον βαθμό που μπορούν, να συμβάλουν ώστε η Ευρώπη να ανακτήσει το χαμένο της όραμα και να γίνει επιτέλους ένας πανίσχυρος γεωπολιτικός σχηματισμός ειρήνης, επ' ωφελεία των λαών της αλλά και των Εβραίων και των Τούρκων και των Ρώσων και των Ουκρανών. Ηγέτες μικρών ευρωπαϊκών χωρών στο παρελθόν συνέτειναν τα μάλα στη δημιουργία και την εξέλιξη του ευρωπαϊκού οράματος, όπως ο Βέλγος Paul-Henri Spaak στις Συνθήκες της Ρώμης, ο Λουξεμβουργιανός Pierre Werner στο πρώτο σχέδιο για το ευρώ (1970), ο Ολλανδός Jan Willem Beyen στη δημιουργία της Κοινής Ευρωπαϊκής Αγοράς αλλά και Jean-Claude Juncker στην πολιτική εμβάθυνση και τη διαχείριση κρίσεων. Χώρες του μεγέθους της Ελλάδας και της Κύπρου γέννησαν πολιτικούς που είδαν πολύ πιο μακριά από τα εσωτερικά προβλήματα των χωρών τους. Είμαστε σίγουροι ότι και η Ελλάδα και η Κύπρος διαθέτουν ηγέτες που μπορούν να κινηθούν στην ίδια κατεύθυνση.






