Αν δεχτούμε ότι η τροφοδοσία της Κύπρου με προσιτή ηλεκτρική ενέργεια αποτελεί μια επείγουσα ανάγκη, τότε θα πρέπει η Πολιτεία να κινείται με ταχύτητα σε όλα τα επίπεδα για να διασφαλίσει και την επάρκεια, και το φθηνό κόστος στην παροχή ηλεκτρισμού. Σήμερα είμαστε μακριά και από τα δύο. Η επάρκεια τέθηκε και φέτος σε δοκιμασία και το κόστος παραμένει υψηλό για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Μία από τις λύσεις είναι και οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις. Σκόπιμα χρησιμοποιούμε πληθυντικό. Η δημόσια συζήτηση εστιάζεται στο έργο Great Sea Interconnector (GSI), αλλά στην πράξη χρειαζόμαστε ένα εκτεταμένο δίκτυο διασυνδέσεων, προς Ισραήλ, Αίγυπτο, Λίβανο. Σε μια λύση του Κυπριακού, η διασύνδεση με την Τουρκία είναι το πιο εύκολο έργο.
Η μοναδική, όμως, διασύνδεση που έχει μπει σε τροχιά υλοποίησης είναι αυτή με την Ελλάδα και η κυπριακή κυβέρνηση εξακολουθεί να μην έχει μια καθαρή θέση. Η στάση αυτή εκθέτει τη χώρα και απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία έχει δεσμεύσει μια χορηγία ύψους 657 εκατ. ευρώ και έχει εκταμιεύσει τα 167 εκατ. ευρώ. Οι δαπάνες για το έργο έχουν φτάσει τα 300 εκατ. ευρώ και ο Έλληνας καταναλωτής πληρώνει, μέσω των λογαριασμών ηλεκτρικής ενέργειας, το ποσό που του αναλογεί για τη χρηματοδότηση του έργου κατά το στάδιο της κατασκευής. Στην Κύπρο η κυβέρνηση αποφάσισε να μην επιβαρύνει τους καταναλωτές και η σχετική δαπάνη (τα περίφημα 25 εκατ. ευρω τον χρόνο κατά τη διάρκεια της πενταετούς κατασκευής) καλύπτεται από τον προϋπολογισμό. Σωστή κίνηση, λαμβάνοντας υπόψη το υφιστάμενο υψηλό κόστος της ενέργειας, αλλά η κυβέρνηση δεν έχει τιμήσει τη δέσμευσή της και δεν εκταμιεύει το ποσό.
Αυτό που παρατηρείται από πλευράς κυβέρνησης είναι μια παρατεταμένη αμφιταλάντευση, ένας δισταγμός που γεννά εύλογα ερωτήματα. Ήρθε η ώρα για καθαρές κουβέντες. Χθες το βράδυ ο Νίκος Χριστοδουλίδης είπε ότι βλέπει για πρώτη φορά θετικές εξελίξεις ως αποτέλεσμα της εισόδου της γαλλικής Meridiam.
Η τοποθέτηση αυτή έχει σημασία, όχι μόνο γιατί σηματοδοτεί μια αλλαγή τόνου, αλλά κυρίως γιατί δείχνει ότι η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται πλέον πως το έργο δεν μπορεί να παραμένει επ' αόριστον σε κατάσταση αναμονής. Η συμμετοχή ενός μεγάλου διεθνούς επενδυτή, η πολιτική στήριξη από Αθήνα και Παρίσι και η ευρωπαϊκή διάσταση του GSI λειτουργούν υπέρ του έργου. Αυτό είπε και ο Νίκος Χριστοδουλίδης.
Η κυβέρνηση εφόσον στηρίζει το έργο πρέπει να το δείξει στην πράξη και να αναλάβει τις οικονομικές και πολιτικές υποχρεώσεις που της αναλογούν.






