“Όποιος καλύπτεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι γυμνός.»
Αραβική παροιμία
Η Κυπριακή Δημοκρατία θεωρείται στρατηγικός εταίρος και αναδυόμενος σύμμαχος των ΗΠΑ, με τις σχέσεις να φτάνουν στο υψηλότερο επίπεδο τους το 2026. Οι δύο χώρες διατυμπανίζουν, ότι συνεργάζονται στενά για τη σταθερότητα στην περιοχή, την άμυνα, την ενέργεια και την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο. Ειδικά στον τομέα της Ασφάλειας και της ‘Αμυνας, η άρση των αμερικανικών εμπάργκο όπλων και οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις σηματοδοτούν, σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές, μια ισχυρή και αυξανόμενη σχέση ασφαλείας. Ωστόσο, αν και οι σχέσεις έχουν ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να υπάρχει κάποια αβεβαιότητα σχετικά με το πώς οι μελλοντικές πολιτικές αλλαγές στις ΗΠΑ και, κυρίως η πολιτική του Τραμπ, ενδέχεται να επηρεάσουν το Κυπριακό, που είναι για εμάς το πιο καυτό θέμα.
Στη Μέση Ανατολή, η διάχυτη εντύπωση είναι, ότι οι ΗΠΑ δεν είναι πλέον ο αξιόπιστος εγγυητής της ασφάλειας, που ισχυρίζονταν ότι ήταν κάποτε. Ενδεικτικό αυτής της άποψης είναι η δήλωση του Ισραηλινού πρωθυπουργού Νετανιάχου τον περασμένο Ιανουάριο, ότι το Ισραήλ σκοπεύει, να απαλλαγεί από την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια μέσα σε μια δεκαετία. Η δήλωση αυτή ήταν εντυπωσιακή, όχι επειδή ήταν κάτι καινούργιο, αλλά επειδή αντικατόπτριζε μια ευρύτερη πραγματικότητα: η Αμερική στην οποία στηρίζονταν πολλοί στον Μέσο-Ανατολικό κόσμο, συμπεριφέρεται όλο και περισσότερο με μη αμερικανικό τρόπο: μεροληπτικά, ασταθώς, αδιαφορώντας για τη μοίρα των συμμάχων της. Για παράδειγμα, οι ΗΠΑ παρενέβησαν στο Αφγανιστάν το οποίο εγκατέλειψαν κακήν κακώς, αφήνοντας στο έλεος των Ταλιμπάν, όσους πίστευαν στα ανθρώπινα δικαιώματα. Στο Ιράκ απέτυχαν ξανά. Στη Λιβύη, η παρέμβαση κατέληξε σε καταστροφή. Έπειτα ήρθε η Συρία. Η Ουάσινγκτον δαπάνησε σχεδόν 500 εκατομμύρια δολάρια σε ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης και εξοπλισμού, το οποίο παρήγαγε περίπου πενήντα μαχητές, πολλοί από τους οποίους τελικά προσχώρησαν σε ομάδες, που συνδέονται με την Αλ Κάιντα! Μέχρι το 2014, το Ισλαμικό Κράτος είχε αναδειχθεί σε παγκόσμια υπαρξιακή απειλή, καλύπτοντας το κενό, που άφησαν πίσω τους οι αποτυχίες αυτές. Δεν ήταν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους στο ΝΑΤΟ, που νίκησαν το Ισλαμικό κράτος. Ήταν οι Κούρδοι της Συρίας και του Ιράκ και οι Ιρακινοί, που υποστήριξαν τη Διεθνή Συμμαχία για την καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους, που το ανέκοψαν. Μεταξύ του 2014 και του 2017, οι δυνάμεις υπό την ηγεσία των Κούρδων κατέλυσαν το εδαφικό «Χαλιφάτο» του Ισλαμικού Κράτους, σε λιγότερο από τρία χρόνια. Εκτός από την Τουρκία, κανένας σημαντικός παράγοντας δεν αντιτάχθηκε στην υποστήριξη των ΗΠΑ προς τους Κούρδους, στον αγώνα κατά του Ισλαμικού Κράτους. Κι όμως, μόλις το Ισλαμικό Κράτος ηττήθηκε, η Ουάσινγκτον έκανε αυτό, που έχει κάνει επανειλημμένα: Έφυγε. Και στις δύο κυβερνήσεις Τραμπ, οι ΗΠΑ εγκατέλειψαν τους Κούρδους. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: οι θυσίες δεν μεταφράζονται σε πολιτική προστασία και η υποστήριξη από τις ΗΠΑ δεν είναι διαρκής και εξασφαλισμένη.
Αυτό που μπορεί να κλονίσει τη φιλία Αμερικής-Κύπρου, είναι οι σχέσεις Τουρκίας-ΗΠΑ. Αυτές οι σχέσεις έχουν υποστεί διαρκή φθορά εδώ και χρόνια. Υπάρχουν πολλά προβλήματα στις διμερείς σχέσεις, που λόγω χώρου δεν θα μπορούσα να αναφερθώ σε όλα. Ξεχωρίζω το μεγαλύτερο - ίσως - πρόβλημα, που φαίνεται να παραμένει άλυτο: η αγορά από την Τουρκία του συστήματος αεράμυνας S-400 από τη Ρωσία. Όσον αφορά τον πόλεμο εναντίον του Ιράν, η Τουρκία δεν έχει λάβει σαφή θέση υπέρ ή κατά, προφανώς για να μην δυσαρεστήσει τον Τραμπ.
Παρά τις δυσκολίες αυτές, η εκτελεστική εξουσία των ΗΠΑ εξακολουθεί, να εκτιμά, ότι οι σχέσεις με την Τουρκία είναι εξαιρετικά σημαντικές. Η Τουρκία αποτελεί ζωτικής σημασίας στρατηγικό σύμμαχο των ΗΠΑ, λόγω της μοναδικής γεωπολιτικής της θέσης, που συνδέει την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και τη Μαύρη Θάλασσα, και της λειτουργίας της ως κρίσιμου ανατολικού αγκίστρου του ΝΑΤΟ. Η Τουρκία παρέχει σημαντική στρατιωτική υποστήριξη, συμπεριλαμβανομένης της αεροπορικής βάσης Ιντσιρλίκ, βοηθώντας τις ΗΠΑ, να διαχειρίζονται τις συγκρούσεις στην περιοχή και να αποτρέπουν τις απειλές από τη Ρωσία. ΄Oπως έλεγε ο Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, η Τουρκία βρίσκεται «στο σταυροδρόμι σχεδόν κάθε ζητήματος, που έχει σημασία για τις ΗΠΑ στην Ευρασιατική ήπειρο», ενώ διαθέτει ισχυρό και ολοένα και πιο ισχυρό στρατό, τον δεύτερο μεγαλύτερο στο ΝΑΤΟ. Επιπλέον, η στρατιωτική της ισχύς ενισχύεται από την ανάπτυξη της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, η οποία πλέον κατατάσσεται στην 11η θέση παγκοσμίως, σε ό,τι αφορά τις εξαγωγές. Ένας τρίτος παράγοντας, που αξίζει να τονιστεί, είναι ότι η Τουρκία αποτελεί το μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Ρωσίας στην Ευρώπη.
Κάποιοι παρατηρητές προβλέπουν, ότι μετά την αντιμετώπιση άλλων παγκόσμιων προτεραιοτήτων - όπως ο τερματισμός του πολέμου κατά του Ιράν - ο Τραμπ θα μπορούσε, να επικεντρωθεί στην επίλυση του Κυπριακού! Ο Τραμπ, σαν ψυχρός «πραγματιστής» θα υπολογίσει τα κέρδη, που αποκομίζει από τις συμμαχίες της Κύπρου και Τουρκίας και γνωρίζουμε όλοι, κατά πού γέρνει η πλάστιγγα. Πιθανόν θα χρησιμοποιήσει την ίδια ρητορική με εκείνη της Τουρκίας, οπότε θα ανακοινώσει πανηγυρικά την εγκατάσταση της Αμερικανικής Πρεσβείας στα κατεχόμενα εδάφη. Θα μας πει: « You stupid (η προσφιλής του προσφώνηση προς τους αντιπάλους) Greek Cypriots είχατε τις ευκαιρίες το 2004, το 2017, το 2018 (που απορρίφθηκε το πλαίσιο Γκουτέρες από τον Αναστασιάδη) και εσείς τις κλωτσήσατε. Η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο, έχει ξεπεράσει τα όρια της της υπομονής και δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο. Συμφωνώ με το φίλο μου Ερντογάν, ότι η ρεαλιστική λύση είναι αυτή των δύο κρατών». Εφιαλτικό μεν σενάριο, μη αποκλειόμενο δε.






