Η συζήτηση για τη βία στα σχολεία επιστρέφει κάθε φορά με τον ίδιο σχεδόν τρόπο. Αριθμοί, ανησυχία, δηλώσεις, για προβληματισμό, για μέτρα. Ένα γνώριμο μοτίβο που δημιουργεί την εντύπωση ότι κάτι κινείται, χωρίς όμως να αλλάζει κάτι ουσιαστικό. Το πρόβλημα καταγράφεται, περιγράφεται, επισημαίνεται. Και μετά, με έναν σχεδόν μηχανικό τρόπο, μεταφέρεται στην επόμενη χρονιά. Αυτό που σπάνια αλλάζει είναι το επίπεδο της συζήτησης.
Γιατί εξακολουθούμε να μιλάμε για τη βία, σαν να είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο προς διαχείριση. Σαν μια σειρά περιστατικών που πρέπει να περιοριστούν, να ελεγχθούν, να τιμωρηθούν. Μιλάμε για συμπεριφορές, αλλά αποφεύγουμε να μιλήσουμε για τις συνθήκες που τις γεννούν. Για το πώς φτάνει ένα παιδί να γίνει επιθετικό, να αποκλείσει, να χτυπήσει, να εξευτελίσει. Για το τι κουβαλά μαζί του, πριν καν περάσει την πόρτα της τάξης.
Η βία, όμως, δεν είναι το πρόβλημα. Είναι η στιγμή, που το πρόβλημα γίνεται ορατό. Είναι η κορυφή μιας πραγματικότητας που δεν χωρά εύκολα σε ανακοινώσεις και στατιστικές. Μοναξιά, απομόνωση, αίσθηση αποκλεισμού, πίεση, θυμός που δεν βρίσκει άλλη διέξοδο. Παιδιά που δεν ξέρουν, πως να υπάρξουν μέσα σε ένα περιβάλλον, που τους ζητά να προσαρμοστούν χωρίς να τους δίνει χώρο να ακουστούν. Και ενήλικες που συχνά αντιλαμβάνονται τη συμπεριφορά, αλλά όχι το βάρος που την παράγει.
Σε αυτό το πλαίσιο, το σχολείο δεν είναι η αιτία. Είναι ο χώρος όπου όλα αυτά συναντιούνται. Εκεί όπου ό,τι δεν έχει λυθεί αλλού, στην οικογένεια, στην κοινωνία, στις σχέσεις, εκδηλώνεται με τον πιο άμεσο και, συχνά, τον πιο βίαιο τρόπο. Και το σχολείο καλείται να το διαχειριστεί, όχι γιατί είναι έτοιμο, αλλά γιατί δεν υπάρχει άλλος χώρος να το απορροφήσει.
Κάπου εδώ, όμως, η συζήτηση αρχίζει να γίνεται άβολη. Γιατί αν η βία είναι σύμπτωμα, τότε δεν αρκεί να μιλάμε για το πώς θα τη μειώσουμε. Πρέπει να μιλήσουμε, για το τι την παράγει. Και αυτό σημαίνει να μετακινηθούμε από τα παιδιά στους ενήλικες. Από τις πράξεις στις ευθύνες. Ίσως γι’ αυτό η δημόσια συζήτηση επιστρέφει πάντα στα ίδια. Δηλώσεις, μέτρα, πολιτικές, πρωτόκολλα. Όχι γιατί δεν είναι απαραίτητα, αλλά γιατί είναι πιο εύκολο να μιλήσουμε για αυτά, παρά για τις συνθήκες που τα καθιστούν αναγκαία. Είναι πιο βολικό να αντιμετωπίζουμε τη βία ως πρόβλημα προς επίλυση, παρά ως ένδειξη, ότι κάτι βαθύτερο δεν λειτουργεί. Και έτσι, η εικόνα παραμένει αποσπασματική. Βλέπουμε τα περιστατικά, αλλά όχι τη διαδρομή που οδηγεί σε αυτά. Βλέπουμε την έκρηξη, αλλά όχι τη συσσώρευση που προηγήθηκε.
Σύμφωνα με την έκθεση της Ομάδας Ασφαλούς Σχολείου (ΟΑΣ), συνολικά 510 περιστατικά βίας καταχωρήθηκαν από 98 σχολεία την σχολική χρονιά 2024-2025. Το θέμα δεν είναι πόσα περιστατικά βίας καταγράφονται στα σχολεία. Το ζήτημα είναι, αν είμαστε διατεθειμένοι, να δούμε τη βία όχι ως εξαίρεση, αλλά ως καθρέφτη. Όχι ως κάτι που συμβαίνει “μέσα” στο σχολείο, αλλά ως κάτι που φτάνει εκεί από έξω και επιστρέφει πάλι πίσω. Γιατί αν συνεχίσουμε να μιλάμε για τη βία μόνο όταν εκδηλώνεται, θα συνεχίσουμε να την ανακαλύπτουμε ξανά και ξανά. Και κάθε φορά θα μοιάζει σαν κάτι καινούργιο, ενώ στην πραγματικότητα θα είναι το ίδιο, γνώριμο πρόβλημα, που απλώς δεν έχουμε ακόμη καταλάβει.







