Μεγάλη απόσταση ανάμεσα στα συστατικά που αναγράφονται στις ετικέτες προϊόντων προσωπικής φροντίδας και στις χημικές ουσίες που τελικά εντοπίζονται σε αυτά καταγράφει νέα εργαστηριακή ανάλυση. Στο 98% των προϊόντων που εξετάστηκαν βρέθηκε τουλάχιστον μία ουσία που δεν δηλωνόταν στην ετικέτα, ενώ στο 85% ανιχνεύθηκε τουλάχιστον μία μη αναγραφόμενη ουσία που έχει χαρακτηριστεί ως γνωστού ή πιθανού κινδύνου για την υγεία.
Οι ερευνητές ανέλυσαν συνολικά 113 προϊόντα προσωπικής φροντίδας και καθαρισμού από 12 διαφορετικές κατηγορίες, μεταξύ των οποίων αντηλιακά, σαμπουάν, σαπούνια και βρεφικές λοσιόν.
Τα αποτελέσματα, τα οποία δημοσιεύθηκαν στο Environment & Health, έδειξαν ότι σχεδόν όλα τα προϊόντα περιείχαν τουλάχιστον μία χημική ουσία που δεν αναφερόταν στη συσκευασία τους.
Παράλληλα, περισσότερο από ένα στα τέσσερα προϊόντα περιείχε ουσίες που βρίσκονταν σε αντίθεση με ισχυρισμούς που αναγράφονταν στη συσκευασία ή στην ιστοσελίδα του κατασκευαστή.
51 ουσίες στο εργαστήριο, μόλις 16 στην ετικέτα
Κατά μέσο όρο, οι ερευνητές εντόπισαν 51 ανιχνεύσιμες χημικές ουσίες σε κάθε προϊόν, ενώ στις αντίστοιχες ετικέτες αναγράφονταν μόλις 16 συστατικά.
Μεταξύ των μη δηλωμένων ενώσεων που εντοπίστηκαν ήταν φθαλικές ενώσεις, parabens, χημικές ουσίες αρωμάτων, προσμείξεις σιλικόνης και βουτυλιωμένο υδροξυτολουόλιο (BHT).
Ορισμένες από αυτές τις ουσίες έχουν συνδεθεί σε προηγούμενες έρευνες με επιδράσεις στο ενδοκρινικό και αναπαραγωγικό σύστημα ή με άλλα προβλήματα υγείας. Κάποιες έχουν επίσης χαρακτηριστεί ως δυνητικά καρκινογόνες, ενδοκρινικοί διαταράκτες, αναπαραγωγικές ή αναπτυξιακές τοξικές ουσίες ή ευαισθητοποιητές του δέρματος.
Η παρουσία μιας τέτοιας ουσίας σε ένα προϊόν, ωστόσο, δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι η χρήση του προκαλεί κάποια από τις συγκεκριμένες παθήσεις. Ο πραγματικός κίνδυνος εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από την ουσία, τη συγκέντρωσή της, τη διάρκεια και τον τρόπο έκθεσης.
«100% φυσικά» προϊόντα με συνθετικές ενώσεις
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα σε προϊόντα που διαφημίζονταν ως απαλλαγμένα από συγκεκριμένες χημικές ουσίες.
Οι επιστήμονες εντόπισαν συνθετικές ενώσεις σε ορισμένα προϊόντα που προβάλλονταν ως «100% φυσικά», καθώς και αρωματικές ουσίες, φθαλικές ενώσεις, parabens, σιλικόνες ή oxybenzone σε προϊόντα που δήλωναν ότι δεν περιείχαν τις συγκεκριμένες ουσίες.
Ακόμη και ορισμένα προϊόντα με την ένδειξη «υποαλλεργικό» βρέθηκαν να περιέχουν γνωστά αλλεργιογόνα ή ουσίες που μπορούν να προκαλέσουν ευαισθητοποίηση.
Οι αποκλίσεις δεν περιορίστηκαν σε φθηνά προϊόντα ούτε σε συγκεκριμένους κατασκευαστές. Σύμφωνα με τους ερευνητές, μη δηλωμένες ουσίες εντοπίστηκαν σε διαφορετικές κατηγορίες, σε διαφορετικά επίπεδα τιμών και σε προϊόντα εταιρειών διαφορετικού μεγέθους.
Ανάλογη εικόνα καταγράφηκε και σε προϊόντα που έφεραν χαρακτηρισμούς όπως «φυσικά», «μη τοξικά» και «βιολογικά».
Γιατί μια μη δηλωμένη ουσία μπορεί να βρεθεί στο προϊόν
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η παρουσία μιας ουσίας που δεν αναγράφεται στην ετικέτα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο κατασκευαστής την πρόσθεσε σκόπιμα και απέκρυψε την ύπαρξή της.
Χημικές ουσίες μπορεί να καταλήξουν στο τελικό προϊόν ως προσμείξεις πρώτων υλών, κατά τη διαδικασία παραγωγής, από τον εξοπλισμό, λόγω χημικών αντιδράσεων ή ακόμη και από τη συσκευασία και τις συνθήκες αποθήκευσης.
Σύμφωνα με τους συγγραφείς της μελέτης, ακόμη και μια αλλαγή προμηθευτή μπορεί να διαφοροποιήσει τη χημική σύνθεση ενός προϊόντος χωρίς η αλλαγή αυτή να αποτυπωθεί απαραίτητα στην ετικέτα.
Η ανάλυση που αναζήτησε χιλιάδες ουσίες ταυτόχρονα
Η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε επέτρεψε στους επιστήμονες να αναζητήσουν χιλιάδες χημικές ουσίες ταυτόχρονα, αντί να περιοριστούν στον έλεγχο ενός προκαθορισμένου καταλόγου ενώσεων.
Με τη μη στοχευμένη ανάλυση εντοπίστηκαν συνολικά 3.141 χημικά σήματα, ενώ οι επιστήμονες ταυτοποίησαν 303 ενώσεις με επιβεβαιωμένο, πιθανό ή προκαταρκτικό βαθμό βεβαιότητας.
Οι συγγραφείς της μελέτης υποστηρίζουν ότι στο σημείο αυτό εντοπίζεται ένα σημαντικό κενό στους σημερινούς ελέγχους, καθώς πολλά συστήματα αξιολόγησης της ασφάλειας βασίζονται κυρίως στα συστατικά που δηλώνει ο κατασκευαστής.
Με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να μην εντοπίζονται προσμείξεις, επιμολυντές, προϊόντα διάσπασης ή χημικές ουσίες που εισέρχονται στο προϊόν κατά την παραγωγή και τη συσκευασία.
«Η ετικέτα δεν αρκεί»
Οι ερευνητές προτείνουν οι έλεγχοι να μην περιορίζονται στα δηλωμένα συστατικά, αλλά να επεκτείνονται στη συστηματική χημική ανάλυση του ίδιου του τελικού προϊόντος όπως φτάνει στον καταναλωτή.
«Κάποιος μπορεί να διαβάζει προσεκτικά τα συστατικά, να επιλέγει “καθαρά” προϊόντα και παρ’ όλα αυτά να εκτίθεται στις ίδιες χημικές ουσίες που προσπαθεί να αποφύγει», επισημαίνει η Jenna Hua, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης και ιδρύτρια του Million Marker Research Institute.






