Τα ευρήματα που παρουσίασε η Αστυνομία επιβεβαιώνουν με κατηγορηματικό τρόπο ότι τα μηνύματα και οι ισχυρισμοί που αποτέλεσαν τον πυρήνα του λεγόμενου «αρχείου Σάντη» ήταν κατασκευασμένα, αναφέρει στο ΚΥΠΕ ο νομικός Αχιλλέας Αιμιλιανίδης, τονίζοντας ωστόσο ότι εξακολουθούν να παραμένουν αναπάντητα κρίσιμα ερωτήματα για τα κίνητρα, τις επαφές και τις ενέργειες που οδήγησαν στη δημιουργία και δημόσια διάδοση της υπόθεσης.
Ο κ. Αιμιλιανίδης δήλωσε ότι τα ευρήματα της Αστυνομίας επιβεβαιώνουν με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο ότι τα μηνύματα πάνω στα οποία στηρίχθηκε το λεγόμενο «αρχείο Σάντη» ήταν κατασκευασμένα και πλαστογραφημένα, γεγονός που, όπως είπε, «καταρρίπτει το βασικό αφήγημα της υπόθεσης».
Παράλληλα, επισήμανε ότι παραμένουν αναπάντητα ερωτήματα γύρω από τα κίνητρα, τις επαφές και τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκε και διακινήθηκε το επίμαχο υλικό, ζητήματα που κατά την άποψή του «θα πρέπει επίσης να αποσαφηνιστούν».
Τα μηνύματα ήταν κατασκευασμένα και πλαστογραφημένα
Σχολιάζοντας την ουσία των ευρημάτων, ο κ. Αιμιλιανίδης είπε ότι αυτά επιβεβαιώνουν όσα ήδη διαφαίνονταν από την πορεία της υπόθεσης.
«Τα ευρήματα της Αστυνομίας επιβεβαιώνουν αυτό που ήταν λίγο πολύ ξεκάθαρο, ότι δηλαδή τα μηνύματα που ήταν η βάση της όλης καταγγελίας ήταν κατασκευασμένα, ήταν πλαστογραφημένα», ανέφερε.
Πρόσθεσε ότι δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε ουσιαστική αμφιβολία ούτε για τα υπόλοιπα σημεία που παρουσίασε η Αστυνομία, συμπεριλαμβανομένων των αναφορών για ταξίδια, παιδεραστία, κακοποίηση και άλλους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονταν στο λεγόμενο «αρχείο Σάντη».
Αναπάντητα ερωτήματα
Παρά τα σαφή συμπεράσματα για το περιεχόμενο των καταγγελιών, ο κ. Αιμιλιανίδης υπογράμμισε ότι παραμένουν σημαντικά ερωτήματα τα οποία δεν απαντήθηκαν κατά τη χθεσινή παρουσίαση.
«Με δεδομένο ότι τα μηνύματα ήταν κατασκευασμένα, πρέπει να ξεκαθαρίσει ποιο ήταν το κίνητρο της Σάντη και γιατί κατασκεύαζε αυτά τα μηνύματα. Ήταν για δημοσιότητα; Ήταν για άλλους λόγους; Αυτό πρέπει να αποσαφηνιστεί», είπε.
Παράλληλα, διερωτήθηκε πώς βρέθηκαν οι τηλεφωνικοί αριθμοί των προσώπων που κατονομάζονταν και με ποια κριτήρια επιλέχθηκαν συγκεκριμένα άτομα, για να εμπλακούν στην υπόθεση.
«Πώς επέλεξε και γιατί επέλεξε τα συγκεκριμένα πρόσωπα να τα εμπλέξει στην αδελφότητα; Γιατί επέλεξε τον πρώην δικαστή για να τον εμπλέξει με όλες αυτές τις αναφορές; Πώς βρήκε συγκεκριμένους αριθμούς δικαστικών αποφάσεων και έμαθε να τους χρησιμοποιεί;» διερωτήθηκε.
Ποιος επικοινώνησε με τον Νίκο Κληρίδη;
Ο νομικός επεσήμανε ακόμη ότι η Αστυνομία ανακοίνωσε πως ο χρήστης, που επικοινώνησε με τον Νίκο Κληρίδη δεν ήταν ο πρώην δικαστής, που είχε βρεθεί στο επίκεντρο της υπόθεσης.
«Όμως ποιος ήταν, εφόσον έγινε η διερεύνηση;» ανέφερε, προσθέτοντας ότι θα πρέπει επίσης να διευκρινιστεί τι ακριβώς συνέβη με το μήνυμα που είχε δει το φως της δημοσιότητας και φερόταν να συνδέεται με τον πρώην Γενικό Εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη.
Σύμφωνα με τον ίδιο, πρόκειται για ζητήματα που συζητήθηκαν εκτενώς δημόσια και συνεπώς θα έπρεπε να αποτελέσουν μέρος μιας ολοκληρωμένης παρουσίασης των ευρημάτων.
Παραμένουν ανοικτά ερωτήματα πέρα από την ουσία των καταγγελιών
Κληθείς να σχολιάσει κατά πόσον τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί αρκούν για να στηρίξουν το κατηγορηματικό συμπέρασμα της Αστυνομίας, ο κ. Αιμιλιανίδης απάντησε θετικά.
«Το συμπέρασμα είναι κατηγορηματικό βεβαίως. Όσα έχουν παρουσιαστεί αρκούν για να το στηρίξουν», είπε.
Όπως εξήγησε, το συμπέρασμα αφορά τη βάση του δημόσιου αφηγήματος της υπόθεσης, δηλαδή τα επίμαχα μηνύματα και τις αναφορές που περιλαμβάνονταν στο «αρχείο Σάντη».
«Το ότι το αρχείο ‘Σάντη’ είναι κατασκευασμένο και ότι αυτό καταρρίπτει το όλο αφήγημα, νομίζω είναι ξεκάθαρο», τόνισε.
Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι τα πρόσθετα ερωτήματα που θέτει δεν αφορούν τη βασιμότητα των καταγγελιών, αλλά πτυχές της υπόθεσης που επίσης απασχόλησαν την κοινή γνώμη και χρήζουν διευκρινίσεων.
Θα μπορούσε να είχε διοριστεί ανεξάρτητος ποινικός ανακριτής
Αναφερόμενος στους χειρισμούς των Αρχών, ο κ. Αιμιλιανίδης επανέλαβε την άποψη ότι θα μπορούσε να είχε διοριστεί ανεξάρτητος ποινικός ανακριτής.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η εμπλοκή της Europol και του FBI είχε ως στόχο να ενισχύσει το ανεξάρτητο στοιχείο της διερεύνησης και να απομακρύνει αμφισβητήσεις ως προς την αξιοπιστία της διαδικασίας.
Εκτίμησε, επίσης, ότι η διάρκεια της έρευνας δεν ήταν υπερβολική, δεδομένης της ανάγκης ελέγχου τραπεζικών λογαριασμών, διασταύρωσης στοιχείων και εξέτασης μεγάλου όγκου μαρτυρικού υλικού.
Χαρακτήρισε θετική την απόφαση της Αστυνομίας να παρουσιάσει δημόσια τα ευρήματά της μέσω δημοσιογραφικής διάσκεψης, προσθέτοντας ότι η διαφάνεια πρέπει να αποτελεί στόχο σε όλες τις υποθέσεις με έντονο δημόσιο ενδιαφέρον.
«Όταν ανοίγεις μια τέτοια συζήτηση για να παρουσιάσεις ευρήματα, πρέπει να παρουσιάζεις τα ευρήματα επί των διαφόρων πτυχών που απασχόλησαν την κοινή γνώμη και όχι μόνο για εκείνα που εσύ κρίνεις σκόπιμο να παρουσιάσεις», ανέφερε.
Πιθανές ποινικές ευθύνες για την κατασκευή και διασπορά ψευδούς υλικού
Σε σχέση με τα πιθανά αδικήματα που θα μπορούσαν να διερευνηθούν, ο κ. Αιμιλιανίδης ανέφερε ότι η Νομική Υπηρεσία φαίνεται να έχει ήδη δώσει σχετικές οδηγίες.
Όπως είπε, αυτά ενδέχεται να αφορούν αδικήματα όπως η διασπορά ψευδών ειδήσεων, η πλαστογραφία ή άλλα συναφή αδικήματα.
Ωστόσο, ξεκαθάρισε ότι χωρίς πρόσβαση στο πλήρες μαρτυρικό υλικό δεν μπορεί να γίνει ασφαλής αξιολόγηση για το ποια ακριβώς αδικήματα μπορούν να στοιχειοθετηθούν.
Η δημοσιογραφική αναφορά δεν συνιστά ποινικό αδίκημα
Τέλος, κληθείς να σχολιάσει κατά πόσον υπάρχει νομική διαφορά μεταξύ εκείνου που κατασκευάζει ψευδές υλικό και ενός δημοσιογράφου που το δημοσιοποιεί θεωρώντας το αληθινό, ο κ. Αιμιλιανίδης ήταν σαφής.
«Εάν ένας δημοσιογράφος δημοσίευσε κάποιο υλικό στη λογική ότι είναι στη δημόσια συζήτηση, δεν διαπράττει ούτε τίθεται θέμα διάπραξης ποινικού αδικήματος», ανέφερε.
Πρόσθεσε ότι η ευθύνη ενός δημοσιογράφου είναι να ενημερώνει την κοινή γνώμη για ζητήματα που απασχολούν τη δημόσια σφαίρα, πάντοτε στο πλαίσιο των αρχών της δημοσιογραφικής δεοντολογίας.
«Το ζήτημα ξεκινά από εκεί που κάποιος παίρνει θέση ότι ένα γεγονός είναι αυθεντικό, προχωρεί σε καταγγελίες και ούτω καθεξής», κατέληξε, σημειώνοντας ότι η συζήτηση περί ποινικών ευθυνών δεν αφορά τη δημοσιογραφική κάλυψη καθ’ αυτή, αλλά όσους ενδεχομένως κατασκεύασαν ή διέδωσαν εν γνώσει τους ψευδές υλικό.
Θεσμικά ορθή η ανακοίνωση από την Αστυνομία
Σε ερώτηση κατά πόσον τον προβληματίζει το γεγονός ότι τα συμπεράσματα παρουσιάστηκαν από την Αστυνομία και όχι από τη Νομική Υπηρεσία, ο κ. Αιμιλιανίδης ήταν κατηγορηματικός.
«Γιατί να με προβληματίζει; Η Αστυνομία έκανε την ανάκριση, η Αστυνομία ανακοίνωσε τα αποτελέσματα. Δεν βλέπω ποιο είναι το θέμα», ανέφερε.
Πηγή: ΚΥΠΕ







