Με επίκεντρο τους χειρισμούς που ακολούθησαν την απόπειρα αυτοκτονίας του 14χρονου Στυλιανού τον Μάιο του 2019, συνεχίστηκε την Τρίτη ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας η αντεξέταση του ποινικού ανακριτή Ανδρέα Ανδρέου στην ποινική υπόθεση που αφορά τον θάνατο του ανήλικου, με τον κ. Αντρέου να αναφέρει ότι τα δεδομένα που είχαν ενώπιόν τους οι ΥΚΕ δικαιολογούσαν τον χαρακτηρισμό της υπόθεσης ως «υψηλού κινδύνου».
Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του από τη δικηγόρο Χλόη Λοϊζίδου, η οποία εκπροσωπεί την κατηγορούμενη 9, λειτουργό των ΥΚΕ, ο μάρτυρας κλήθηκε να απαντήσει σε σειρά ερωτήσεων αναφορικά με το εύρος της ποινικής διερεύνησης, τις συνθήκες εργασίας στις ΥΚΕ και τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης του Στυλιανού.
Η υπεράσπιση υπέδειξε στον μάρτυρα ότι δεν διερευνήθηκαν επαρκώς ζητήματα που αφορούσαν την αναδιοργάνωση των ΥΚΕ, τα καθήκοντα λειτουργών ορισμένου χρόνου, την εκπαίδευση της κατηγορούμενης 9 και τις συνθήκες υπό τις οποίες εργαζόταν. Ο κ. Ανδρέου απέρριψε τον ισχυρισμό περί παραλείψεων εκ μέρους των ποινικών ανακριτών, σημειώνοντας ότι «δεν υπήρχε οποιαδήποτε παράλειψη του καθήκοντός μας, το διερευνήσαμε όσο καλύτερα μπορούσαμε».
Σε υποβολές της υπεράσπισης σχετικά με την εκπαίδευση της κατηγορούμενης 9 και το κατά πόσο είχε λάβει επαρκή κατάρτιση σε νομοθεσίες, κανονισμούς και εγχειρίδια των ΥΚΕ, ως εργοδοτούμενη ορισμένου χρόνου από τον Νοέμβριο του 2018 μέχρι τον Νοέμβριο του 2019, ο μάρτυρας απάντησε ότι όλοι οι λειτουργοί είχαν υποχρέωση να συμμορφώνονται με τις εγκυκλίους και τις διαδικασίες της υπηρεσίας. Πρόσθεσε δε, ότι οποιοσδήποτε λειτουργός αναλάμβανε μία υπόθεση όφειλε να μελετήσει ολόκληρο το ιστορικό της. Όπως ειπώθηκε στο Δικαστήριο, η κατηγορούμενη 9 ανέλαβε καθήκοντα λειτουργού βάσης στην υπόθεση του Στυλιανού μετά την εργοδότησή της στις ΥΚΕ, τον Νοέμβριο του 2018.
Σε σχέση με τον αυξημένο φόρτο εργασίας των ΥΚΕ, ο κ. Ανδρέου ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της ποινικής διερεύνησης, οι λειτουργοί των ΥΚΕ ενημέρωσαν τους ποινικούς ανακριτές για τα παράπονα που απηύθυναν προς την ιεραρχία για αυξημένο όγκο εργασίας και τα αιτήματα λήψης μέτρων.
Ερωτηθείς κατά πόσο η υπόθεση του Στυλιανού θα έπρεπε να θεωρηθεί ως υπόθεση «υψηλού κινδύνου», ο κ. Ανδρέου απάντησε καταφατικά, σημειώνοντας ότι πραγματοποιήθηκαν ενδοτμηματικές συναντήσεις στις ΥΚΕ με αντικείμενο τη διαχείρισή της, ακόμη και με αναφορές σε ενδεχόμενη «μετακίνηση Στυλιανού». Όπως είπε, τα δεδομένα που είχαν ενώπιόν τους οι ΥΚΕ δικαιολογούσαν τον χαρακτηρισμό της υπόθεσης ως «υψηλού κινδύνου».
Κεντρικό σημείο της αντεξέτασης αποτέλεσε η απόπειρα αυτοκτονίας του Στυλιανού με το κυνηγετικό όπλο του πατέρα του τον Μάιο του 2019, την οποία ο ποινικός ανακριτής χαρακτήρισε ως το σημαντικότερο περιστατικό που περιήλθε σε γνώση των ΥΚΕ κατά την επίδικη περίοδο.
«Ήταν το πιο σημαντικό περιστατικό που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια που η κατηγορούμενη 9 ήταν λειτουργός βάσης», ανέφερε, προσθέτοντας ότι για τον ίδιο αποτελούσε σαφή ένδειξη πως υπήρχε σοβαρό πρόβλημα που απαιτούσε άμεση παρέμβαση.
Σύμφωνα με τον μάρτυρα, η πληροφόρηση που έφθασε στις ΥΚΕ αφορούσε απόπειρα αυτοκτονίας και όχι απλή πρόθεση αυτοκτονίας. Όπως ανέφερε, η μητέρα του ανήλικου είχε ενημερώσει τηλεφωνικώς λειτουργό των ΥΚΕ ότι ο Στυλιανός είχε επιχειρήσει να αυτοκτονήσει με κυνηγετικό όπλο του πατέρα του και ότι αποτράπηκε την τελευταία στιγμή. Ο κ. Ανδρέου εξέφρασε τη θέση ότι μετά το συγκεκριμένο περιστατικό οι ΥΚΕ όφειλαν να προχωρήσουν σε ουσιαστικές ενέργειες προστασίας του ανηλίκου.
Παράλληλα, ο μάρτυρας διαφώνησε με τον τρόπο που αποτυπώθηκε το περιστατικό στις καταχωρήσεις των ΥΚΕ, υποστηρίζοντας ότι η πληροφόρηση που περισυλλέχθηκε κατά την ποινική διερεύνηση ήταν διαφορετική από εκείνη που τελικά καταγράφηκε στον φάκελο των ΥΚΕ.
Σε άλλο σημείο της διαδικασίας, η υπεράσπιση υπέβαλε ότι η κατηγορούμενη 9 ήταν ίσως το πρόσωπο που κατέβαλε τις περισσότερες προσπάθειες για να σπάσει την απομόνωση της οικογένειας και να επιτύχει συνεργασία με τις ΥΚΕ. Ο μάρτυρας απάντησε ότι η διαχείριση της συγκεκριμένης κατάστασης αποτελούσε μέρος των καθηκόντων της, επαναλαμβάνοντας ότι το περιστατικό του Μαΐου 2019 θα έπρεπε να είχε τύχει διαφορετικής αντιμετώπισης.
Η κ. Λοϊζίδου υπέδειξε ακόμη ότι πολλά από τα μέτρα τα οποία οι ποινικοί ανακριτές θεωρούν εκ των υστέρων ότι θα έπρεπε να είχαν ληφθεί, δεν είχαν ληφθεί ούτε κατά τα προηγούμενα χρόνια, πριν η κατηγορούμενη αναλάβει την υπόθεση. Ο μάρτυρας συμφώνησε με τη συγκεκριμένη θέση, σημειώνοντας ότι «γι’ αυτό και υπάρχει κατηγορητήριο».
Ακολούθως, η υπεράσπιση υπέβαλε ότι η συγκεκριμένη υπόθεση αναδεικνύει μια ευρύτερη θεσμική αποτυχία του συστήματος. Στο σημείο αυτό, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής έφερε ένσταση, ζητώντας να διευκρινιστεί σε ποιο σύστημα αναφερόταν η δικηγόρος της κατηγορούμενης 9. Η τελευταία απάντησε ότι αναφερόταν στο σύστημα των ΥΚΕ, με τον κ. Ανδρέου να δηλώνει στη συνέχεια: «Συμφωνώ και με αυτό».
Η αντεξέταση του ποινικού ανακριτή συνεχίστηκε από τον δικηγόρο Μάριο Σπύρου, ο οποίος εκπροσωπεί την κατηγορούμενη 11, επίσης λειτουργό των ΥΚΕ. Ο κ. Σπύρου εστίασε στο ζήτημα της απομάκρυνσης του ανηλίκου από το οικογενειακό του περιβάλλον. Ο μάρτυρας συμφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε ότι η πάγια πολιτική των ΥΚΕ είναι η διατήρηση του παιδιού στην οικογένεια, εφόσον αυτό είναι εφικτό, και ότι η απομάκρυνση αποτελεί το έσχατο μέτρο προστασίας.
Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης τέθηκε επίσης το ζήτημα του κατά πόσο οι πληροφορίες που περιήλθαν σε γνώση των ΥΚΕ, σε σχέση με το περιστατικό Μαΐου του 2019, αφορούσαν επιβεβαιωμένη απόπειρα αυτοκτονίας ή ισχυρισμό που έχρηζε περαιτέρω διερεύνησης. Ο κ. Σπύρου υπέδειξε ακόμη ότι οι καταχωρήσεις των ΥΚΕ για την περίοδο Μαΐου – Σεπτεμβρίου 2019 δεν περιείχαν αναφορές σε περιστατικά βίας ή άλλα στοιχεία που να συνηγορούν άμεσα υπέρ της απομάκρυνσης του ανήλικου, πέραν του περιστατικού του Μαΐου.
Ο ποινικός ανακριτής ανέφερε ότι το συγκεκριμένο περιστατικό αποτελούσε εξακριβωμένο γεγονός, σημειώνοντας ότι με μια απλή διερεύνηση, οι λειτουργοί των ΥΚΕ θα πληροφορούνταν ότι ο ανήλικος έφερε σημάδι στο πηγούνι από το κυνηγετικό όπλο. Παράλληλα, συμφώνησε ότι τέτοιες αναφορές δεν προκύπτουν από τις καταχωρήσεις της συγκεκριμένης περιόδου, επισημαίνοντας ωστόσο ότι αυτή ακριβώς η περίοδος ακολουθούσε την απόπειρα αυτοκτονίας, την οποία εξακολουθεί να θεωρεί το σοβαρότερο περιστατικό της υπόθεσης.
Πρόσθεσε δε, ότι, ακόμη και αν η ενδεδειγμένη πρώτη επιλογή ήταν η παροχή εξειδικευμένης ψυχιατρικής βοήθειας προς τον ανήλικο, σε περίπτωση που αυτό δεν μπορούσε να διασφαλιστεί, οι ΥΚΕ όφειλαν να εξετάσουν και άλλα μέτρα προστασίας, περιλαμβανομένων νομικών ενεργειών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν ακόμη και σε αφαίρεση της γονικής μέριμνας.
Η αντεξέταση του ποινικού ανακριτή θα συνεχιστεί την Τετάρτη στις 11:00.
Υπενθυμίζεται ότι η υπόθεση αφορά τον τραγικό θάνατο του 14χρονου Στυλιανού Κωνσταντίνου τον Σεπτέμβριο του 2019, με το Δικαστήριο να εξετάζει κατά πόσο υπήρξαν ευθύνες τόσο εντός της οικογένειας όσο και από πλευράς κρατικών υπηρεσιών.
Η διαδικασία επικεντρώνεται κυρίως στο κατά πόσο υπήρξαν περιπτώσεις κακοποίησης ή παραμέλησης εντός της οικογένειας, εάν η μητέρα γνώριζε περιστατικά και δεν τα κατήγγειλε, καθώς και στο εάν οι αρμόδιοι λειτουργοί των ΥΚΕ αξιολόγησαν και χειρίστηκαν επαρκώς τις πληροφορίες που είχαν ενώπιόν τους.
ΚΥΠΕ







