Επίθεση κατά όσων, όπως είπε, «έστησαν λαϊκά δικαστήρια» μετά τη δημοσιοποίηση του πορίσματος της Αρχής κατά της Διαφθοράς εξαπέλυσε ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης, υποστηρίζοντας ότι παραβιάστηκε το τεκμήριο της αθωότητας και ότι η δημόσια συζήτηση γύρω από την υπόθεση χαρακτηρίστηκε από «τοξικότητα», «σπίλωση ονομάτων» και «δολοφονία χαρακτήρων».
«Παρά ταύτα, παρά την ανακοίνωση της Αρχής, κατά παράβαση του τεκμηρίου της αθωότητας, κάποιοι έστησαν λαϊκά δικαστήρια και καταδίκασαν ως ενόχους» ανέφερε, τονίζοντας ότι τελικός κριτής για το κατά πόσον κάποιος είναι ένοχος «δεν είναι άλλος από το δικαστήριο».
Αναφερόμενος στο βιβλίο «Κράτος Μαφία», ο κ. Αναστασιάδης υποστήριξε ότι οι ερευνώντες λειτουργοί και η Αρχή κατά της Διαφθοράς «απέρριψαν ψευδείς ή ανυπόστατους ή εν πάση περιπτώσει δεν αποδέχτηκαν τους συκοφαντικούς ισχυρισμούς εις βάρος μου οι οποίοι περιέχονται στο βιβλίο Κράτος Μαφία».
Όσον αναφορά στην υπόθεση Ριμπολόβλεφ, απέρριψε τους ισχυρισμούς περί προσωπικής εμπλοκής του. Όπως είπε, «σε κανένα μα κανένα σημείο του βιβλίου ή της έκθεσης της Αρχής κατά της Διαφθοράς γίνεται αναφορά για οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση ενέργεια του τέως Προέδρου προς οποιαδήποτε αρχή ή όργανο που να υποδηλοί γνώση ή εμπλοκή του Αναστασιάδη στη σύλληψη της Ριμπολόβλεβα».
Σύμφωνα με τον τέως Πρόεδρο, οι σχετικοί ισχυρισμοί στηρίζονται αποκλειστικά σε μηνύματα SMS, για τα οποία «σύμφωνα με το πόρισμα της Αρχής δεν μπορεί να τους αποδοθεί αποδεικτική αξία χωρίς την ύπαρξη άλλης υποστηρικτικής μαρτυρίας».
Ο κ. Αναστασιάδης υποστήριξε ακόμη ότι οι ερευνώντες λειτουργοί συνέδεσαν λανθασμένα γεγονότα και επικοινωνίες. «Το πιο σημαντικό που θέλω να τονίσω είναι το πώς η εσφαλμένη σύνδεση των γεγονότων οδηγεί σε λάθος ευρήματα», ανέφερε, προσθέτοντας ότι «απολύτως εσφαλμένα οι λειτουργοί Επιθεώρησης συνέδεσαν τη σύλληψη της Ριμπολόβλεβα με ένα άλλο SMS που αναφέρεται σε δήθεν ενέργειες για ένα ταξίδι μονής διαδρομής από τις Βρυξέλλες στην Αθήνα».
Υποστήριξε επίσης ότι το συμπέρασμα περί ενδεχόμενης εμπορίας επηρεασμού «καταρρέει», αφού, όπως ανέφερε, η σύλληψη της συζύγου του Ρώσου ολιγάρχη πραγματοποιήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 2014, ενώ το επίμαχο ταξίδι που αναφέρεται στο βιβλίο και στο πόρισμα αφορούσε γεγονότα του Μαρτίου του ίδιου έτους.







