Έρμαιο των αποφάσεων μιας ιδιωτικής εταιρείας κατέληξε να είναι για δεύτερη φορά το κράτος σε σχέση με την ψηφιακή τηλεόραση και μάλιστα με ευθύνη κάποιων δημόσιων υπαλλήλων που έφτιαξαν δύο διαγωνισμούς οι οποίοι ήταν ελλιπείς, με αποτέλεσμα να φέρουν χάος στο ψηφιακό σήμα. Χωρίς να προνοήσουν συγκεκριμένους όρους, οι εταιρείες μπορούν να αποφασίζουν με βάση το δικό τους πλάνο, αφήνοντας εκτεθειμένο το αρμόδιο υφυπουργείο. Γι’ αυτό και από το 2010 όταν έγινε η μετάβαση από το αναλογικό στο ψηφιακό σήμα, το κράτος ακολουθούσε, θέλοντας και μη (με ή χωρίς… παρεμβολές), τις απαιτήσεις της Velister, αφού η εταιρεία των καναλαρχών εξαρχής είχε πάρει με στραβό μάτι το γεγονός πως δεν της δόθηκε δωρεάν ή με το «έτσι θέλω» η πλατφόρμα και αφέθηκε ο διαγωνισμός να φτάσει στα 10 εκατομμύρια ευρώ. Τότε, το 2010, το κράτος, δεν είχε προνοήσει μέχρι πού μπορεί να φτάσει ένας διαγωνισμός, ώστε να είναι βιώσιμο το δίκτυο και ξεκίνησαν τα προβλήματα. Τώρα, το 2026, το κράτος, δεν είχε προνοήσει καμία τεχνική προδιαγραφή σε σχέση με τη χρήση του DVBT-2, με αποτέλεσμα οι πολίτες να έχουν προβλήματα με το σήμα. Και στις δύο περιπτώσεις διαφαίνεται η προχειρότητα με την οποία διαχειρίστηκαν οι υπηρεσίες του κράτους έναν διαγωνισμό, για τον οποίο έπρεπε να είχαν προνοήσει πολύ περισσότερα δεδομένα και να εξετάσουν κυρίως το περιβάλλον στο οποίο θα λειτουργήσει το επίγειο δίκτυο ψηφιακής τηλεόρασης.
Λάθη υφυπουργείου
Στο έγγραφο του διαγωνισμού που έγινε τον Σεπτέμβριο του 2024, το οποίο αγγίζει τις 19 χιλιάδες λέξεις σε 77 σελίδες, δεν υπάρχει πουθενά πρόνοια για τεχνική προδιαγραφή στον τρόπο που θα επιλέξει η Hellas Sat να λειτουργήσει το δίκτυό της. Αντιθέτως, αναφέρει πως ο πάροχος του δικτύου μπορεί να επιλέξει τις επιμέρους τεχνικές παραμέτρους και του επιτρέπει να σχεδιάσει το δίκτυο ανάλογα με τις ανάγκες κάλυψης και χωρητικότητας. Και έτσι, η Hellas Sat, αφού δεν υπήρχε επιβολή για την παράμετρο εκπομπής του σήματος επέλεξε την καλύτερη δυνατή επιλογή ως εταιρεία που θεώρησε πως μπορεί να αποσβέσει το κόστος, με αποτέλεσμα να αποδειχθεί στην πράξη πως το κοινό δεν ήταν τόσο έτοιμο ή τόσο τεχνικά εξοπλισμένο για να μπορέσει να λάβει το σήμα των καναλιών.
Και σαν να μην έφτανε που δεν υπήρχαν τεχνικές προδιαγραφές στη σύμβαση ή και στους όρους του διαγωνισμού που υπέγραψε η Hellas Sat, το κράτος δεν άκουσε ούτε τις προειδοποιήσεις των ειδικών που είχαν προβλέψει πως θα προκληθεί αναστάτωση στους πολίτες. Προτού το κράτος προχωρήσει στον διαγωνισμό για το δίκτυο της ψηφιακής τηλεόρασης, είχε προηγηθεί μία σχετική διαβούλευση με όλους τους εμπλεκόμενους (κανάλια, Αρχή Ρ/Τ, επίτροπος Επικοινωνιών). Το ΡΙΚ στις απαντήσεις που έστειλε, είχε προειδοποιήσει σχετικά πως θα υπάρξουν προβλήματα: «Επιλέγει DVB-T αφού δεν υπάρχει πρόβλημα χωρητικότητας. Δεν είναι αντίθετο με DVB-T2, αλλά θεωρεί ότι θα υπάρξει μεγάλη αναστάτωση στους τηλεθεατές (κυρίως στους γηραιότερους)».
Εν τέλει, αυτό που παρουσιάστηκε ως μια αναγκαία τεχνολογική αναβάθμιση, αποδείχθηκε στην πράξη μια επιπόλαιη εφαρμογή, με την επιλογή του 256 QAM διαμόρφωσης δηλαδή του σήματος, να βρίσκεται στην καρδιά του προβλήματος. Εκείνο που θα γίνει από τα μεσάνυχτα της Δευτέρας είναι πως η Hellas Sat θα προχωρήσει σε μείωση του τρόπου διαμόρφωσης του σήματός της, πέφτοντας στα 64 QAM, με στόχο να καταφέρουν στο τρίμηνο παράτασης που δόθηκε να συντονίσουν οι πολίτες τις τηλεοράσεις τους. Πρακτικά, δεν φαίνεται να επηρεάζει τους πολίτες αυτή η επιλογή που δόθηκε ως μεσοβέζικη λύση, αν και δεν είναι δεδομένο πως οι πολίτες που συντονίστηκαν ήδη, δεν θα αντιμετωπίσουν άλλα προβλήματα. Αξίζει να σημειωθεί πως προηγήθηκαν σκληρές διαπραγματεύσεις μεταξύ Υφυπουργείου Καινοτομίας και Hellas Sat με την εταιρεία να εμμένει για αρκετό χρονικό διάστημα πως πρέπει να μείνει στα πρότυπα εκπομπής που εφάρμοσε, αφού αυτό ήταν το δικό της επιχειρησιακό πλάνο. Εν τέλει την περασμένη εβδομάδα, η εταιρεία συμφώνησε να προσαρμοστεί σε νέα δεδομένα, ενώ θυμίζουμε πως ήδη έχει αναλάβει και το ενεργειακό κόστος της Velister με την παράλληλη μετάδοση εκπομπής του προηγούμενου δικτύου. Φυσικά, μέχρι στιγμής η εταιρεία έχει επωμιστεί το κόστος και την… ευθύνη για κάτι που έπρεπε να είχε προβλέψει το αρμόδιο υφυπουργείο και παραμένει άγνωστος Χ κατά πόσον όλο αυτό το μπέρδεμα θα φέρει ανατροπές στους σχεδιασμούς της Hellas Sat στο μέλλον, και αν θα έχει κόστος που θα μετακυλιστεί στα κανάλια, αφού το τέλος εκπομπής, είναι η βασική πηγή εσόδων της εταιρείας.
Το ευαίσθητο πρότυπο
Τι σημαίνει ακριβώς η αλλαγή του σήματος που θα κάνει η Hellas Sat; Ο Κώστας Αργυρίδης, ήταν ο εκπρόσωπος της εταιρείας LRG, η οποία συμμετείχε στον πλειοδοτικό διαγωνισμό που έγινε το 2010 όταν περάσαμε από το αναλογικό στο ψηφιακό σήμα. Ο κ. Αργυρίδης διαφωνεί με τις τεχνικές προδιαγραφές που ακολούθησε η Hellas Sat: «Η επιλογή του 256 QAM αποτελεί ένα υπερβολικά φιλόδοξο τεχνικό άλμα, το οποίο δεν έλαβε υπόψη την πραγματική κατάσταση των οικιακών εγκαταστάσεων στην Κύπρο. Αν και αυτό το σήμα προσφέρει μεγαλύτερη χωρητικότητα δεδομένων, είναι εξαιρετικά ευαίσθητη σε ατέλειες του σήματος και απαιτεί άρτια υποδομή για να λειτουργήσει». Τι επιδίωκε η Hellas Sat με αυτή την τεχνική προδιαγραφή, σύμφωνα με τον κ. Αργυρίδη; Η εταιρεία, όπως εξηγεί, ήθελε να εξοικονομήσει χώρο στο φάσμα για να μπορέσει να φιλοξενήσει περισσότερα κανάλια. «Η εταιρεία έκανε μια στρατηγική επιλογή καθώς με τη χρήση του 256 QAM είχε αποδοτικότερη χρήση του φάσματος συχνοτήτων, υπάρχει μεγαλύτερη χωρητικότητα για περισσότερα κανάλια, ενώ της δίνει τη δυνατότητα για εκπομπή καναλιού σε 4K, όπως και έγινε με το δικό της κανάλι, το HTV, το οποίο εξαφανίστηκε από τους δέκτες μας την 1η Ιουλίου.
Φταίει το υφυπουργείο
Σύμφωνα με τον κ. Αργυρίδη τη μεγαλύτερη ευθύνη στην αναστάτωση που προκλήθηκε, φέρει το ίδιο το υφυπουργείο, το οποίο, όπως εξηγεί απέτυχε σε πολλά επίπεδα. «Δεν θέσπισε αυστηρά τεχνικά πρότυπα που να διασφαλίζουν την ομαλή μετάβαση και την εφαρμογή των 64 QAM, που έπρεπε να είναι μέρος της συμφωνίας αλλά και των τεχνικών παραμέτρων που είχαν προκηρυχθεί. Η εκ των υστέρων παραδοχή του υφυπουργού ότι υπήρξε ένας παράγοντας του οποίου η έκταση δεν μπορούσε να εκτιμηθεί επαρκώς από τεχνική σκοπιά: η κακή κατάσταση των εγκαταστάσεων σε ορισμένα σπίτια, δείχνει ότι τεχνικά το υφυπουργείο δεν είχε εκτιμήσει την πραγματικότητα στην Κύπρο. Αυτή η παραδοχή επιβεβαιώνει ότι η Πολιτεία δεν είχε προβλέψει την έκταση των προβλημάτων, παρά την τρίμηνη προειδοποιητική περίοδο. Ο κ. Αργυρίδης αναφέρει ακόμη πως το υφυπουργείο δεν διασφάλισε ότι η αγορά θα ήταν επαρκώς προετοιμασμένη για την αλλαγή που έγινε, ενώ αναφέρει πως ήταν λανθασμένο και το χρονοδιάγραμμα που επιβλήθηκε από το υφυπουργείο, ενώ μιλάει και για το μη ρεαλιστικό χρονοδιάγραμμα. «Παρά τα προβλήματα που εκδηλώθηκαν από την πρώτη ημέρα, το υφυπουργείο επέμενε στο χρονοδιάγραμμα, οδηγώντας σε χάος. Μόνο εκ των υστέρων αποφάσισε την παράλληλη λειτουργία της παλιάς πλατφόρμας Velister για τρεις μήνες, μια κίνηση που ουσιαστικά παραδέχεται την αποτυχία του αρχικού σχεδιασμού. Παρά τα προβλήματα που παρουσιάζονταν μέσα στους τρεις αυτούς μήνες συνέχισαν και έκαναν την πλήρη αλλαγή».
Χωρίς πλάνο
Το θέμα της ψηφιακής τηλεόρασης τέθηκε ενώπιον της Βουλής την Πέμπτη και ήταν ξεκάθαρο πως η κυβέρνηση κινείται χωρίς συγκεκριμένο πλάνο και ακολουθεί την τακτική του… βλέποντας και κάνοντας. Ο υφυπουργός Καινοτομίας Νικόδημος Δαμιανού, ο οποίος βρέθηκε στην Επιτροπή Μεταφορών της Βουλής, έριξε την ευθύνη και στη Velister και στη Hellas Sat. Στην πρώτη γιατί είχε πεπαλαιωμένο εξοπλισμό και δεν έγινε καμία αναβάθμιση και στη δεύτερη επειδή έκανε… υπερβολική αναβάθμιση του δικτύου! Θυμίζουμε πως το Τμήμα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών είχε κάνει εισήγηση να ανανεωθεί το συμβόλαιο της Velister, ενώ δεν τέθηκε θέμα της αναβάθμισής της από την κυβέρνηση Χριστοδουλίδη, όταν υπήρχαν προβλήματα στο δίκτυο εκπομπής της, κάτι που το ήξεραν. Πάντως, θεωρούν στο υφυπουργείο πως μειώνοντας τα QAM θα λύσουν το πρόβλημα οριστικά. Στην πράξη, οι υψηλότερες μορφές QAM που εκπέμπεται το σήμα, επιτρέπουν μεγαλύτερες ταχύτητες μετάδοσης δεδομένων, αλλά απαιτούν ισχυρότερο και καθαρότερο σήμα. Για τον λόγο αυτό, οι συσκευές και τα δίκτυα προσαρμόζουν δυναμικά το επίπεδο QAM ανάλογα με τις συνθήκες λήψης και αυτό είναι που ζητήθηκε από τη Hellas Sat.






