Συνάντηση Μητσοτάκη - Ερντογάν στην Άγκυρα: Προσδοκίες, όρια και γεωπολιτικό πλαίσιο

ΠΟΛΙΤΗΣ NEWS

Header Image

Πηγή φωτογραφίας: Eurokinissi

Για την Τουρκία, όλα τα ζητήματα παραμένουν ανοιχτά, από την πολιτική διαπραγμάτευση στο Αιγαίο έως τον αναθεωρητισμό που αποτελεί πυλώνα της στρατηγικής της.

Με περιορισμένες προσδοκίες, αλλά αυξημένο γεωπολιτικό βάρος, πραγματοποιείται στις 11 Φεβρουαρίου στην Άγκυρα η συνάντηση του Έλληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Παρά τη συνέχιση των «ήρεμων νερών», οι ουσιαστικές διαφορές παραμένουν άλυτες.

Ο Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής και Σύμβουλος του Πρωθυπουργού για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής, Σωτήρης Σέρμπος, μιλώντας στο CNN Greece, θέτει εξαρχής το πλαίσιο, επισημαίνοντας ότι το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ο ίδιος ο διάλογος, αλλά οι προσδοκίες που τον συνοδεύουν.

Όπως σημειώνει ο κ. Σέρμπος, για την Τουρκία, όλα τα ζητήματα παραμένουν ανοιχτά, από την πολιτική διαπραγμάτευση στο Αιγαίο έως τον αναθεωρητισμό που αποτελεί πυλώνα της στρατηγικής της.

«Βλέπετε ότι αργά και σταθερά περνάμε σε μία φάση χαμηλού ρίσκου ελεγχόμενης κλιμάκωσης, που όμως γνωρίζαμε και από πριν ότι αυτή η περίπτωση της τακτικής αναδίπλωσης με συγκυριακό πρόσημο εκ μέρους της Τουρκίας, κάποτε θα τελείωνε», σημειώνει.

Το πρόβλημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι συχνά στην Αθήνα εστιάζουμε στο «δέντρο» των διμερών ελληνοτουρκικών σχέσεων και χάνουμε το «δάσος», δηλαδή τη μεγάλη γεωπολιτική εικόνα, στην οποία η Τουρκία δίνει πολύ μεγαλύτερη σημασία.

Τονίζει πως « έχουμε πλέον εισέλθει σε μια γεωπολιτική περιπέτεια που ενέχει ρίσκο, μια δοκιμασία αντοχών χωρίς το άλλοτε δεδομένο προστατευτικό δίχτυ. Σε μια τέτοια συνθήκη, όπου κυριαρχούν οι λογικές της ισχύος και της αυτοσυντήρησης, η Ελλάδα δεν βρίσκεται απλώς ενώπιον νέων προκλήσεων· έχει εισέλθει σε μια φάση ιστορικής "ρήξης"».

Σε αυτό το πλαίσιο, θα ήταν αφελές να θεωρηθεί ότι ο Τούρκος πρόεδρος θα παραμείνει αδρανής. Αντιθέτως, εκτιμάται ότι θα επιχειρήσει να κεφαλαιοποιήσει τον συναλλακτικό χαρακτήρα της προσωπικής διπλωματίας με τον πρόεδρο Τραμπ, αξιοποιώντας το νέο διεθνές κλίμα.

Παράλληλα, με το διμερές επίπεδο, υπογραμμίζει πως «θα πρέπει ταυτόχρονα να επιστρέψουμε σε συνθήκες ενεργητικής διαπραγμάτευσης, πρωτίστως με τους Αμερικανούς. Αξιοποιώντας και συντελεστές ήπιας ισχύος που δεν έχουμε έως τώρα ενεργοποιήσει (πχ. θρησκευτική διπλωματία). Ασφαλώς και η διαπραγμάτευση περιλαμβάνει πάντοτε ρίσκο. Όμως , αν παραμείνουμε ανδρανείς και επιφυλακτικοί, αρνούμενοι την διαπραγμάτευση, υπάρχει ο μεγαλύτερος κίνδυνος να μας επιβληθεί ένα τετελεσμένο και με το επιχείρημα πως αν δεν το αποδεχτούμε, σε διαφορετική εξέλιξη τα πράγματα θα πάνε χειρότερα».

Η συνάντηση της Άγκυρας, υπό αυτό το πρίσμα, δεν αποτελεί ούτε λύση ούτε εγγύηση. Αποτελεί, ωστόσο, έναν κρίκο σε μια αλυσίδα εξελίξεων που ξεπερνούν κατά πολύ το διμερές επίπεδο.

Το βασικό πολιτικό διακύβευμα είναι αν και κατά πόσο τα ήρεμα νερά μπορούν να διατηρηθούν στο μέλλον, δεδομένου ότι κανείς δεν γνωρίζει πως θα διαμορφωθούν οι διαθέσεις της Τουρκίας.

Σε αυτό το πλαίσιο τονίζει πως «η Ελλάδα εξακολουθεί να θεωρεί ότι χρειάζεται επιπλέον χρόνο. Όλο αυτό ξεκίνησε με πρωτοβουλία της Άγκυρας που και η Αθήνα ανταποκρίθηκε. Πιθανώς αυτός ο χρόνος να θέλουμε να χρησιμοποιηθεί για μία προσπάθεια εξορθολογισμού της Άγκυρας». Η διαδικασία εξομάλυνσης ξεκίνησε με πρωτοβουλία της Άγκυρας, σε μια περίοδο, όπου η Τουρκία είχε ανάγκη οικονομικής ανάσας, ιδίως μετά τους σεισμούς, αλλά και επαναπροσέγγισης με τη Δύση. Ήταν, επομένως, αναμενόμενο να «κατεβάσει στροφές», συμπληρώνει.

Το πρόβλημα, κατά τον κ. Σέρμπο, ήταν ότι στο δημόσιο διάλογο καλλιεργήθηκαν υπερβολικές και εσφαλμένες προσδοκίες, ακόμη και περί προσφυγής στη Χάγη, χωρίς να υπάρχουν ποτέ πραγματικές ενδείξεις προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτό με τη σειρά του προκάλεσε καχυποψία και επιφυλακτικότητα σε τμήματα της κοινής γνώμης. «Είναι καλύτερο να είσαι απαισιόδοξος και σωστός παρά αισιόδοξος και λάθος. Καλύτερο από όλα να είσαι ρεαλιστής με γνώση και στιβαρότητα», προσθέτει.

 

Η αλλαγή στο διεθνές σύστημα

Σήμερα, ωστόσο, η μεγάλη εικόνα είναι ριζικά διαφορετική. Όπως επισημαίνει, συντελείται μια δομική αλλαγή καθεστώτος (regime change) στο διεθνές σύστημα, με μεταβολές στο εσωτερικό της Αμερικής, στη Δύση συνολικά και στις διεθνείς ισορροπίες.

Σε αυτό το νέο περιβάλλον, ανοίγει ο δρόμος για δευτερεύουσες δυνάμεις – όπως η Τουρκία – να διεκδικήσουν αναβαθμισμένο ρόλο. Το προηγούμενο της Ουκρανίας επιβεβαιώνει στην Άγκυρα ότι ο αναθεωρητισμός, όταν συνοδεύεται από ισχύ, τείνει να νομιμοποιείται de facto, αναφέρει.

Εάν οι αμερικανικές προσπάθειες διευθέτησης αποτύχουν, δεν αποκλείεται να ανοίξει παράθυρο για εξαναγκαστική διπλωματία, ένα σενάριο που, όπως παρατηρεί, δεν συζητείται επαρκώς στην Ελλάδα.

«Σίγουρα πρέπει να μας απασχολήσει πολύ πιο συστηματικά και το κομμάτι και της προσωπικής διπλωματίας και της συναλλακτικότητας μεταξύ των δύο ηγετών, Τραμπ και Ερντογάν. Η Ελλάδα διατηρεί και ένα ρόλο αντίβαρου για τη Δύση, απέναντι στον αναθεωρητισμό και την Τουρκία. Υπάρχει το παράδειγμα της Γροιλανδίας, που ουσιαστικά η αμερικανική διοίκηση λέει ότι "εγώ πουλάω ασφάλεια, πρέπει να με πληρώνετε". Άρα, το να βρισκόμαστε σε μία συνθήκη που τα πάντα καθίστανται αμφισβητούμενα έως διαπραγματεύσιμα συνιστά ένα αρνητικό προηγούμενο για τα ελληνικά συμφέροντα λόγω της αναθεωρητικής Τουρκίας. Είναι μέχρι που μπορούμε να φτάσουμε για ένα θέμα εθνικής ασφάλειας».

Ο κ. Σέρμπος φέρνει ως παράδειγμα την περίπτωση της Ιαπωνίας, επισημαίνοντας ότι, παρότι λειτουργεί για τις ΗΠΑ ως αντίβαρο απέναντι στην Κίνα, βρέθηκε υπό έντονη πίεση στο ζήτημα των δασμών. Όπως σημειώνει, το Τόκιο πιέστηκε ακόμη και να απορρίψει την προοπτική συγκρότησης ενός κοινού εμπορικού μετώπου με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε να διαπραγματευτεί πιο ισότιμα. Το παράδειγμα αυτό, όπως τονίζει, γεννά ένα κρίσιμο ερώτημα και για την Ελλάδα: υπάρχει το ενδεχόμενο να λειτουργούμε ως στρατηγικό αντίβαρο, αλλά ταυτόχρονα να δεχθούμε πιέσεις για παραχωρήσεις ή «συνεννοήσεις»; Και, σε μια τέτοια περίπτωση, με ποια χαρτιά και ποια μέσα θα απαντήσουμε απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες;

Υπενθυμίζει ότι η Ελλάδα παραμένει μια μικρή χώρα πληθυσμιακά, χωρίς την πολυτέλεια εσωτερικών διχασμών γύρω από το μείζον ζήτημα της εθνικής ασφάλειας. Παράλληλα, υπογραμμίζει πως σε σχέση με το 2019 έχει αλλάξει ένα κρίσιμο δεδομένο ότι η Άγκυρα επενδύει συστηματικά στη στρατηγική του εξαναγκασμού, αυτό που διεθνώς περιγράφεται ως bullying. Σε αυτό το πεδίο, όπως τονίζει, η ελληνική στάση οφείλει να είναι απολύτως ξεκάθαρη. Η χώρα διαθέτει πλέον τη σκληρή ισχύ για να απορρίψει τέτοιες πρακτικές και να καταστήσει σαφές ότι οποιαδήποτε αναθεωρητική αυθαιρεσία, εκτός του πλαισίου των «ήρεμων νερών», δεν θα ανοίξει δρόμο για συναλλαγές αλλά θα έχει κόστος και συνέπειες.

Τα μηνύματα, σημειώνει, πρέπει να είναι κρυστάλλινα, καθώς η ασάφεια λειτουργεί ως πρόσκληση για τετελεσμένα. Οι δύο ηγέτες οφείλουν να μπορούν να μιλούν ανοιχτά ,κάτι που, όπως παρατηρεί, εκτιμά και ο Τούρκος πρόεδρος. Το πραγματικό ερώτημα, ωστόσο, είναι κατά πόσο σε μεταγενέστερο στάδιο μπορούν να αποτραπούν διπλωματικά ορισμένα δεδομένα στην εξωτερική πολιτική . Γι’ αυτό και καθίσταται αναγκαίο η Ελλάδα να εισέλθει σε δύσκολες και απαιτητικές συζητήσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, προκειμένου να αποσαφηνίσει τι συνεπάγεται για τα ελληνικά συμφέροντα το άνοιγμα προς την Τουρκία , τόσο για την αρχιτεκτονική ασφάλειας, όσο και για την Ανατολική Μεσόγειο και τα ελληνοτουρκικά. Η διατήρηση ανοικτών διαύλων με την Άγκυρα είναι θεμιτή, καταλήγει, ωστόσο η εμπειρία δείχνει ότι το διμερές πλαίσιο έχει εκ των πραγμάτων συγκεκριμένα όρια και προδιαγραφές.

 

Casus belli και «Γαλάζια Πατρίδα»

Ο κ. Σέρμπος επισημαίνει ότι η συζήτηση γύρω από τα ελληνοτουρκικά κινδυνεύει συχνά να εγκλωβιστεί σε έναν φαύλο κύκλο, καθώς η Τουρκία επιδιώκει σταθερά μια πολιτική διαπραγμάτευση για το Αιγαίο, θέση που ο ίδιος ο Τούρκος πρόεδρος έχει διατυπώσει δημόσια ήδη από παλαιότερες επισκέψεις του στην Αθήνα, ακόμη και σε περιόδους λιγότερο ευνοϊκές για την Άγκυρα σε γεωπολιτικό επίπεδο.

Το ζήτημα του casus belli, το οποίο αναμένεται να θέσει ο πρωθυπουργός στον Πρόεδρο της Τουρκίας κατά τη συνάντησή τους, όπως έχει δηλώσει αποτελεί σύμφωνα με τον κ. Σέρμπο ένα χρήσιμο εργαλείο διεθνοποίησης της τουρκικής απειλής, ιδίως προς τους Ευρωπαίους.

«Διότι, ξέρετε, δεν είναι ψηλά στην ιεράρχηση του ευρωπαϊκού παράγοντα σαν θέμα. Ποτέ δεν ήταν και ίσως είναι και ένας από τους λόγους που δεν λύθηκαν τα Ελληνοτουρκικά. Οπότε, σωστά φέρνουμε και σε πιο δύσκολη θέση την Τουρκία», προσθέτει.

Ωστόσο, δεν θα πρέπει να αγνοείται η πραγματικότητα ότι, μετά το ουκρανικό «και το απότομο τράβηγμα χαλιού των Αμερικανών στους Ευρωπαίους», αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, όπως λέει, έχουν προχωρήσει σε άνοιγμα προς την Τουρκία, τόσο στην αμυντική βιομηχανία όσο και στις διμερείς σχέσεις.

Η μετατόπιση αυτή αποτελεί σαφές καμπανάκι για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Αν η Ελλάδα δεν αξιώσει συνιδιοκτησία στη διαμόρφωση των ευρωτουρκικών σχέσεων, κινδυνεύει να βρεθεί σε δυσμενή διαπραγματευτική θέση.

Όπως υποστηρίζει, «αν δεν αξιώσουμε συνιδιοκτησία με ενεργητική διαπραγμάτευση θα βρεθούμε σε δυσμενή αργότερα διαπραγματευτική θέση. Τι είδους πρωτοβουλίες πρέπει να πάρουμε προκειμένου να συνδιαμορφώσουμε μια ειδική σχέση ΕΕ-Τουρκίας που θα περιλαμβάνει ορισμένες αιρεσιμότητες και δικλείδες ασφαλείας».

Παρά τις προσπάθειες «εκλογίκευσης» της τουρκικής στάσης, επισημαίνει ότι η Άγκυρα όχι μόνο δεν έχει εγκαταλείψει τον μεγαλοϊδεατισμό της, αλλά εμφανίζεται σήμερα με αυξημένη αυτοπεποίθηση και αίσθηση ισχύος.

Σε αυτό το πλαίσιο τονίζει πως ο διάλογος είναι αναγκαίος, αλλά δεν αρκεί από μόνος του. «Θα είναι λάθος να εγκλωβιστούμε σε ένα διμερές επίπεδο», υπογραμμίζει . Η Ελλάδα οφείλει να κινηθεί ταυτόχρονα σε πολλαπλά επίπεδα διπλωματικά, γεωπολιτικά και στρατηγικά με καθαρά μηνύματα και χωρίς ασάφειες.

Ο κ. Σέρμπος υποστηρίζει ότι η προσπάθεια εξορθολογισμού της Τουρκίας «πρέπει να συμβαδίζει με μια απαιτητική διαπραγμάτευση με τη Δύση συνολικά και ιδίως με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη».

Πηγή: cnn.gr

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Διαβάστε περισσότερα