Όταν απευθυνόμαστε σε ένα chatbot, συνήθως δεν γράφουμε με τον ίδιο τρόπο που θα μιλούσαμε σε έναν φίλο ή συνάδελφο. Προσπαθούμε να είμαστε πιο συγκεκριμένοι, περιορίζουμε τις περίπλοκες διατυπώσεις και επιλέγουμε λέξεις που θεωρούμε ότι θα γίνουν ευκολότερα αντιληπτές από το σύστημα.
Η προσαρμογή αυτή μπορεί να φαίνεται ασήμαντη. Όταν όμως η χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης γίνεται καθημερινή, προκύπτει ένα διαφορετικό ερώτημα: μήπως σταδιακά δεν προσαρμόζουμε μόνο τον τρόπο που μιλάμε στην AI, αλλά αλλάζουμε γενικότερα τον τρόπο με τον οποίο εκφραζόμαστε;
Μια θεωρητική προσέγγιση που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό AI & Society εξετάζει ακριβώς αυτό το ενδεχόμενο. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η προσαρμογή ανάμεσα στον άνθρωπο και στην Τεχνητή Νοημοσύνη ενδέχεται να λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις.
Τα συστήματα AI κατασκευάζονται ώστε να επικοινωνούν με όλο και πιο φυσικό τρόπο, να διατηρούν πληροφορίες από προηγούμενες αλληλεπιδράσεις και να προσαρμόζουν τις απαντήσεις τους στον εκάστοτε χρήστη. Την ίδια ώρα, όμως, και οι άνθρωποι μπορεί να αρχίζουν να διαμορφώνουν τη συμπεριφορά τους έτσι ώστε να γίνονται πιο «εύκολοι» στην κατανόηση από τους αλγορίθμους.
Όταν ο άνθρωπος προσαρμόζεται στη μηχανή
Οι ερευνητές χρησιμοποιούν τον όρο «robotoid humanness» για να περιγράψουν αυτή την πιθανή αλλαγή. Δεν υποστηρίζουν ότι οι άνθρωποι μετατρέπονται σε ρομπότ, αλλά ότι ίσως αρχίζουμε να υιοθετούμε τρόπους επικοινωνίας που είναι πιο εύκολο να αναγνωριστούν, να ταξινομηθούν και να επεξεργαστούν από ένα σύστημα Τεχνητής Νοημοσύνης.
Η διαδικασία μπορεί να δημιουργείται σταδιακά μέσα από τη συνεχή αλληλεπίδραση. Ο χρήστης κάνει μια ερώτηση, το σύστημα απαντά και με τον χρόνο και οι δύο πλευρές «μαθαίνουν» η μία την άλλη.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη αναγνωρίζει μοτίβα και προσαρμόζει τις απαντήσεις της. Ο άνθρωπος, από την πλευρά του, αντιλαμβάνεται ποιες διατυπώσεις οδηγούν σε καλύτερα αποτελέσματα και τείνει να τις επαναλαμβάνει.
Ένα σύστημα, για παράδειγμα, μπορεί να ανταποκρίνεται καλύτερα σε μια σύντομη και ξεκάθαρη ερώτηση παρά σε μια περίπλοκη αφήγηση με υπαινιγμούς, αντιφάσεις ή αμφισημίες.
Αν λοιπόν οι χρήστες αρχίσουν συστηματικά να αφαιρούν από τον λόγο τους όλα όσα δυσκολεύουν την AI, η επικοινωνία μπορεί να γίνεται πιο αποτελεσματική, ενδεχομένως όμως και πιο απλοποιημένη.
Η διαφορά από την ανθρώπινη επικοινωνία
Η προσαρμογή στον συνομιλητή δεν είναι κάτι καινούργιο. Οι άνθρωποι αλλάζουν διαρκώς τον τρόπο που μιλούν ανάλογα με το ποιος βρίσκεται απέναντί τους.
Υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική διαφορά. Ένας άνθρωπος μπορεί να αντιδράσει απρόβλεπτα, να διαφωνήσει, να παρερμηνεύσει ή ακόμη και να αναδείξει μια πλευρά της προσωπικότητάς μας που εμείς οι ίδιοι δεν είχαμε αντιληφθεί.
Τα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης λειτουργούν διαφορετικά, καθώς οι απαντήσεις τους βασίζονται σε πιθανότητες και μοτίβα. Παράλληλα, συχνά έχουν σχεδιαστεί ώστε η συνομιλία να εξελίσσεται όσο το δυνατόν πιο ομαλά.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι ο κίνδυνος ίσως δεν βρίσκεται στο ότι η AI καταφέρνει να μας «γνωρίσει» υπερβολικά καλά. Αντίθετα, μπορεί να δημιουργεί μια πιο απλή και περιορισμένη εκδοχή του προφίλ μας και στη συνέχεια να μας την επιστρέφει μέσα από τις προσωποποιημένες απαντήσεις της.
Επειδή αυτή η εκδοχή είναι εύκολη και λειτουργική στην καθημερινή αλληλεπίδραση, υπάρχει το ενδεχόμενο με τον χρόνο να αρχίσουμε να τη θεωρούμε περισσότερο αντιπροσωπευτική του εαυτού μας.
Προς το παρόν πρόκειται για θεωρία
Οι ίδιοι οι ερευνητές ξεκαθαρίζουν, πάντως, ότι η συγκεκριμένη προσέγγιση δεν αποτελεί απόδειξη ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει ήδη αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρονται ή εκφράζονται οι άνθρωποι.
Δεν πραγματοποιήθηκε πείραμα ούτε μακροχρόνια παρακολούθηση χρηστών. Πρόκειται για ένα θεωρητικό πλαίσιο, το οποίο θέτει ερωτήματα που θα μπορούσαν να διερευνηθούν σε μελλοντικές έρευνες.
Ένα από αυτά είναι κατά πόσο τα συστήματα που δημιουργήθηκαν για να διευκολύνουν την καθημερινότητά μας μπορεί, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, να περιορίζουν σταδιακά το εύρος και την πολυπλοκότητα της έκφρασής μας.
Το ζητούμενο, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, είναι η ανάπτυξη συστημάτων που δεν απαιτούν από τον άνθρωπο να γίνεται πιο «μηχανικός» για να γίνει κατανοητός, αλλά μπορούν να διαχειρίζονται καλύτερα την ασάφεια, τις αντιφάσεις και την πολυπλοκότητα που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη επικοινωνία.






