Οι εκάστοτε Πρόεδροι και υπουργοί της Κυπριακής Δημοκρατίας στέκονται με στόμφο και προαναγγέλλουν επιδόματα. Νέα σχέδια -που ενίοτε χρίζονται μεταρρυθμίσεις- αυξήσεις, εφάπαξ παροχές και μέτρα στήριξης παρουσιάζονται ως απάντηση στην ακρίβεια και στις πιέσεις των νοικοκυριών. Σπάνια, όμως, η συζήτηση προχωρεί στο ερώτημα πόσο στοχευμένα και δίκαια είναι αυτά τα επιδόματα. Ποιος παίρνει τι, με ποια κριτήρια και κατά πόσο η κρατική στήριξη καταλήγει σε εκείνους που τη χρειάζονται περισσότερο.
Η επιδοματική πολιτική έκανε βήματα μπροστά. Όμως εξακολουθεί να λειτουργεί με διαφορετικά κριτήρια, όρια και κόφτες που δεν αποτυπώνουν πάντα την πραγματική οικονομική δυνατότητα του νοικοκυριού. Ενώ «διορθωτικά» μέτρα που λαμβάνονται, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται, αντί να γεφυρώνουν τις κοινωνικές ανισότητες, τις διευρύνουν, καθώς είναι στημένα σε λανθασμένη βάση.
Από την ανάλυση του «Π» προκύπτει ότι όταν τα επιδόματα εξεταστούν είτε ένα-ένα είτε ως ενιαίο σύστημα, εμφανίζονται ασυνέπειες και στρεβλώσεις. Δε η ολιστική αντιμετώπιση της κοινωνικής πολιτικής, που να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο το εισόδημα και την περιουσία αλλά και τη σύνθεση του νοικοκυριού, τις πραγματικές του ανάγκες και την αγοραστική του δύναμη, μία προσπάθεια που ξεκίνησε επί προηγούμενης διακυβέρνησης, παραμένει ακόμη ζητούμενο.
Σήμερα, τα επιδόματα έχουν διαφορετικά εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, όρια και εξαιρέσεις και συχνά εξετάζουν μέρος της οικονομικής εικόνας του νοικοκυριού. Έτσι, νοικοκυριά με διαφορετική οικονομική δυνατότητα μπορεί να λαμβάνουν την ίδια παροχή, ενώ η οριακή υπέρβαση ενός ορίου μπορεί να οδηγεί σε απότομη απώλεια στήριξης.
Επίδομα τέκνου
Στο επίδομα τέκνου, τα εισοδηματικά κριτήρια λειτουργούν σε ζώνες και διαφοροποιούνται ανάλογα με τον αριθμό εξαρτώμενων παιδιών. Σήμερα, το ανώτατο ετήσιο ακαθάριστο οικογενειακό εισόδημα είναι:
- €49.000 για ένα παιδί,
- €59.000 για δύο,
- €64.000 για τρία και
- €69.000 για τέσσερα, ενώ
- για οικογένειες με πέντε ή περισσότερα εξαρτώμενα παιδιά δεν υπάρχει ανώτατο εισοδηματικό όριο.
Παράδειγμα: Οικογένεια με 2 παιδιά
Το επίδομα, που καταβάλλεται μία φορά τον χρόνο, μεταβάλλεται ανά εισοδηματική ζώνη. Σε οικογένεια με δύο παιδιά ανέρχεται σε:
- €719 ανά εξαρτώμενο τέκνο για εισόδημα έως €22.000,
- €655 από €22.000,01 έως €44.000,
- €479 από €44.000,01 έως €49.000 και
- €435 από €49.000,01 έως €59.000.
Συνεπώς, μια οικογένεια με εισόδημα €22.001 και μια με €44.000 λαμβάνουν το ίδιο ποσό ανά παιδί, παρά τη διαφορά σχεδόν €22.000 στο εισόδημά τους! Το δε ύψος του επιδόματος ανέρχεται για την κατηγορία αυτή στα €1,79 ημερησίως ανά παιδί, ενώ η διαφορά με τους κάτω των €22 χιλ. είναι μόλις τα 18 σεντ περισσότερα ανά παιδί, παρότι μια οικογένεια με παιδί/παιδιά με εισόδημα κάτω των €22 χιλ. είναι αδύνατον να αντεπεξέλθει στις καθημερινές της ανάγκες.
Μόλις δε ξεπεραστεί το όριο της κλίμακας, το επίδομα (μεταξύ δεύτερης και τρίτης ζώνης) μειώνεται απότομα –κατά €176 ανά παιδί– αντί σταδιακά.
Το πλέον παράδοξο
Στο περιουσιακό κριτήριο του επιδόματος τέκνου δικαιούχος μπορεί να είναι οικογένεια εφόσον η περιουσία της δεν υπερβαίνει το €1,2 εκατ. Στον υπολογισμό περιλαμβάνονται ακίνητα, τραπεζικές καταθέσεις, μετοχές, ομόλογα και χρεόγραφα, καθώς και περιουσιακά στοιχεία που αποξενώθηκαν τους προηγούμενους 24 μήνες. Για οικογένειες με πέντε ή περισσότερα εξαρτώμενα παιδιά το όριο δεν εφαρμόζεται.
Εδώ προκύπτει κι ένα δεύτερο πρόβλημα. Η αξία της περιουσίας δεν είναι το ίδιο με τη ρευστότητα. Μια οικογένεια με ακίνητα €1 εκατ., συμπεριλαμβανομένης της κατοικίας της, δεν βρίσκεται στην ίδια θέση με οικογένεια που διαθέτει μισό εκατομμύριο σε καταθέσεις, μετοχές ή άλλα ρευστοποιήσιμα στοιχεία. Κι όμως, αυτά προσμετρώνται στη συνολική αξία.
Το ερώτημα είναι κατά πόσο θα έπρεπε να διαχωρίζονται η κύρια κατοικία, η λοιπή ακίνητη και η ρευστοποιήσιμη χρηματοοικονομική περιουσία, ώστε η παροχή να αντανακλά την οικονομική δυνατότητα του νοικοκυριού.
Για παράδειγμα, δύο οικογένειες με εισόδημα €35.000 δεν έχουν κατ’ ανάγκη την ίδια οικονομική δυνατότητα. Άλλο οικογένεια που πληρώνει €900 ενοίκιο, μεγαλώνει δύο παιδιά και δεν έχει αποταμιεύσεις και άλλο οικογένεια με ίδιο εισόδημα, εξοφλημένη κατοικία και €300.000 στην τράπεζα. Ένα σπίτι €500.000 δεν είναι οικονομικά το ίδιο με €500.000 σε μετρητά. Το πρώτο μπορεί να είναι η στέγη της οικογένειας, το δεύτερο άμεσα διαθέσιμη οικονομική δύναμη.
Μονογονεϊκές οικογένειες
Το μηνιαίο επίδομα μονογονεϊκής οικογένειας –το οποίο αναγνωρίζει την οικονομική πίεση του νοικοκυριού με έναν γονέα– παραχωρείται σε οικογένειες με ετήσιο ακαθάριστο εισόδημα μέχρι €49.000. Ισχύει η προϋπόθεση περιουσίας €1,2 εκατ. Για κάθε εξαρτώμενο τέκνο το επίδομα διαμορφώνεται ως εξής:
- Εισόδημα μέχρι €39.000: €216/μήνα ανά τέκνο.
- €39.000,01 μέχρι €49.000: €193/μήνα ανά τέκνο.
Συνεπώς για δύο παιδιά, το μονογονεϊκό μπορεί να αντιστοιχεί σε περίπου €5.190 ετησίως στην πρώτη κατηγορία και €4.632 στη δεύτερη.
Έτσι, μονογονιός με εισόδημα €15 χιλ. και ένας κοντά στις €39 χιλ. -διαφορά €24 χιλ.– μπορούν να λαμβάνουν σχεδόν την ίδια συνολική στήριξη από επίδομα τέκνου και μονογονεϊκό. Το ίδιο ερώτημα στόχευσης προκύπτει και στο περιουσιακό κριτήριο.
Επίδομα διδάκτρων/σίτισης
Μια σημαντική κοινωνική παροχή είναι το σχέδιο επιδότησης διδάκτρων και σίτισης παιδιών μέχρι τεσσάρων ετών, το οποίο εφαρμόζεται από το 2022.
Οι ζώνες εισοδήματος έχουν ως εξής:
- Ζεύγος με ένα παιδί €49.000.
- Ζεύγος με δύο παιδιά €59.000.
- Μονογονεϊκές οικογένειες με ένα ή δύο παιδιά €49.000.
- Ζεύγος/μονογονεϊκές με τρία ή τέσσερα παιδιά €59.000 συν €5.000 για κάθε επιπρόσθετο παιδί πέραν των 2.
- Για οικογένειες με πέντε τέκνα και άνω δεν υπάρχει εισοδηματικό όριο.
Το ποσό κυμαίνεται από €75 έως €350 τον μήνα για κάθε παιδί αναλόγως εισοδήματος, αριθμού παιδιών, ηλικίας και ωραρίου φοίτησης.
Στρεβλώσεις κι ερωτήματα
Πέρα από τις μεγάλες εισοδηματικές ζώνες, το συγκεκριμένο σχέδιο επιχειρεί να εξυπηρετήσει πολλούς στόχους –αντιμετώπιση του δημογραφικού, μείωση του κινδύνου φτώχειας, συμφιλίωση οικογενειακού και επαγγελματικού βίου και ένταξη ανέργων. Η πολλαπλή αυτή στόχευση δημιουργεί, ωστόσο, ερωτήματα ως προς το τελικό αποτέλεσμα και σίγουρα στρεβλώσεις.
1. Καταρχάς, ο αριθμός των εξαρτώμενων τέκνων αυξάνει τόσο το εισοδηματικό όριο όσο και την επιδότηση, ακόμη και όταν επιδοτείται μόνο ένα παιδί. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Υπηρεσίας Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας όπου οικογένεια με τέσσερα παιδιά ηλικίας 2, 13, 16 και 18 ετών μπορεί να λάβει επιδότηση μόνο για το δίχρονο, αλλά αντιμετωπίζεται ως οικογένεια με τέσσερα εξαρτώμενα τέκνα. Ως αποτέλεσμα, το εισοδηματικό όριο φθάνει τις €69.000 και το μέγιστο ποσό υπολογίζεται με την κλίμακα τεσσάρων παιδιών. Η επιλογή έχει κοινωνική και δημογραφική λογική, καθώς αναγνωρίζει τις αυξημένες ανάγκες μιας μεγαλύτερης οικογένειας. Ωστόσο, το κόστος φοίτησης του δίχρονου δεν γίνεται μεγαλύτερο επειδή έχει αδέλφια 13, 16 και 18 ετών. Επομένως, το σχέδιο δεν λειτουργεί μόνο ως επιδότηση του κόστους παιδικής φροντίδας αλλά και ως εργαλείο οικογενειακής και δημογραφικής πολιτικής.
2. Δύο οικογένειες μπορεί να έχουν το ίδιο κόστος παιδικής φροντίδας παρά τη μεγάλη διαφορά εισοδήματος. Οικογένεια δύο παιδιών με εισόδημα €22.001 και άλλη με €44.000 δικαιούνται το ίδιο ανώτατο ποσό, €225 ανά παιδί κάτω των δύο ετών. Άρα παίρνουν την ίδια επιδότηση, παρότι η μία έχει σχεδόν διπλάσιο εισόδημα. Επαναλαμβάνεται έτσι το ζήτημα των μεγάλων εισοδηματικών ζωνών που εντοπίζεται στο επίδομα τέκνου.
3. Μονογονιός με ένα παιδί κάτω των δύο ετών και εισόδημα €30.000 δικαιούται έως €275 τον μήνα για τα δίδακτρα, έναντι €200 της αντίστοιχης διγονεϊκής οικογένειας. Η διαφορά είναι €75 τον μήνα ή €900 τον χρόνο. Ταυτόχρονα δικαιούται €216 τον μήνα μονογονεϊκό επίδομα, δηλαδή €2.595 τον χρόνο, πέραν του επιδόματος τέκνου. Η πρόσθετη στήριξη λόγω μονογονεϊκότητας εμφανίζεται επομένως σε περισσότερα σχέδια. Η επιλογή αυτή έχει κοινωνική λογική αλλά εγείρει το ερώτημα του σωρευτικού αποτελέσματος. Αν η μονογονεϊκότητα έχει ήδη αποτιμηθεί με ειδικό επίδομα, είναι άξιο απορίας ποια πρόσθετη ανάγκη καλύπτει η δεύτερη προσαύξηση.
4. Αν δύο οικογένειες έχουν ίδιο εισόδημα και δικαιούνται μέχρι €300 αλλά η μία πληρώνει σταθμό €250 και η άλλη €400, η πρώτη παίρνει €200 και η δεύτερη μέχρι €300. Η δεύτερη οικογένεια λαμβάνει €100 περισσότερη δημόσια χρηματοδότηση επειδή χρησιμοποιεί ακριβότερο πάροχο. Ο ακριβότερος σταθμός μπορεί να είναι αναγκαστική επιλογή λόγω περιοχής ή διαθεσιμότητας, μπορεί όμως να είναι επιλογή ακριβότερης υπηρεσίας. Το σύστημα δεν διαφοροποιεί τις δύο περιπτώσεις.
5. Όταν το κράτος καλύπτει μέχρι 80% της τιμής, δημιουργείται θεωρητικά κίνητρο στον πάροχο να διατηρεί ή να αυξάνει την τιμή μέχρι το πλαφόν (από €15 έως €25 μηνιαίως αύξηση τον χρόνο). Πρόκειται για κίνδυνο που πρέπει να αξιολογείται σε συνάρτηση με την πραγματική εξέλιξη των διδάκτρων.
4+ χωρίς εισοδηματικά κριτήρια
Διαφορετική φιλοσοφία ακολουθεί το σχέδιο επιδότησης διδάκτρων για παιδιά άνω των τεσσάρων ετών και μέχρι την ηλικία της δωρεάν υποχρεωτικής Προσχολικής Εκπαίδευσης (δηλαδή τεσσάρων και κάτι). Σε αντίθεση με το Σχέδιο μέχρι τεσσάρων ετών, εδώ δεν εφαρμόζονται εισοδηματικά ή άλλα οικονομικά κριτήρια. Το κράτος παραχωρεί επίδομα διδάκτρων μέχρι €130 τον μήνα σε κοινοτικό και €200 σε ιδιωτικό νηπιαγωγείο. Αυτό σημαίνει μέγιστη στήριξη €1.300 ή €2.000 ανά παιδί. Ακόμα κι αν ο στόχος του σχεδίου είναι η ισότιμη πρόσβαση στην Προσχολική Εκπαίδευση μέχρι το παιδί να περάσει στη δωρεάν βαθμίδα, εντοπίζουμε την ασυνέχεια μεταξύ των δύο σχεδίων. Μέχρι τα τέσσερα χρόνια η στήριξη εξαρτάται από εισόδημα, περιουσία και σύνθεση οικογένειας, ενώ λίγους μήνες αργότερα γίνεται καθολική, ανεξαρτήτως εάν οι γονείς έχουν εισόδημα €20.000 ή €200.000 και ανεξαρτήτως περιουσίας;
Χαμηλοσυνταξιούχοι
Όσοι πληρούν τα κριτήρια μπορούν να λαμβάνουν το επίδομα χαμηλοσυνταξιούχου -γνωστό κι ως μικρό τσιεκούδι- το ύψος του οποίου εξαρτάται από το συνολικό εισόδημα, τη σύνθεση του νοικοκυριού και τις καταθέσεις στην τράπεζα (μέχρι €100 χιλ.). Η ιδιότητα του χαμηλοσυνταξιούχου δίνει πρόσβαση και σε άλλες παροχές, όπως το πασχαλινό επίδομα.
Μεγαλύτερη στήριξη μπορεί να προκύψει όταν ο ηλικιωμένος χρειάζεται μακροχρόνια φροντίδα. Δικαιούχοι επιδόματος χαμηλοσυνταξιούχου ή ΕΕΕ μπορούν, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις, να ενταχθούν στο σχέδιο επιδότησης διαμονής και φροντίδας σε στέγες ηλικιωμένων. Για μονήρη δικαιούχο το ποσό αναφοράς φθάνει σήμερα τα €1.300 τον μήνα, με την κρατική συμμετοχή να υπολογίζεται σε συνάρτηση με το εισόδημά του. Το επίδομα χαμηλοσυνταξιούχου δεν καταργείται επειδή ο ηλικιωμένος εντάσσεται στο σχέδιο. Ωστόσο, για την επιδότηση της στέγης οι συνολικές καταθέσεις δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις €10.000.
Οι στρεβλώσεις
1. Το επίδομα χαμηλοσυνταξιούχου στοχεύει στο εισόδημα, όμως δύο ηλικιωμένοι με την ίδια σύνταξη δεν βρίσκονται κατ’ ανάγκη στην ίδια θέση. Ο ένας μπορεί να μην έχει αποταμιεύσεις και να πληρώνει ενοίκιο, ενώ ο άλλος να κατοικεί σε εξοφλημένο σπίτι, να διαθέτει καταθέσεις έως €100 χιλ., μετοχές και άλλα περιουσιακά στοιχεία. Κι όμως, λαμβάνουν το ίδιο επίδομα. Συνταξιούχος που ζει με χαμηλή σύνταξη σε σπίτι €250.000 μπορεί να είναι «πλούσιος» σε περιουσία αλλά φτωχός σε ρευστότητα. Δεν βρίσκεται στην ίδια θέση με κάποιον που έχει ίδια σύνταξη και €100.000 στην τράπεζα. Εν ολίγοις το εισόδημα δεν αποτυπώνει μόνο του την οικονομική δυνατότητα ούτε το διαθέσιμο εισόδημα μετά τις βασικές δαπάνες.
2. Η μεγαλύτερη ασυνέπεια εμφανίζεται όταν ο χαμηλοσυνταξιούχος χρειαστεί φροντίδα σε στέγη ηλικιωμένων. Μπορεί να εξακολουθεί να λαμβάνει το επίδομα χαμηλοσυνταξιούχου, αλλά για την επιδότηση διαμονής εφαρμόζεται όριο καταθέσεων €10.000. Το 2026, αντίθετα, για το πασχαλινό επίδομα €250 αποφασίστηκε να μην εφαρμοστεί το κριτήριο καταθέσεων €30.000. Εδώ βλέπουμε ότι το κράτος χρησιμοποιεί διαφορετικά περιουσιακά φίλτρα για την οικονομική ανάγκη του ίδιου ανθρώπου.
Στον αντίποδα το ΕΕΕ
Στον αντίποδα βρίσκεται το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα (ΕΕΕ), όπου η στόχευση είναι σαφώς αυστηρότερη. Για την πρόσβαση στην παροχή εξετάζονται όχι μόνο τα εισοδήματα του νοικοκυριού αλλά και ακίνητη περιουσία, καταθέσεις και άλλα χρηματοοικονομικά στοιχεία.
Η σύγκριση μεταξύ ΕΕΕ και άλλων επιδομάτων αναδεικνύει την ανομοιογένεια του συστήματος. Αλλού η περιουσία μπορεί να φθάνει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, αλλού τα εισοδηματικά όρια διευρύνονται ανάλογα με τα παιδιά και αλλού δεν υπάρχουν καν εισοδηματικά κριτήρια. Στο ΕΕΕ, αντίθετα, ο έλεγχος της οικονομικής δυνατότητας είναι πολύ αυστηρότερος. Το ίδιο κράτος, δηλαδή, χρησιμοποιεί διαφορετικό ορισμό της «ανάγκης» ανάλογα με την παροχή που καλείται να καταβάλει.
Εν ολίγοις, οι οικογένειες, οι μονογονείς, οι πολύτεκνοι, οι χαμηλοσυνταξιούχοι, τα ΑμεΑ σαφώς και πρέπει να στηριχθούν. Το ερώτημα που προκύπτει είναι ποιον στηρίζει το κράτος, πόσο τον στηρίζει και κατά πόσο η τελική στήριξη αντανακλά την πραγματική οικονομική δυνατότητα και ανάγκη κάθε νοικοκυριού. Αυτό που απαιτείται είναι η ολική αναδόμηση των κοινωνικών παροχών, στη βάση συγκεκριμένων κριτηρίων και παραδοχών, ένα σύστημα που να στηρίζει τον άνθρωπο χωρίς να τον διαχωρίζει σε ομάδες, ένα σύστημα που να μην αλλάζει με την αλλαγή διακυβέρνησης, ώστε αφενός να στηρίζονται αυτοί που έχουν πραγματική ανάγκη και αφετέρου οι κοινωνικές παροχές να μην μετατρέπονται σε εργαλείο άσκησης πολιτικής επιρροής στα χέρια της εκάστοτε εξουσίας αλλά να στηρίζονται σε σταθερούς, διαφανείς και κοινωνικά δίκαιους κανόνες.
Γι΄ αυτό και το επόμενο βήμα θα πρέπει να είναι ένα νέο μοντέλο κοινωνικής πολιτικής, ένα ενιαίο, απλούστερο και δικαιότερο σύστημα, που να καθιστά πιο στοχευμένη και αποδοτική την πολιτική διαχείρισης των επιδομάτων.






