Κάθε φορά που έρχεται στην επιφάνεια ένα νέο σκάνδαλο, τείνει να σχηματίζεται ένα μοτίβο αντιδράσεων από την πλευρά της κοινής γνώμης. Η συζήτηση που ακολουθεί βασίζεται σε ένα μικρό δείγμα συνομιλητών διαφορετικών ηλικιών και κοινωνικών στρωμάτων, καταγράφοντας τις κύριες οπτικές που διαμορφώνονται γύρω από το videogate.
Στις 8 Ιανουαρίου διέρρευσε στα κοινωνικά δίκτυα ένα οκτάλεπτο βίντεο που φέρεται να δείχνει συνομιλίες στενών συνεργατών του Προέδρου της Δημοκρατίας, μεταξύ των οποίων ο διευθυντής του Προεδρικού Γραφείου, Χαράλαμπος Χαραλάμπους, ο πρώην υπουργός Γιώργος Λακκοτρύπης και ο διευθύνων σύμβουλος εταιρείας, σχετικά με πιθανές επενδύσεις, πολιτική πρόσβαση και χρηματοδοτήσεις που ενδεχομένως υπερέβαιναν τα νόμιμα όρια ή εξυπηρετούσαν συμφέροντα επενδυτών. Η προέλευση και η αυθεντικότητα του βίντεο παραμένουν αμφισβητούμενες, με την κυβέρνηση να το χαρακτηρίζει «στοχευμένη προσπάθεια υπονόμευσης» και «ενδεχομένως υβριδική επίθεση». Οι Αρχές διερευνούν την υπόθεση, συμπεριλαμβανομένων πιθανών ποινικών αδικημάτων και του τρόπου με τον οποίον καταγράφηκε και δημοσιοποιήθηκε η συγκεκριμένη συνομιλία.
Η παραίτηση του Χαράλαμπους απο τη θέση του διευθυντή του Προεδρικού Γραφείου, καθώς και της συζύγου του Προέδρου από τη θέση της προέδρου του Ανεξάρτητου Φορέα Κοινωνικής Στήριξης αποτέλεσαν άμεσες συνέπειες του σκανδάλου και ενίσχυσαν την πολιτική θύελλα που ακολούθησε.
Δεν ήταν δα και έκπληξη...
Μια πρώτη, ισχυρή γραμμή σκέψης αντιμετωπίζει το videogate ως επιβεβαίωση. Η Μαρία Κ., 78 ετών, συνταξιούχος, λέει: «Κρυφές χρηματοδοτήσεις συνέβαιναν πάντα». Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Χρήστος Π., 56 ετών, δημόσιος υπάλληλος, και ο Αλέξανδρος Ζ., 30 ετών, τραπεζικός, μιλούν για ένα γνώριμο μοτίβο όπου η κοινή γνώμη σοκάρεται στιγμιαία αλλά βαθύτερα δεν εκπλήσσεται. Δεν περιγράφουν απαραίτητα συγκεκριμένη ενοχή. Περιγράφουν, περισσότερο, ένα περιβάλλον όπου η υποψία έχει γίνει βεβαιότητα.
Αμφιβολίες λόγω μοντάζ
Δίπλα σε αυτή την κανονικοποίηση, αναπτύσσεται μια δεύτερη, εξίσου δυνατή οπτική που μεταφέρει το κέντρο βάρους από το «τι ειπώθηκε» στο «ποιος το έδωσε και γιατί». Η Γεωργία Γ., 29 ετών, λογίστρια, το συνοψίζει ως εξής: «Η άγνωστη πηγή του βίντεο δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την εγκυρότητα των γεγονότων». Ο Χρήστος Π. συμπληρώνει στο ίδιο πνεύμα ότι, πριν καν φτάσει κάποιος στην ουσία, η αμφιβολία για την προέλευση, για το αν πρόκειται για επιλεκτικά αποσπάσματα ή για στοχευμένο μοντάζ, καθορίζει την κρίση. Αυτή η οπτική ενισχύεται και από τη δημόσια θέση των Αρχών ότι εξετάζεται οργανωμένη επιχείρηση παραπληροφόρησης και ότι ζητείται συνδρομή για τεχνική επαλήθευση.
Ελλιπής ενημέρωση
Και κάπου εδώ εμφανίζεται μια τρίτη πραγματικότητα. Η ενημέρωση ως αγώνας αντοχής. Η Γεωργία Γ. παραδέχεται ότι δεν παρακολούθησε το υλικό αυτούσιο: «Δεν είδα κανένα από αυτά τα βίντεο ολόκληρα αλλά από τις συζητήσεις έχω μια εικόνα». Ο Αντρέας Σ., 22 ετών, φοιτητής, κινείται παρόμοια: «Προσπάθησα να ενημερωθώ για το θέμα αλλά ήταν δύσκολο να αντιληφθώ όλες τις πτυχές και να παρακολουθώ τις εξελίξεις». Η Μαρία Κ. επιβεβαιώνει την ίδια κόπωση και τη δικαιολογεί μέσω της υπερβολικής τριβής της με τις εξελίξεις. Στην πράξη, πολλοί πολίτες δεν διαμορφώνουν άποψη από πρωτογενές υλικό αλλά από αποσπάσματα και αναμεταδόσεις. Και όταν ένα ζήτημα είναι ήδη πολωμένο, αυτό λειτουργεί σαν φακός που μεγεθύνει αυτό που θέλει ήδη να δει ο καθένας.
Παραιτήσεις
Σε αυτό το σημείο, η συζήτηση μετατοπίζεται αναπόφευκτα στο τι σημαίνουν οι παραιτήσεις και πότε είναι θεσμικά ορθές. Δεν υπάρχει ενιαία γραμμή. Κάποιοι τις βλέπουν ως πολιτική ευθύνη και αναγκαία εκτόνωση. Άλλοι τις αντιμετωπίζουν ως πρόωρη παραδοχή ή ως κίνηση υπό πίεση, πριν κλείσουν οι έρευνες. Η Μαρία Κ. το λέει «ένστικτο δικαιοσύνης»: «Δεν θεωρώ ότι οι παραιτήσεις ήταν απαραίτητες πριν να βγει πόρισμα». Στην ίδια λογική κινείται και ο Χρήστος Π., επιμένοντας ότι η θεσμική διαδικασία πρέπει να προηγείται της κοινωνικής καταδίκης, ακόμη κι όταν η κοινωνία «βράζει». Από την άλλη πλευρά, η ίδια η πραγματικότητα των παραιτήσεων, τόσο του Χαράλαμπου Χαραλάμπους όσο και της Φιλίππας Καρσερά, λειτούργησε ως πολιτικό γεγονός από μόνο του, ανεξάρτητα από το πού θα καταλήξουν οι έρευνες.
Δημόσιο συμφέρον
Τέλος, υπάρχει η οπτική που δίνει προτεραιότητα στο δημόσιο συμφέρον και στη σημασία των αποκαλύψεων, ακόμη κι όταν αυτές είναι άβολες, ατελείς ή αμφισβητούμενες ως προς την πηγή τους. Ο Στέλιος Α., 54 ετών, μηχανολόγος, το θέτει με τρόπο απόλυτο: «Είναι προς το δημόσιο συμφέρον αυτές οι αποκαλύψεις και δεν πρέπει να δίνονται περιθώρια συγκάλυψης». Ο Γιάννης Β., 31 ετών, λογιστής, συμφωνεί στην ουσία, βλέποντας την πίεση της δημοσιότητας ως τον μόνο μηχανισμό που συχνά «αναγκάζει» το σύστημα να δώσει απαντήσεις. Ο Αλέξανδρος Ζ. πάει ένα βήμα παρακάτω και μεταφέρει το βάρος στην κοινωνική στάση απέναντι σε όσους φέρνουν στο φως σοβαρές πληροφορίες: «Πρέπει να ενισχύονται φωνές που αποκαλύπτουν τόσο σοβαρές πληροφορίες και όχι να αμφισβητούνται». Σε αυτή τη γραμμή, η αμφισβήτηση της πηγής δεν εξαφανίζεται αλλά δεν επιτρέπεται να λειτουργήσει ως άλλοθι αδράνειας.
Αναξιοπιστία
Αυτό που τελικά φαίνεται να διαμορφώνει την περιρρέουσα είναι πως ο κάθε πολίτης μπορεί να θεωρεί τις «κρυφές χρηματοδοτήσεις» παλιά ιστορία και, ταυτόχρονα, να ζητά να μην υπάρξει συγκάλυψη. Μπορεί να δυσπιστεί για την πηγή αλλά να πιστεύει πως το σύστημα οφείλει να δώσει πειστικές απαντήσεις. Το videogate, έτσι, γίνεται καθρέφτης για το πώς η κοινωνία διαχειρίζεται σκάνδαλα σε πραγματικό χρόνο, με ελλιπή πληροφορία κατ' επιλογή, με πολιτική αντιπαράθεση στο κόκκινο και με ένα μόνιμο ερώτημα στο βάθος: Ποιον μπορείς να εμπιστεύεσαι, όταν όλοι μοιάζουν αναξιόπιστοι;





