Στο πλαίσιο της κλιματικής αλλαγής και της συνεχούς αστικοποίησης, ένα από τα φαινόμενα που επηρεάζουν έντονα την ποιότητα ζωής στις πόλεις είναι οι λεγόμενες αστικές θερμικές νησίδες. «Ο μεγάλος όγκος τσιμέντου, η άσφαλτος και η έλλειψη πρασίνου έχουν ως αποτέλεσμα η θερμοκρασία μέσα στην πόλη να είναι πιο ψηλή από ό,τι έξω από την πόλη», επισημαίνει στον «Π» ο βουλευτής Χαράλαμπος Θεοπέμπτου, περιγράφοντας ένα φαινόμενο που οι περισσότεροι πολίτες βιώνουν χωρίς απαραίτητα να το ονοματίζουν. Όπως εξηγεί ο καθηγητής της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Frederick, δρ. Πάρης Φωκαΐδης, «η αστική θερμική νησίδα αποτελεί μικροκλιματικό φαινόμενο, κατά το οποίο η θερμοκρασία του αέρα και των επιφανειών στις αστικές περιοχές είναι συστηματικά υψηλότερη, σε σχέση με τις γειτονικές περιαστικές ή αγροτικές ζώνες», δίνοντας το επιστημονικό πλαίσιο μιας εμπειρίας που γίνεται ολοένα και πιο έντονη.
Η ζέστη στις κυπριακές πόλεις δεν είναι πια μόνο θέμα εποχής ούτε ζήτημα μόνο κλιματικής αλλαγής. Αλλά αποτέλεσμα συγκεκριμένων επιλογών στον τρόπο που χτίστηκαν και αναπτύχθηκαν. Το φαινόμενο της θερμικής νησίδας, όπως καταγράφεται και από την Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος των Ηνωμένων Πολιτειών, συνδέεται με την απορρόφηση και επανεκπομπή θερμότητας από δομημένες επιφάνειες, όπως δρόμοι και κτήρια, που αντικαθιστούν φυσικά τοπία και περιορίζουν τη φυσική ψύξη μέσω βλάστησης.
Εγκλωβισμένη θερμότητα
Σε παγκόσμιο επίπεδο, σύμφωνα με το World Resources Institute, οι ημέρες με θερμοκρασίες άνω των 35 βαθμών έχουν αυξηθεί κατά 25% από τη δεκαετία του 1990, ενώ η θερμότητα κατανέμεται άνισα μέσα στις πόλεις, με τις πιο ευάλωτες περιοχές να καταγράφουν υψηλότερες θερμοκρασίες. Το φαινόμενο αυτό αναδεικνύει ότι η ζέστη δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό ζήτημα, αλλά και κοινωνικό, καθώς επηρεάζει διαφορετικά τις κοινότητες, ανάλογα με τις υποδομές και τις συνθήκες διαβίωσης.
Στη Λευκωσία και στις άλλες κυπριακές πόλεις, η εικόνα αυτή αποκτά όλο και πιο καθαρά χαρακτηριστικά. Γειτονιές με πράσινο και σκίαση διατηρούν χαμηλότερες θερμοκρασίες, ενώ περιοχές με κυρίαρχο το τσιμέντο και την άσφαλτο, λειτουργούν ως θερμικά σημεία έντασης. Οι διαφορές γίνονται ιδιαίτερα αισθητές τις απογευματινές και νυχτερινές ώρες, όταν η θερμότητα που έχει απορροφηθεί κατά τη διάρκεια της ημέρας παραμένει εγκλωβισμένη στο αστικό περιβάλλον.
Κέιπ Τάουν
Το παράδειγμα του Κέιπ Τάουν είναι ενδεικτικό της έντασης αλλά και της ανισότητας του φαινομένου. Σε μετρήσεις που έγιναν το 2024, θερμοκρασίες στο πυκνοδομημένο κέντρο της πόλης έφτασαν τους 41,6 βαθμούς, ενώ σε πιο πράσινες περιοχές δεν ξεπερνούσαν τους 25, σύμφωνα με το World Resources Institute. Η ίδια πόλη παρουσίαζε εντυπωσιακές διαφορές σε επίπεδο γειτονιάς. Το World Resources Institute καταγράφει ότι σε πολλές περιπτώσεις οι φτωχότερες περιοχές μπορεί να είναι σημαντικά θερμότερες από τις πιο εύπορες. Αυτό μετατρέπει τη ζέστη σε ζήτημα ανισότητας, καθώς οι κάτοικοι περιοχών με λιγότερο πράσινο και χειρότερες υποδομές είναι πιο εκτεθειμένοι σε υψηλές θερμοκρασίες.
Φαύλος κύκλος
Η Λευκωσία δεν αποτελεί εξαίρεση. Η διαφορά ανάμεσα σε περιοχές με πράσινο και σε πυκνοδομημένες ζώνες, είναι εμφανής. Πάρκα και ανοικτοί χώροι λειτουργούν ως ανάσες δροσιάς, ενώ άλλες περιοχές καταγράφουν αισθητά υψηλότερες θερμοκρασίες, επιβεβαιώνοντας ότι η μορφή της πόλης επηρεάζει άμεσα το μικροκλίμα της.
Η γεωγραφική θέση της πρωτεύουσας εντείνει το πρόβλημα. Μακριά από τη θάλασσα και με μεγάλες περιόδους υψηλών θερμοκρασιών, η ανάγκη για ψύξη είναι αυξημένη και συχνά συνεχής. «Για να μπορεί κάποιος να ζει άνετα κάτω από αυτές τις συνθήκες χρειάζεται να λειτουργεί κλιματιστικό, όσο πιο ψηλή η εξωτερική θερμοκρασία τόσο πιο ψηλή η κατανάλωση», σημειώνει ο Χαράλαμπος Θεοπέμπτου. Η καθυστέρηση στην υιοθέτηση ουσιαστικών μέτρων θερμομόνωσης, σε συνδυασμό με τις υψηλές θερμοκρασίες και το μεγάλο καλοκαίρι, συμβάλλει σε αυξημένα επίπεδα ενεργειακής φτώχειας, καθώς τα νοικοκυριά καλούνται να καλύψουν αυξημένες ανάγκες ψύξης. «Έχουμε το ιδιαίτερα σοβαρό αστικό φαινόμενο της θερμικής νησίδας, όπου ο μεγάλος όγκος τσιμέντου, η άσφαλτος και η έλλειψη πρασίνου έχουν σαν αποτέλεσμα η θερμοκρασία μέσα στην πόλη να είναι πιο ψηλή από αυτήν έξω από την πόλη», προσθέτει. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος. Οι πιο ψηλές θερμοκρασίες οδηγούν σε αυξημένη χρήση ενέργειας και η αυξημένη κατανάλωση ενέργειας επιβαρύνει περαιτέρω το περιβάλλον, εντείνοντας το πρόβλημα.
Μικροκλιματικό φαινόμενο
Ο καθηγητής δρ Φωκαΐδης, προσθέτει πως «το φαινόμενο προκύπτει από τη μεταβολή του ισοζυγίου ενέργειας στην πόλη, λόγω της εκτεταμένης κάλυψης με αδιαπέραστα υλικά υψηλής θερμοχωρητικότητας, της μειωμένης εξατμισοδιαπνοής, της περιορισμένης σκίασης και της πρόσθετης ανθρωπογενούς θερμότητας από μεταφορές, κτήρια και τεχνικά συστήματα. Στην Κύπρο, η θερμική νησίδα εμφανίζεται συχνά πιο έντονα λόγω του ξηροθερμικού περιβάλλοντος, της περιορισμένης βλάστησης και της χαμηλής δασοκάλυψης στα αστικά κέντρα, η οποία συγκαταλέγεται στις χαμηλότερες στην Ευρώπη. Ενόψει του καλοκαιριού, με τις θερμοκρασίες να αναμένονται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, το φαινόμενο αποκτά και ισχυρή ενεργειακή διάσταση αφού αυξάνει τη ζήτηση για ψύξη, επιβαρύνει το ηλεκτρικό σύστημα και εντείνει το κόστος ενέργειας, σε μια περίοδο που η παγκόσμια ενεργειακή κρίση συνεχίζει να επηρεάζει έντονα τα ευάλωτα και εισαγωγοεξαρτώμενα ενεργειακά συστήματα, όπως το κυπριακό».
Έρευνα και λύσεις
Όπως αναφέρει ο δρ Φωκαΐδης στην Κύπρο πραγματοποιήθηκαν δύο έρευνες με επίκεντρο τις θερμικές νησίδες. Μια το 2010 και μια το 2023. Το 2010 η επιστημονική προσέγγιση επικεντρωνόταν κυρίως στην καταγραφή, παρατήρηση και χαρτογράφηση του φαινομένου. Το 2023 με την επιστημονική εργαλειοθήκη να έχει εξελιχθεί σημαντικά μέσα από την αξιοποίηση προηγμένων συστημάτων γεωπληροφοριών, ψηφιακών διδύμων, μεγάλου όγκου δεδομένων και τεχνητής νοημοσύνης «είναι δυνατή η ανάπτυξη προβλεπτικών μοντέλων, αλλά και η υποστήριξη λήψης αποφάσεων για στοχευμένες παρεμβάσεις, όπως η χωροθέτηση πράσινων υποδομών, η επιλογή ψυχρών υλικών με χαμηλότερο συντελεστή απορρόφησης της ηλιακής ακτινοβολίας και η εφαρμογή ώριμων πλέον λύσεων πράσινων οροφών», εξηγεί.
Αυτή η συνδυαστική προσέγγιση με περιβαλλοντικό και πολεοδομικό χαρακτήρα εφαρμόζεται ήδη σε πόλεις όπως το Λος Άντζελες, με απτά αποτελέσματα μείωσης της θερμοκρασίας σε θερμές περιοχές. Το Τόκιο έχει επίσης προχωρήσει στην εγκατάσταση δροσερών πεζοδρομίων - πεζοδρόμια με επίστρωση που έχουν υψηλή αντανάκλαση ηλιακής ακτινοβολίας - σε πάνω από 200 χιλιόμετρα δρόμων, με στόχο να επεκταθεί στα 245 χλμ. μέχρι το 2030. Επίσης, η Σιγκαπούρη αποτελεί παράδειγμα πόλης με υψηλή περιβαλλοντική ευαισθησία, έχοντας ήδη διασφαλίσει πάνω από 40% πράσινο στον αστικό ιστό της και προγραμματίζοντας τη διασύνδεση όλων των κατοίκων με πάρκα, σε ακτίνα 10 λεπτών. Παράλληλα, περιορίζει σημαντικά την κυκλοφορία αυτοκινήτων, συμβάλλοντας έτσι και στη μείωση των εκπομπών θερμότητας και ρύπων.
Άλλες πόλεις επιλέγουν την ενσωμάτωση υδάτινων στοιχείων όπως σιντριβάνια και τεχνητές λίμνες που προσφέρουν επιπλέον δροσισμό. Μια ακόμη καινοτόμος λύση είναι οι «ψυχρές στέγες», δηλαδή στέγες με υψηλή αντανάκλαση, οι οποίες αντανακλούν το 60-90% της ηλιακής ακτινοβολίας, μειώνοντας έτσι τη θερμική φόρτιση των κτηρίων.







