Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής της Νότιας Καρολίνας, Λίντσεϊ Γκράχαμ, απεβίωσε το βράδυ του Σαββάτου σε ηλικία 71 ετών, με το γραφείο του να δηλώνει σε αρχική ανακοίνωση ότι επρόκειτο για "σύντομη και ξαφνική ασθένεια".
Σύμφωνα με τον εκπρόσωπό του, τα προκαταρκτικά ευρήματα του ιατροδικαστή της Περιφέρειας της Κολούμπια έδειξαν ότι ο Γκράχαμ πέθανε από διαχωρισμό αορτής, ο οποίος προκλήθηκε από αρτηριοσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο. Σύμφωνα με δημοσιεύματα αμερικανικών μέσων για το θέμα "ο διαχωρισμός αορτής είναι μια απειλητική για τη ζωή κατάσταση, κατά την οποία δημιουργείται ρήξη στο τοίχωμα της αορτής".
Σε κλήση έκτακτης ανάγκης που πραγματοποιήθηκε το βράδυ του Σαββάτου από κατοικία του γερουσιαστή έγινε αναφορά σε καρδιακή ανακοπή.
«Η οικογένεια του γερουσιαστή Γκράχαμ ζητεί να γίνει σεβαστή η ιδιωτικότητά της κατά τη διάρκεια αυτής της εξαιρετικά δύσκολης περιόδου», ανέφερε το γραφείο του.
Ο Γκράχαμ είχε επιστρέψει πρόσφατα από την Ουκρανία, όπου συναντήθηκε την Παρασκευή με τον πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Επρόκειτο επίσης να εμφανιστεί την Κυριακή στην εκπομπή «Meet the Press» του NBC.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε ότι είχε μιλήσει με τον Γκράχαμ μετά την επιστροφή του από την Ουκρανία και ότι, πέρα από την κούραση, φαινόταν καλά. Αποτίοντας φόρο τιμής, ο Τραμπ χαρακτήρισε τον Γκράχαμ «έναν από τους σπουδαιότερους ανθρώπους και γερουσιαστές που γνώρισα ποτέ» και «έναν αληθινό Αμερικανό πατριώτη».
Ο Ζελένσκι δήλωσε «βαθύτατα θλιμμένος» από τον θάνατο του Γκράχαμ, υπογραμμίζοντας τις δέκα επισκέψεις του γερουσιαστή στην Ουκρανία κατά τη διάρκεια του πολέμου και τη στήριξή του στην άμυνα της χώρας.
Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, ανέφερε ότι το Ισραήλ έχασε έναν από τους μεγαλύτερους φίλους του, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες έχασαν έναν μεγάλο πατριώτη. Ο πρόεδρος του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτζογκ, δήλωσε συγκλονισμένος και συντετριμμένος από τον αιφνίδιο θάνατο ενός στενού φίλου και ένθερμου υποστηρικτή του Ισραήλ.
Ο Γκράχαμ γεννήθηκε στο Σέντραλ της Νότιας Καρολίνας, στις 9 Ιουλίου 1955. Έχασε και τους δύο γονείς του όταν ήταν λίγο πάνω από 20 ετών και έγινε ο νόμιμος κηδεμόνας της 13χρονης αδελφής του, Νταρλάιν.
Αφού απέκτησε πτυχίο Νομικής από το Πανεπιστήμιο της Νότιας Καρολίνας, εργάστηκε ως στρατιωτικός δικηγόρος και στη συνέχεια στον ιδιωτικό τομέα. Αργότερα υπηρέτησε στη Βουλή των Αντιπροσώπων της Νότιας Καρολίνας και στη Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, προτού εκλεγεί στη Γερουσία το 2002. Επανεξελέγη τρεις φορές.
Ο Γκράχαμ αναδείχθηκε σε μία από τις πλέον προβεβλημένες φωνές του Κογκρέσου σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, υποστηρίζοντας σκληρές θέσεις έναντι του Ιράν και της Ρωσίας και τασσόμενος ένθερμα υπέρ της Ουκρανίας μετά τη ρωσική εισβολή πλήρους κλίμακας. Οι στενές σχέσεις του με τους γερουσιαστές Τζον Μακέιν και Τζο Λίμπερμαν οδήγησαν στο να γίνουν γνωστοί ως οι «τρεις αμίγκος».
Παρότι αρχικά ασκούσε έντονη κριτική στον Τραμπ, ο Γκράχαμ εξελίχθηκε αργότερα σε έναν από τους στενότερους συμμάχους του προέδρου στο Κογκρέσο. Ως μέλος της Επιτροπής Δικαστικών Υποθέσεων της Γερουσίας, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην επικύρωση των διορισμών των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νιλ Γκόρσατς, Μπρετ Κάβανο και Έιμι Κόνι Μπάρετ.
Βάσει της νομοθεσίας της Νότιας Καρολίνας, ο Ρεπουμπλικανός κυβερνήτης Χένρι ΜακΜάστερ θα διορίσει προσωρινό διάδοχο, ο οποίος θα υπηρετήσει έως τις 3 Ιανουαρίου 2027. Ο μόνιμος διάδοχος του Γκράχαμ θα εκλεγεί στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026.
ΚΥΠΕ






