Οι πρώτες ημέρες του Άντι Μπέρναμ στην πρωθυπουργία θυμίζουν ήδη τις πιέσεις που χαρακτήρισαν τη θητεία του προκατόχου του. Πληροφορίες ότι η κυβέρνησή του εξετάζει το ενδεχόμενο νέων γεωτρήσεων πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Βόρεια Θάλασσα προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις από περιβαλλοντικές οργανώσεις, φέρνοντας στο φως διαφωνίες στο εσωτερικό της κυβέρνησης τη στιγμή που ο Μπέρναμ επιχειρεί να εδραιώσει την πολιτική του εξουσία.
Η Φλόσι Μπόιντ, ακτιβίστρια της περιβαλλοντικής οργάνωσης Global Witness, επέκρινε ευθέως τα φερόμενα σχέδια, υποστηρίζοντας ότι η επέκταση των γεωτρήσεων θα υπονόμευε τις κλιματικές δεσμεύσεις της Βρετανίας χωρίς να μειώσει τους λογαριασμούς ενέργειας, να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας ή να ενισχύσει την οικονομία. Όπως ανέφερε, οι μόνοι πραγματικοί ωφελημένοι θα ήταν οι μεγάλες εταιρείες ορυκτών καυσίμων, καλώντας την κυβέρνηση να δώσει προτεραιότητα στις επενδύσεις σε αιολική και ηλιακή ενέργεια.
Διαφωνίες στην κορυφή της κυβέρνησης
Οι διαφορετικές απόψεις διατρέχουν ακόμη και τον στενό πυρήνα της νέας κυβέρνησης. Η υπουργός Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς φέρεται να τάσσεται ιδιωτικά υπέρ νέων γεωτρήσεων, ενώ ο υπουργός Ενέργειας Εντ Μίλιμπαντ επιμένει ότι η προτεραιότητα πρέπει να παραμείνει στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Την ίδια ώρα, δύο από τα μεγαλύτερα βρετανικά συνδικάτα, τα Unite και GMB, πιέζουν υπέρ της συνέχισης των εξορύξεων, υποστηρίζοντας ότι έτσι θα προστατευθούν χιλιάδες θέσεις εργασίας στον ενεργειακό τομέα. Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκονται τα κοιτάσματα Rosebank και Jackdaw στα ύδατα της Σκωτίας, ενώ και ο Πρώτος Υπουργός της Σκωτίας, Τζον Σουίνι, έχει παρέμβει στη συζήτηση για την εξισορρόπηση της ενεργειακής ασφάλειας με τους κλιματικούς στόχους.
Το ενεργειακό ζήτημα προστίθεται σε έναν ήδη βεβαρημένο κατάλογο προκλήσεων. Ο Μπέρναμ αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση μιας οικονομίας που παρουσιάζει ελάχιστη ανάπτυξη εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια, ενώ καλείται παράλληλα να αντιμετωπίσει τη συνεχιζόμενη κρίση κόστους ζωής και τις πιέσεις σε κρίσιες δημόσιες υπηρεσίες. Παράλληλα, βρίσκεται αντιμέτωπος με τα ίδια σύνθετα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής που ταλαιπώρησαν και τον Κιρ Στάρμερ, μεταξύ αυτών οι πόλεμοι στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, καθώς και η διαχείριση των σχέσεων με τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ.
Διπλή πίεση για τη Γάζα
Το ζήτημα της Γάζας έχει ήδη αποδειχθεί πολιτικά δύσκολο για τον νέο πρωθυπουργό καθώς ο Μπέρναμ δήλωσε ότι η Βρετανία θα μπορούσε να εξετάσει επιπρόσθετες κυρώσεις εναντίον Ισραηλινών που εμπλέκονται σε βίαια περιστατικά στη Γάζα ή σε παράνομες εποικιστικές δραστηριότητες στη Δυτική Όχθη, θέση που προκάλεσε επικρίσεις από εβραϊκές οργανώσεις.
Ταυτόχρονα, φιλοπαλαιστινιακές οργανώσεις τον κατηγορούν ότι αποφεύγει να χαρακτηρίσει τις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα ως γενοκτονία. Έτσι, βρίσκεται αντιμέτωπος με πιέσεις και από τις δύο πλευρές σε ένα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα για το κόμμα του. Η μετανάστευση, ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα για πολλούς ψηφοφόρους, απουσίαζε αξιοσημείωτα από την πρώτη του ομιλία ως πρωθυπουργού.
Ο Μπέρναμ αρνήθηκε επίσης να αποκλείσει το ενδεχόμενο επιβολής φόρου στον πλούτο. Σε συνέντευξή του στον Γκάρι Λίνεκερ, στο podcast Goalhanger, δήλωσε ότι το μέτρο παραμένει στο τραπέζι, καθώς η κυβέρνηση εξετάζει τρόπους χρηματοδότησης των δαπανών της χωρίς να αυξήσει το δημόσιο χρέος της χώρας.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι ο νέος πρωθυπουργός είχε περιορισμένο χρόνο για να προετοιμαστεί για την ανάληψη της εξουσίας. Ο Σούντερ Κατβάλα, διευθυντής του βρετανικού think tank British Future, δήλωσε στο Al Jazeera ότι η άνοδος του Μπέρναμ στην ηγεσία ήρθε ταχύτερα από ό,τι αναμενόταν, με αποτέλεσμα να μην έχει ακόμη τον χρόνο να διαμορφώσει πλήρως την πολιτική του ατζέντα ή να καθορίσει οριστικά την κατεύθυνση του υπουργικού του συμβουλίου.
Πηγές: Associated Press, Al Jazeera, Global Witness, CNBC






